Το παγκόσμιο στην Παγκοσμιοποίηση και στη Λογοτεχνία

ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΩΑΝΝΗ ΔΗΜ. ΤΣΟΛΚΑ

Γράφοντας και μιλώντας περί της Παγκοσμιοποίησης  σημαίνει ότι μιλάμε για ένα φαινόμενο που θα πρέπει να προσεγγίζεται πάντα με καινούριους τρόπους και με ταχύτερο ρυθμό. Είναι επίσης αποδεκτό ότι, συνήθως, το φαινόμενο αυτό το ερμηνεύαμε οικονομικά και χρηματιστικά. Στην πραγματικότητα όμως εμπλέκει κι άλλες πλευρές της ανθρώπινης ζωής, όπως τις κοινωνικές και πολιτιστικές αξίες, το περιβάλλον, την πληροφορική, τις παραδόσεις, τις ιστορίες των λαών, τη θρησκεία κι άλλες ακόμη. Όπως συμβαίνει επίσης συχνά με θέματα επικαιρότητας ή της μόδας, οι αναφορές συχνά σηματοδοτούνται από προτάσεις και δράσεις υπερβολικών απλουστεύσεων και εξηγήσεων, μονότονων και μονολιθικών. Η Λογοτεχνία συνήθως σε τέτοιου είδους κεφαλαιώδη ζητήματα παύει να εκφράζει προσωπικές αντιλήψεις, δηλαδή, τοπικές ή εθνικές ανησυχίες και ο ποιητής ή ο συγγραφέας γίνεται homus universalis, υπόκειται σε νόμους που είναι κοινοί για όλους τους λογοτέχνες, ανεξάρτητα από το γεωγραφικό τόπο που αυτοί βρίσκονται. Η παρουσίαση λοιπόν αυτή θα περιοριστεί αναγκαστικά, και λόγω έλλειψης χρόνου, στην έννοια του παγκόσμιου στην παγκοσμιοποίηση, στον πολιτισμό και στη λογοτεχνία, στο πλαίσιο της πολυπολιτισμικής, ανοιχτής και ανεκτικής κοινωνίας, όχι σε εκείνο της αντίθεσης «φίλος/εχθρός» και της αντίληψης του πολέμου, που κυριάρχησαν, και κυριαρχούν ακόμα, στην εποχή μας .

Οι χωρικές επαναστάσεις στην Παγκόσμια Ιστορία

Όμως τι είναι η παγκοσμιοποίηση και πότε για πρώτη φορά κάνει την εμφάνισή της; Ουσιαστικά είναι ένα φαινόμενο «χωρικό», ένα φαινόμενο που αφορά δηλαδή στη διάσταση του χώρου. Θα μπορούσαμε να την ορίσουμε σαν μια επανάσταση «χωρική», δηλαδή σαν μία ριζική αλλαγή του τρόπου που διακρίνουμε και που κατανοούμε τον κοινωνικό χώρο. Εκείνο το χώρο δηλαδή εντός του οποίου οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται ότι τα γεγονότα που προορίζονται να επιδράσουν στη ζωή τους, στην καθημερινότητά τους, συμβαίνουν και αλληλοεπιδρούν σε πραγματικό χρόνο με την καθημερινότητά τους. Οι χωρικές επαναστάσεις δεν είναι γεγονότα συχνά στην ιστορία. Πραγματοποιήθηκαν τέσσερις ή πέντε στην παγκόσμια ιστορία της ανθρωπότητας. Την πρώτη, ίσως, μπορούμε να την ανάγουμε στη νεολιθική εποχή, όταν  η ανθρωπότητα ανακάλυψε, αν έτσι μπορούμε να το πούμε, τη γεωργία και εγκαταστάθηκε στο έδαφος, σ’ έναν «τόπο». Η δεύτερη ανάγεται στα τέλη του 15ου και στις αρχές του 16ου αιώνα με τις λεγόμενες γεωγραφικές ανακαλύψεις και το  διπλασιασμό, πραγματικά, του μέχρι τότε γνωστού κόσμου. Η τρίτη χωρική επανάσταση αφορά στη γέννηση του σύγχρονου κράτους-έθνους με τις μεγάλες ιδιοκτησίες να υποτάσσονται στην κυριαρχία μιας μοναδικής πολιτικής εξουσίας κι ενός μοναδικού νόμου, σ’ ένα είδος ισονομίας ενός εκτεταμένου πεδίου, που έσπαζε τα όρια του κοινωνικού, φεουδαρχικού χώρου, εκείνου του περιορισμένου πεδίου των λίγων χιλιομέτρων, όση ήταν η απόσταση μεταξύ ενός χωριού και μιας πόλης, μέσα στην οποία συνέβαιναν όλα τα σημαντικά γεγονότα για τους ανθρώπους και τις οικογένειές τους.

Η τέταρτη είναι αυτή των ημερών μας, με την επέκταση του «κοινωνικού χώρου» μας σ’ ολόκληρη την επιφάνεια του πλανήτη, χάρη στη διπλή τεχνολογική επανάσταση, την επανάσταση των μεταφορών κι εκείνη των τηλεπικοινωνιών. Κονταίηνερ και αεροπορικές μεταφορές από το ένα μέρος, ηλεκτρονικοί υπολογιστές και δορυφορικές επικοινωνίες από το άλλο. Η παγκοσμιοποίηση επομένως ήταν ένα γιγάντιο έργο επέκτασης και ενοποίησης του κοινωνικού χώρου, δημιούργημα  της  τεχνολογίας  και, φυσικά, της  οικονομίας. Σε αυτή τη διαδικασία η Δύση είχε ένα ρόλο κυρίαρχο, ως κάτοχος των τεχνολογιών και της οικονομικής και χρηματιστικής εξουσίας. Είναι τόσο αληθές αυτό, που μερικοί συγγραφείς, όπως ο SERGE LATOUCHE (1940-), μιλούν για την παγκοσμιοποίηση σαν μια διαδικασία δυτικοποίησης του κόσμου .

Το «Τέντωμα του χώρου», μέχρι να επιμηκυνθεί στο άπειρο η σφαίρα σπουδαιότητας του καθενός!

Αλλά μέχρι χθες η Δύση κοίταζε αυτή τη διαδικασία της ενοποίησης του παγκόσμιου χώρου με μορφή διχασμένη, μ’ ένα βλέμμα αλλήθωρο. Εργαζόταν πρόθυμα για τη μετατροπή του πλανήτη  σ’ ένα μοναδικό αλληλοεξαρτώμενο χώρο και πλήρως διασταυρούμενο από τις ροές της (χρήματος, επενδύσεων, πληροφοριών, ενέργειας, πρώτων υλών κ.λ.π.). Όμως  ταυτόχρονα η Δύση θεωρούνταν κατά κάποιο τρόπο «εκτός», ή «από πάνω», απρόσβλητη, άτρωτη στις καταστροφικές κινήσεις που σ’ εκείνο το χώρο μπορούσαν να γεννηθούν, «υπεράνω» εχθρικών κινήσεων που μπορούσαν να ωριμάσουν στους διάφορους τόπους στους οποίους εκείνος ο χώρος ήταν δομημένος.

Η Δύση παρήγαγε με αυξανόμενη ταχύτητα εκείνη τη «χωρική συμπίεση», που σύμφωνα με την έκφραση του κοινωνιολόγου ROLAND ROBERTSON (1938-)   αποτελεί ακριβώς την ουσία της παγκοσμιοποίησης και είναι η γειτνίαση των σημείων της γήινης επιφάνειας λόγω της ταχύτητας των μεταφορών και της ταχύτητας της πρόσβασης. Ή, χρησιμοποιώντας την έκφραση του ANTHONY GIDDENS (1938-) , τραβούσε στα άκρα εκείνο τον τύπο του stretching χώρου, του «τεντώματος του χώρου», μέχρι να επιμηκυνθεί στο άπειρο η σφαίρα σπουδαιότητας του καθενός και να συμπεριληφθεί στην επιρροή της ολόκληρος ο γήινος και ο υδάτινος κόσμος. Σε αυτό το περίγραμμα τρεις είναι οι γραμμές της αμφισβήτησης και της έρευνας:

  1. Το θέμα των παγκόσμιων ανισοτήτων:

…η απόσταση μεταξύ των πρώτων και των τελευταίων – μεταξύ του 20% του πιο πλούσιου του παγκόσμιου πληθυσμού και του 20% του πιο φτωχού – σταθερά αυξανόταν μέσα στον 20ό αιώνα, από την αναλογία 1/11 στην αρχή αυτού του αιώνα στην αναλογία 1/99 στα μισά της δεκαετίας του 2000, όπως αποδεικνύει η τελευταία έκθεση των Ηνωμένων Εθνών. Γεγονός είναι ότι πάνω από ένα δισεκατομμύριο ανθρώπων είναι υποχρεωμένο να ζει με λιγότερο από ένα δολάριο ημερησίως, για την ακρίβεια 1,2 εκατομμύρια άνθρωποι που ισοδυναμούν με 20,3% του παγκόσμιου πληθυσμού, δηλαδή κάτω από το ελάχιστο όριο φτώχειας και ότι άλλα 2 δισεκατομμύρια δεν ξεπερνούν τα τρία δολάρια ημερησίως, ενώ στο μαγικό κύκλο του πλούτου 900 εκατομμύρια άνθρωποι, όχι περισσότεροι, που βρίσκονται σε 24 χώρες, έχουν μέσο κατά κεφαλή ετήσιο εισόδημα πάνω από 25.000 δολάρια. Κι όλα αυτά χωρίς να θέτονται προς μελέτη πολιτικές ανακατανομής και επαναφοράς της ισορροπίας του πλούτου σε παγκόσμια κλίμακα, όπως και η οδυνηρότητα που θα επιφέρει η πρόσφατη οικονομική κρίση. Αντί λοιπόν η παγκοσμιοποίηση να προετοιμάσει έναν κόσμο συμφιλιωμένο με την ισόρροπη κατανομή αγαθών, δημιουργούσε έναν κόσμο διαχωρισμένο από καινούργιες, άγριες διαχωριστικές γραμμές, από αποστάσεις όχι πια «γεωγραφικές» αλλά «κοινωνικές», που δεν μπορούν να γεφυρωθούν.

  • Το θέμα του παγκόσμιου κινδύνου ή το προσεχές ριζικό της οικολογικής καταστροφής, που η μη ελεγχόμενη αύξηση της οικονομίας, σύμφωνα με την καταστροφική λογική της δυτικής υπερπολυτελούς κατανάλωσης θα διέβρωνε όχι μόνο -όπως προβλέπεται- την κοινωνική αντοχή αλλά την ίδια τη φυσική αντοχή του πλανήτη:

… Μια γραμμή σύγκρουσης μεταξύ του δυτικού τρόπου ζωής και του οικοσυστήματος, που η πολιτική, στη φόρμα της παγκόσμιας ηγεμονίας, που ενσαρκώνεται από τους λεγόμενους «οκτώ μεγάλους», αρνούνταν να δει και να αντιμετωπίσει.

  • Το θέμα της εργασίας.

 Είναι σημαντική η ανισότητα στα δικαιώματα της εργασίας, για την ενοποίηση σε παγκόσμια κλίμακα των αγορών εργασίας (μέχρι τώρα κατανεμημένες σε εθνική βάση). Η κρίση του συστήματος εγγυήσεων της εργασίας, που δημιουργήθηκε κατά την περίοδο του 20ού αιώνα στο πλαίσιο των εθνικών πολιτικών της εργασίας και που, σε μεγάλο μέρος, κατέρρευσε  από την εξασθένηση της εθνικής διάστασης. Η δημιουργία ενός νέου κοινωνικού θέματος- το θέμα της μετανάστευσης και τα δικαιώματα των μεταναστών, για εκείνες τις «οντότητες», στις οποίες, την εποχή της μεγάλης υπερεθνικής κινητικότητας χρήματος και εμπορευμάτων, δε χορηγούνταν άδεια μετακίνησης. Κρίνεται επιβεβλημένη και αναγκαία η διεκδίκηση ενιαίας πολιτικής για την εργασία σε παγκόσμια κλίμακα, μπροστά στο συγκεκριμένο κίνδυνο της μαζικής επιστροφής σε εκτεταμένες μορφές αληθινής και πραγματικής «δουλικής εργασίας», που είναι ορατός στις χώρες τις λεγόμενες «σε φάση ανάπτυξης», αλλά αντιληπτός και σ’ εκείνες τις «αναπτυγμένες» ακόμα και σ’ εκείνες τις «πλούσιες». Για τις σχέσεις εργασίας στις οποίες είναι προφανής η επιστροφή στην ιδιοκτησία του ίδιου του σώματος, του «προσώπου» του εργαζομένου από την πλευρά του «εργοδότη»- η πλήρης και ολοκληρωτική διαθεσιμότητα από την πλευρά του «εργοδότη», του χρόνου του, των κινήσεών του, της ολικής του ύπαρξης, χωρίς εγγυήσεις «με συμβόλαια» ή «με κανόνες», στη βάση μιας ανελέητης και άκαρδης λειτουργίας του νόμου της ζήτησης και της προσφοράς, που εισάγει στον υπερμοντερνισμό της παγκόσμιας και ολοκληρωτικής αγοράς, στοιχεία φεουδαρχισμού. Μορφές ενός τεχνολογικοποιημένου και κοσμικού μεσαίωνα.

Βία και πόλεμος και πνευματικός αποικισμός

«Για να μπορεί να ζει η Αγγλία σε σχετική ευημερία – έγραφε ο George Orwell – εκατό εκατομμύρια Ινδιάνοι πρέπει να ζουν στα όρια της θανατηφόρου πείνας: μια απαίσια κατάσταση, την οποία αποδεχόμαστε κάθε φορά που ανεβαίνουμε σε ταξί ή που τρώμε ένα πιάτο φράουλες με σαντιγί». Σήμερα, μετά από 60 και πλέον χρόνια, κάτι παρόμοιο ισχύει για όλο τον πλανήτη. Να λοιπόν γιατί τόση βία και κυρίως γιατί πόλεμος: ένας πόλεμος όπως αυτόν που γνωρίζουμε στην εποχή μας χωρίς περιορισμούς και χωρίς σύνορα. Γιατί η επιθετική ενέργεια, που εισβάλλει στο παγκόσμιο σύστημα με στόχο να συντηρήσει την αδικαιολόγητη ασυμμετρία και την αφόρητη ανισορροπία, είναι πραγματικά εκτός μέτρου. Υποδηλώνει μια διαρκή πολεμική κινητικότητα. Όταν ένα αφύσικο μοντέλο προτείνεται σαν το μοναδικό δυνατό για όλον τον πλανήτη -όταν ένα μοντέλο βασίζεται σε ένα ευδιάκριτο «τοπικό» προνόμιο που πιστεύει ότι μπορεί να γίνει «παγκόσμιο»- η κατάσταση εξαιτίας αυτού του ισχυρισμού είναι το ξεδί¬πλωμα ενός βαθμού βίας ανάλογης με την πα¬ράνοια του επιδιωκόμενου σκοπού.  Από την άλλη πλευρά του λόφου και εκκινώντας από τελείως διαφορετική προσέγγιση η παγκοσμιοποίηση των ιδεών ήταν ένας από τους πλέον σημαντικούς τρόπους με τους οποίους έγινε η ανθρώπινη πρόοδος. Οι λαοί έμαθαν την επιστημονική τεχνική από άλλους λαούς, τα μαθηματικά από άλλους κλπ. Ο μη δυτικός κόσμος πλέον μαθαίνει πολλά από την πρόοδο του δυτικού πολιτισμού σε σχέση με τη μηχανική και την επιστήμη. Την εποχή της Παγκοσμιοποίησης πρέπει να οικοδομήσουμε τη σφαιρική γνώση των παγκόσμιων φαινόμενων του κόσμου. Φοβόμαστε όμως τη μία «μοναδική σκέψη», τον «πνευματικό αποικισμό». Είμαστε λοιπόν ενώπιον ενός μεγάλου προβλήματος: πώς εξελίσσουμε ταυτόχρονα την ενσωμάτωση σε έναν «οικουμενικό πολιτισμό», την αυτονομία κάθε ατόμου και την ταυτότητα κάθε λαού.

Μπορεί να φαίνεται αδύνατο το εγχείρημα, και φαίνεται πραγματικά τέτοιο, σε όλους εκείνους που αντιτείνουν την προσωπική τους ταυτότητα, ιδεολογική-θρησκευτική, εθνική στην οικουμενικότητα του πολιτισμού διεκδικώντας ανωτερότητες ή αποκλειστικότητες. Αλλά αυτή η αντίθεση χαρακτηρίζει ακριβώς την οπισθοδρομική κατάσταση status νοοτροπίας και γνώσης. Η ανάπτυξη του πολιτισμού χαρακτηρίστηκε ουσιαστικά από την ικανότητα να εξάγουμε από τις διαφορές της καθημερινής ζωής κίνητρα για τη δημιουργικότητα. Αυτό γίνεται δυνατό όταν καταφέρουμε να ξεχωρίσουμε, χωρίς να αντιτάξουμε, την πολιτική και τον πολιτισμό. Με αυτό τον τρόπο ανακαλύπτουμε πάλι το δεδομένο πως η ουσιαστική αρχή του πολιτισμού μας έγινε με τη λαϊκή θεώρηση της πολιτικής, που εγγυήθηκε ταυτόχρονα την αυτονομία της πολιτικής εξουσίας από τις ιδεολογικό-θρησκευτικές υποθήκες και την αυτονομία της πνευματικής αναζήτησης από την πολιτική εξουσία. Αυτή η πολυσύνθετη διαδικασία συνοψίστηκε ως διάκριση – και συνύπαρξη – της αλήθειας του λόγου και της αλήθειας της πίστης: διάκριση που επιτρέπει είτε να συνυπάρχεις με εκείνους που δεν την ενστερνίζονται, είτε να αναγνωρίζεις και να «χρησιμοποιείς» τις διαφορές που μας διαχωρίζουν.       

Ο Αριστοτέλης, ο Αραβικός πολιτισμός, ο Δάντης και πάνω απ όλα η Εκκλησία

Η ιστορία του πολιτισμού, και ειδικότερα του ιταλικού, μπορεί να εξηγήσει αυτό τον προβληματισμό. Η διάκριση μεταξύ της αλήθειας της επιστήμης και της αλήθειας της πίστης ωρίμασε με μια σκληρή και σύνθετη αντιπαράθεση που κυριάρχησε στον 13ο αιώνα. Η ανακάλυψη της αριστοτελικής θεωρίας και η αναγέννηση των σπουδών του ρωμαϊκού δικαίου οδήγησαν σε κρίση τον καθολικό πολιτισμό, που εμπνεόταν από τη θεολογία του Αγ. Παύλου και του Αυγουστίνου. Η εκκλησία αντέδρασε θέτοντας εκτός νόμου τη διδασκαλία του Αριστοτέλη και το ρωμαϊκό δίκαιο. Τότε ήταν ακριβώς που η αραβική σκέψη του Αβερρόη καθόρισε την πρώτη ιδέα της αλήθειας της επιστήμης, ως διακριτής και αυτόνομης από την αλήθεια της πίστης. Ο Θωμάς ο Ακινάτης, πολεμώντας την άποψη του Αβερρόη, συστηματοποίησε αυτή τη διάκριση και στην καθολική θεολογία. Στο πρακτικό μάλιστα πεδίο ο ΔΑΝΤΗΣ (1265 – 1321) μπόρεσε – γράφοντας τη «Μοναρχία» – να θεωρητικοποιήσει το χωρισμό και επομένως την αυτονομία της πολιτικής εξουσίας από εκείνη τη θρησκευτική. Δυστυχώς στον αραβικό κόσμο η σκέψη του Αβερρόη δεν βρήκε ανάλογη εξέλιξη. Πάνω σε αυτό το δεδομένο στην Ιταλία και στην Ευρώπη, αντιθέτως, εδραιώθηκε θεωρητικά η αυτονομία της πολιτικής (Μακιαβέλι) και της επιστήμης (Γαλιλαίος). Οι αρχές αυτές εξέλιξαν την ανθρωπιστική λαϊκή σκέψη και ύστερα εκείνες του διαφωτισμού και της σύγχρονης δημοκρατίας . Με μεγάλες δυσκολίες, όπως είναι γνωστό.

Στενομυαλιά και τερατωδίες

Στην Ευρώπη ο «δυτικός πολιτισμός», απειλήθηκε από το γερμανικό ναζισμό, τον ιταλικό φασισμό και από τον γιαπωνέζικο ιμπεριαλισμό και σώθηκε χάρη στη θυσία των μη δυτικών. Ποιος μπορεί να ξεχάσει τα εκατομμύρια νεκρών Ρώσων που έπεσαν στα ανατολικά σύνορα της Ευρώπης; Χρειάζεται λοιπόν να διατρέχουμε την ιστορία της Δύσης αναζητώντας τη συνεισφορά που διαφορετικά έθνη, φιλοσοφίες, φυλές οδήγησαν στον κοινό μας πολιτισμό. Τα παιδιά θα καταλάβουν πως η στενομυαλιά στο γεωγραφικό μας χώρο και στην επαρχία μας μπορεί να γεννήσει τερατωδίες. Σε αυτό λοιπόν το πλαίσιο δεν υπάρχει συνέδριο, βιβλίο, εφημερίδα που δεν αναζητά την αναπόφευκτη και συνειδητή αναθεώρηση του «λογοτεχνικού κανόνα», που πρέπει να συνδέεται με την κρίση και τη μεταβατική περίοδο που διερχόμαστε. Έχοντας συνείδηση και γνώση ότι ζήσαμε και ζούμε το τέλος μιας εποχής θα πρέπει να αναρωτηθούμε, με τη ψυχολογία ίσως αυτού που έκανε συντηρητικά ο HAROLD BLOOM (1930-) με τη σύνταξη του Δυτικού κανόνα, πως θα πρέπει να ενστερνισθούμε τη συγκρότηση ενός παγκόσμιου και ολοκληρωμένου κανόνα, προσαρμοσμένου στην «παγκοσμιοποίηση», όπως ήδη έκαναν η πολιτική, η οικονομία και τα χρηματιστικά κεφάλαια. Οι λόγοι όμως της κρίσης στη λογοτεχνία είναι πολυσύνθετοι, όπως για όλα τα πολύπλοκα φαινόμενα. Πρέπει να λάβουμε υπόψη μας πως δεν υπάρχει χώρα που να μη βιώνει την πολυεθνική κοινωνία, που από τη μία πλευρά καθιστά ξεπερασμένα τα λογοτεχνικά έργα που δίνουν βάση στην εθνική ταυτότητα, που δημιουργήθηκαν τα χρόνια του 19ου αιώνα για τα κράτη-έθνη, αλλά από την άλλη πλευρά οι μεγάλες αφίξεις των ρευμάτων των μεταναστών κάνει να γεννηθεί, κάτω από άλλες μορφές, το πρόβλημα της εθνικής ταυτότητας που αναγκαστικά θα επιδράσει στα λογοτεχνικά έργα. Στις φυγόκεντρες πιέσεις, με την έννοια του κοσμοπολιτισμού, σωρεύονται πιέσεις προς όφελος των τοπικών η περιφερειακών λογοτεχνιών. Επομένως σήμερα το ζήτημα των λογοτεχνικών κειμένων-κανόνα βρίσκεται να πιέζεται από δύο επικίνδυνες και αρνητικές αντιθέσεις: του δογματισμού και του αρνητισμού. Η παρουσία και η ανάγκη της διδασκαλίας της λογοτεχνίας-κανόνα έργων σημαίνει την «υπεράσπιση της πολιτισμικής κληρονομιάς όχι υποτελούς σε νόμους της αγοράς», σημαίνει την «προάσπιση μίας φανταστικής οικουμένης», ικανής να εμπλουτίσει τη δημιουργικότητα και να ενηλικιωθεί , σημαίνει να θεμελιώσεις κοινή γνώση εντός της οποίας να αναγνωρίζεσαι με τον άλλον, σημαίνει να αποσυνδέσεις αυτό που είναι εφήμερο και παροδικό από αυτό που έχει μέσα του το μέλλον, που είναι κάτι το πολύ διαφορετικό από τα στιγμιαία δόγματα που επιβάλλονται από τα Μ.Μ.Ε. και τη διαφήμιση.

Ο ιδανικός λογοτεχνικός κανόνας που ξεπερνάει τα εθνικά σύνορα

Η αλήθεια είναι ότι στις μέρες μας η λογοτεχνία μείωσε ή ακόμα έχασε το πολιτιστικό κύρος της και δεν είναι πια σε βαθμό να επιβάλλει τις αξίες της λόγω της μη αναγνωρισμένης αίγλης της. Με την τεχνολογία ο κόσμος έγινε ένα παγκόσμιο χωριό. Με αυτό τον τρόπο υπάρχει ένας ιδανικός λογοτεχνικός κανόνας που ξεπερνάει τα εθνικά σύνορα. Δάντης, Πετράρχης, Άντερσεν, Ιψεν, Μονταίν, Μολιέρος, Θερβάντες, Σαίξπηρ, Γκαίτε, Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Καβάφης, Πιραντέλλο, είναι, όπως τα μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ, κληρονομιά της ανθρωπότητας και ως τέτοιοι θα πρέπει να διαβάζονται από όλους. Εάν αυτό δεν γίνεται, είναι λόγω της γραφειοκρατίας και της νοοτροπίας που διαχωρίζει τη διδασκαλία της εθνικής λογοτεχνίας από τις «ξένες»  λογοτεχνίες, αντιθέτως με άλλα μαθήματα όπως η ιστορία της φιλοσοφίας, της μουσικής, της τέχνης που έχουν ευρωπαϊκή διάσταση . Ενώ λοιπόν οι εθνικές λογοτεχνίες διδάσκονται σήμερα κακότυχα, ένα είδος, που διδάσκεται και συγκροτήθηκε σχετικά πρόσφατα, η συγκριτική λογοτεχνία, έχει το νεανικό σφρίγος και την τόλμη των αναπτυσσόμενων επιστημών. Έχει συνήθως τη λειτουργία του ανοίγματος στην πολυπολιτισμικότητα, μπορεί να συνενώσει πολίτες διαφορετικής εθνικής προέλευσης, και να εξισωθεί σε μία «εθνική – παγκόσμια» λογοτεχνία.

Ο ITALO CALVINO (1923 – 1985) «θεωρεί τη λογοτεχνία σαν αναζήτηση της συνείδησης για να κινηθείς στον υπαρξιακό χώρο» γι’ αυτό πρότεινε «αυτός ο χώρος να εκτείνεται στην ανθρωπολογία, στην εθνολογία, στη μυθολογία»  μέσα από διαφορετικές φιλοσοφικές και ιστορικές ερμηνείες. Από τα χρόνια του 1960 ο Καλβίνο αισθανόταν την ανάγκη να «απαιτεί από τη λογοτεχνία κάτι περισσότερο από τη γνώση της εποχής της ή τη μίμηση των επιφανειακών όψεων των πραγμάτων ή των εσωτερικών του πνεύματος». Σύμφωνα λοιπόν με τον Καλβίνο έπρεπε να διεκδικεί και να επιθυμεί «ένα παγκόσμιο όραμα […], δηλαδή στα επίπεδα εκείνων των γνώσεων που η ιστορική εξέλιξη βασίστηκε» . 

Ο CLAUDIO MAGRIS (1939-) υποστηρίζει πως «αληθινή λογοτεχνία δεν είναι εκείνη που κολακεύει τον αναγνώστη, και που του εγγυάται τις προκαταλήψεις του και τις ασφάλειές του, αλλά αυτή που τον πιέζει και τον δυσκολεύει, που τον υποχρεώνει να αναμετρηθεί με τον κόσμο του και με τις πεποιθήσεις του». Εδώ τίθεται μονίμως το ερώτημα εάν η λογοτεχνία θα πρέπει να περιλαμβάνει μόνο λογοτεχνικές και γλωσσολογικές αξίες και να αδιαφορεί γι’ αυτά τα στοιχεία και τους προβληματισμούς, ή να τα λαμβάνει υπόψη της, αφού όμως στη συγγραφή θα είναι αναγκαίες οι λογοτεχνικές και γλωσσολογικές αρετές  για να θεωρείται έτσι ένα κείμενο πραγματικά λογοτεχνικό. Τα λογοτεχνικά κείμενα-κανόνας είναι το σύνολο των «μνημείων» που δεν μπορείς να απαρνηθείς. Όπως η οικονομική – χρηματιστική παγκοσμιοποίηση χρησιμοποιεί την τεχνολογία και το διαδίκτυο έτσι θα πρέπει κι εμείς σήμερα για τις νέες γενιές να γνωρίσουμε μέσω του διαδικτύου μια παγκοσμιοποιημένη λογοτεχνία γιατί «η εξειδίκευση χωρίς την παγκοσμιότητα είναι τυφλή, η παγκοσμιότητα χωρίς την εξειδίκευση είναι σαπουνόφουσκα» .

Εάν λοιπόν ο σημερινός κοινωνικός χώρος συμβιώνει και εξαρτάται από την τεχνολογία, επομένως είναι «τεχνολογικό προϊόν», έτσι στην νεολιθική επανάσταση υπήρχε η «ανακάλυψη της γεωργίας», στις γεωγραφικές ανακαλύψεις στα μισά της δεύτερης χιλιετίας επιτελέστηκε η «επανάσταση της γνώσης», στο κράτος-έθνος συντελέστηκαν μεγάλες επικοινωνιακές υποδομές εθνικής διάστασης όπως οι οδικές αρτηρίες, αργότερα το σιδηροδρομικό δίκτυο, το ταχυδρομείο, η ηλεκτρική ενέργεια, η τηλεγραφία, η τηλεφωνία, που έτσι κατέστησαν δεκτικό το έδαφος στα μηνύματα και τις παρεμβάσεις της κεντρικής εξουσίας. Σιγά-σιγά έγιναν πιο γρήγορα και πιο ολοκληρωμένα, με επαναστατικό αποτέλεσμα ο «κοινωνικός χώρος» να συμπέσει με το «δημόσιο χώρο», στα όρια του κράτους-έθνους. Ανατρέχοντας σε αυτές τις αντίστοιχες μεταβατικές και πολύ σημαντικές περιόδους, στο πλαίσιο εκείνων των «χωρικών επαναστάσεων», η λογοτεχνία και ο πολιτιστικός «λόγος» κατεδείκνυε και κατέγραφε την αναζήτηση, την ανασφάλεια αλλά και την προοπτική.

Στην περίοδο των γεωγραφικών ανακαλύψεων, που επέφεραν τεράστια αμηχανία και προβληματισμό, η επανάσταση για τη γνώση αναφερόταν από τον  LEONARDO DA VINCI (1452-1519) με τη γνωστή μεταφορά της σπηλιάς. Στις Σκέψεις-Pensieri  παρίστανε τον ίδιο του τον εαυτό να αναδιπλώνεται και να ψάχνει μέσα στη σκοτεινή σπηλιά, ως συνέχεια των σκιών-ιδεών του Πλάτωνα: «Από την άπληστη θέλησή μου παρακινημένος, ανυπόμονος για να δω τις άγνωστες μορφές που η πολύτροπη και ευφυής φύση έφτιαξε […] αμέσως ξύπνησαν μέσα μου δύο πράγματα: φόβος κι επιθυμία. Φόβος από την απειλητική και σκοτεινή σπηλιά, επιθυμία για να δω εάν μέσα υπήρχε κάτι θεσπέσιο».

Αν όμως κάποιος θα ήθελε να αποδώσει ανάγλυφα και με έμφαση εκείνη την Παγκοσμιότητα της ιταλικής Αναγέννησης και του πολιτισμού της, επιβάλλεται να αναφερθεί στο έργο του LUDOVICO ARIOSTO (1474-1533) Orlando Furioso-Μαινόμενος Ορλάνδος: ο Ορλάνδος, από τρελά ερωτευμένος με την Αγγελική, μεταμορφώθηκε σε έναν μαινόμενο τρελό, οι χριστιανικές στρατιές, λόγω της απουσίας του υπερασπιστή τους, κινδύνευσαν να χάσουν τη Γαλλία, πώς η χαμένη λογική του τρελού βρέθηκε από τον Αστόλφο πάνω στη σελήνη και ξαναδόθηκε στο σώμα του νόμιμου ιδιοκτήτη της, επιτρέποντας του να ξαναπάρει τη θέση του στην κοινωνική τάξη στην οποία ανήκε . Η Αγγελική, που την έχουν ερωτευτεί ο Ρινάλντο και ο Ορλάντο, καταφεύγει στην Κίνα (Κατάι) με τον αγαπημένο της Μεντόρο. Στο έργο λοιπόν όλες οι ήπειροι είναι το σκηνικό όπου αναπτύσσεται η αφήγηση του ποιήματος. Και ως σκηνικό δεν φτάνει μόνο η γη. Τα λογικά του μαινόμενου Ορλάνδου πρέπει να πάει να τα φέρει κάποιος πίσω από τη Σελήνη. Ο άνθρωπος της Αναγέννησης, με την ανακάλυψη των νέων γαιών, κατευθύνει την αλλαγή του κόσμου, σε συνεχή κίνηση, είναι κυρίαρχος και δεν υπερνικιέται. .

Εκατό χρόνια αργότερα ο GALILEO GALILEI (1564-1642) στο σημαντικό έργο του Dialogo sopra i due massimi sistemi del mondo  – Διάλογος γύρω από τα δύο μεγαλύτερα κοσμικά συστήματα στοιχειοθετώντας τη θέση του ενάντια στην αρχή της αυθεντίας και παρουσιάζοντας τη νέα επιστημονική μέθοδο περιγράφει παρόμοια θέση με εκείνη του Λεονάρντο: «ο οδηγός είναι αναγκαίος σε άγνωστους και άγριους τόπους, αλλά σε ανοιχτούς και επίπεδους τόπους οι τυφλοί έχουν μόνο ανάγκη οδηγού, κι όποιος είναι τέτοιος, καλό είναι να μένει σπίτι του, αλλά όποιος έχει μάτια στο πρόσωπο και στο μυαλό, για εκείνους μπορεί να χρησιμεύσει ως οδηγός».

Ο προσδιορισμός της έννοιας της αρετής αλλά και το ίδιο το περιεχόμενο της ευτυχίας, που αποτελεί το αντικείμενο της ανθρώπινης φύσης, προσεγγίζεται από δύο κορυφαίους διανοούμενους και λόγιους Ιταλούς διαφωτιστές, ο ANTONIO  MURATORI (1672 – 1750), που θεωρητικά διατυπώνει μια θέση ριψοκίνδυνα νεωτεριστική: «Από τα κρυφά διδάγματα και τις παροτρύνσεις της ίδιας μας της φύσης, όλοι εμείς έχουμε καταλήξει στο προσωπικό, το ατομικό μας συμφέρον. Ανακαλύπτοντας όμως ότι ο Θεός μας έχει δημιουργήσει με τρόπο τέτοιο ώστε πρέπει να συμβιώνουμε με τους άλλους ανθρώπους και ο ένας άνθρωπος να έχει την ανάγκη των άλλων και συνεπώς η ζωή μας να είναι κοινωνική, η λογική προστάζει ότι, αν επιθυμούμε οι άλλοι να μας βοηθούν για να περνάμε καλά εδώ στη γη, πρέπει επιπλέον να μάθουμε να προσφέρουμε όση βοήθεια μπορούμε στους άλλους, για να προάγεται πάνω απ’ όλα το καλό της πολιτείας, δηλαδή το κοινό συμφέρον, γιατί συνηθίζεται να παίρνουν μέρος στη δημόσια ευτυ¬χία όλοι οι ιδιώτες. Για τον λόγο αυτό, είναι εσφαλμένο το ατομικό συμφέρον να αντιβαίνει ή να βλάπτει το κοινό συμφέρον. Αρετή είναι, να ενώνεται το δικό μας καλό με εκείνο της πολιτείας. Ηρωισμός σημαίνει, να προτιμάμε το κοινό καλό από το ατομικό μας συμφέρον» .

Και ο PIETRO VERRI (1728 – 1797): «Θα προσπαθήσω όμως να πω τι εννοώ με τη λέξη αρετή. Δεν προτίθεμαι να περιλάβω στον όρο τις πράξεις θρησκευτικής πίστης, αλλά μόνο να σημειώσω εκείνη την κατηγορία πράξεων που με γενική συγκατάθεση των ανθρώπων, σε κάθε χρονικό και τοπικό πλαίσιο, θεωρήθηκαν σταθερά ενάρετες: το να συγχωρεί κανείς με γενναιοδωρία τον εχθρό του, το να είναι πιστός, ευγενής, μεγαλόψυχος, φιλάνθρωπος, γενναίος, δίκαιος, και για να γίνουν όλα αυτά κατανοητά εν συντομία, το να ασκεί κανείς ό,τι είναι γενικά ωφέλιμο για τους ανθρώπους. Γι’ αυτό ενάρετη ψυχή θα είναι εκείνη που θα έχει συνεχώς την επιθυμία να κάνει πράγματα γενικά ωφέλιμα για τους ανθρώπους. Τώρα, καθώς η τιμιότητα μας οδηγεί να προσέχουμε τις πράξεις που αποδεικνύονται βλαβερές για τους όμοιούς μας, και, όπως έχω πει παραπάνω, ανήκει στα ενδιαφέροντά μας το να υπακούουμε στους νόμους της τιμιότητας, με την ίδια σαφήνεια βγαίνει το συμπέρασμα πως είναι καθήκον μας να μην παραβαίνουμε την αρετή» .

Ο θεωρητικός του ιταλικού ρομαντισμού και ποιητής του σημαντικού έργου Πρόσφυγες της Πάργας-Profughi di Parga GIOVANNI BERCHET (1783-1851), πρότασσε ως στόχο την ανάπτυξη μιας νέας πολιτιστικής τάξης πραγμάτων ταυτόχρονα με τη γέννηση ενός νέου κοινού – που ταυτίζεται με την έννοια λαός, ή μέση καλλιεργημένη τάξη  ή αστική τάξη, όρο όπως τον χρησιμοποιεί ο G. Berchet –  ανταποκρίνεται στους στόχους και στις ανάγκες του ποιήματος “Πρόσφυγες της Πάργας” . Τα θέματα λοιπόν πρέπει να είναι ικανά να προσελκύσουν την προσοχή ενός κοινού πολύ ευρύτερου και όχι μόνο εκείνου του κοινού με θέματα τοπικού ενδιαφέροντος αλλά ταυτόχρονα να είναι και ικανά να ελκύουν, χωρίς ο δημιουργός να στέκεται τόσο στο κύρος και στην αληθοφάνεια των θεμάτων.

Απευθυνόμενος ο Berchet στους Ιταλούς συγγραφείς: «Να είστε της εποχής σας και όχι προηγούμενων, θαμμένων αιώνων. Να αρέσετε στο λαό σας. Ερευνήστε τη ψυχή του, ταΐστε τον με σκέψεις και όχι με αέρα κοπανιστό» . Η «λογοτεχνική πατρίδα» είναι η σύγχρονη και όχι εκείνη που γράφουν τα βιβλία του παρελθόντος, εκείνη που οι λόγιοι πρέπει να καταφέρουν να δημιουργήσουν στα βιβλία τους.

Κλείνοντας αυτή την αντιστοιχία χωρικών επαναστάσεων και λογοτεχνίας άφησα τελευταία την αναφορά στη λογοτεχνία του μοντερνισμού και του Φουτουρισμού. Χαρακτηριστικό τους η επαναδιαπραγμάτευση της σχέσης ανθρώπου, χώρου και χρόνου: καταλύονται τα συμβατικά όρια κρατών, ηπείρων, αλλά και της γης, καθώς και η σχέση του παρόντος με το μέλλον και το παρελθόν. Με άλλα λόγια, η ταχύτητα της μηχανής μετατρέπεται σε μνήμη τόπων και ανθρώπων, και ο χρόνος δεν ενέχει πλέον την έννοια της φθοράς. Για παράδειγμα, η γη και τα αστέρια γίνονται κουκίδες του σύμπαντος στο έργο του FILIPPO TOMMASO MARINETTI (1876-1944) «Στον Πήγασό μου» και το άπειρο -τόπος και χρόνος μαζί- το μέτρο:

«Πάνω στο ξέφρενο θεριό μου!/Αστέρια! αστέρια μου! Ακούτε/ τη βιασύνη των βημάτων του;…/ Ακούτε τη φωνή του, που θρυμματίζει η οργή…/ την εκρηκτική φωνή του, που ουρλιάζει, ουρλιάζει…/ και τη βροντή των σιδερένιων πνευμόνων του/ που καταρρέουν ορμητικά/ ατέλειωτα;…/ Δέχομαι την πρόκληση, ω άστρα μου!…/ Πιο γρήγορα!… Ακόμη πιο γρήγορα!…/ Χωρίς σταματημό, μήτε ανάπαυση!…/ Άφησε τα φρένα! Δεν μπορείς;/ Σπάστα, λοιπόν,/ ώστε ο σφυγμός της μηχανής να εκατονταπλασιάσει την ορμή του!/ Ζήτω! Μακριά απ’ αυτή την ακάθαρτη γη!/ Ξεφεύγω, τέλος, κι ευκίνητα πετώ,/ πάνω απ’ το μεθυστικό ποτάμι των άστρων/ που πλημμυρίζει το μεγάλο κρεβάτι τ’ ουρανού!»

Η ιδέα της τεχνολογίας και η εικόνα/λειτουργία της μηχανής γίνονται κομμάτι της «φύσης» και μέτρο των πραγμάτων, ειδικά για τον φουτουρισμό, και εντάσσονται στις δυνάμεις του σύμπαντος που ορίζουν την ύπαρξη και τη ζωή. Ο Φουτουρισμός ως ρεύμα ανακαινιστικό και πρωτοπόρο για την εποχή των αρχών του 20ού αιώνα καταγράφει τη χρήση της τεχνολογίας και πως μπορεί να αποτελέσει καθοριστικό παράγοντα ενοποίησης, φέρνοντας κοντά χώρες και ηπείρους. Η τεχνολογία το πέτυχε. Ο πολιτισμός το αναζητεί. Η νεωτερικότητα και η μετανεωτερικότητα είναι ένας νέος ανθρωπισμός. Η αναζήτηση αυτού του νέου ανθρωπισμού είναι ο στόχος του 21ού αιώνα γιατί «Ο νέος ανθρωπισμός πρέπει να έχει στο επίκεντρό του τον άνθρωπο που θέλουμε να είναι πάντα διανοούμενος» , αφού «χρέος της λογοτεχνίας είναι να χώνει τη μύτη της εκεί όπου αρχίζουν οι αποσιωπήσεις» και επειδή η λογοτεχνία «όπως η επιστήμη, είναι προφανώς δημιουργική, με την έννοια ότι παράγει κάτι που πριν δεν υπήρχε, δηλαδή επινοεί. Αλλά, όπως και η επιστήμη, δεν περιορίζεται σε αυτό, που είναι ήδη κάτι το εξαιρετικό: η λογοτεχνία ανακαλύπτει. Με την έννοια ότι αποκαλύπτει κάτι που υπήρχε ήδη αλλά εμείς δεν το γνωρίζαμε».