Πώς γίνεται το παγωμένο Δουβλίνο να πυρπολεί την έμπνευση;

ΑΠΟ ΤΗΝ ΓΕΩΡΓΙΑ ΔΡΑΚΑΚΗ

Καμία πόλη του κόσμου δεν έχει ένα πρόσωπο μόνο. Τα μάτια της, το στόμα της, η ανάσα και η μυρωδιά της έχουν τόσες απεικονίσεις όσοι είναι αυτοί που τις έχουν επισκεφτεί. Το Παρίσι του Γιάννη Σπανού. Η Αμερική της Μαρίκας Νίνου. Το Δουβλίνο του Μπέκετ, του Τζόυς…

Το δικό μου Δουβλίνο. Που το προσκάλεσα να έρθει μες στην ψυχή μου κι αυτό ήρθε αμέσως. Και κάθισε εκεί έξι νύχτες κι εφτά ημέρες. Κράτησα σημειώσεις για τις περισσότερες από αυτές. Στο κάτω κάτω,  τα καλύτερα πράγματα είναι αυτά που ζεις χωρίς να προφτάσεις ή να επιθυμήσεις να τα γράψεις.

Μέρα Τέταρτη:

Γλάροι παντού κι ένας κρώζει αδιάκοπα, τραγουδιστά και σαν θλιμμένος. Βγαίνει ο ήλιος για λίγο και συμβαίνει γιορτή. Πολλά γαλάζια μάτια, ξεγνοιασιά διάχυτη, ελαφρύς αέρας, νεκροί ιππότες που ανασταίνονται κάθε τόσο. Ανεβοκατεβαίνουν νερά, δρόμοι, γόνατα, μυρίζει παγωνιά και ψωμί με βούτυρο που οδηγεί τη γλώσσα σου να επιθυμήσει τσάι καυτό και κρέας τηγανισμένο. Συναντώ μετά από χρόνια αυτή την συνθήκη του βορρά που τινάζει το ένστικτο προς τα κάτω κι αποθεώνει το άυλο γιατί του δίνει όψη και σχήμα. Μες στο γρασίδι που μουχλιάζει υπομονετικά κι αγκρίνιαστα φωλιάζουν οι γεύσεις που είχαν τα φιλιά παλιών ερώτων – που έρωτες μείνανε – με δέρμα λευκό και κόκκινα κεφάλια. Λόγοι χαμόγελου και πράσινης στάσης προσοχής με παντελόνι στη μέση ψηλά.

Μέρα Πρώτη:

Μυρίζειμπίρα-δεν πίνω μπίρα. Ουίσκυ, πάλι, μου αρέσει πολύ. Ομολογώ πάντως, όχι όσο το αμερικάνικο μπέρμπον. Κρύο, υγρασία κι αυτές οι κόκκινες τραχιές πέτρες από τις οποίες είναι φτιαγμένα τα πάντα. Επαρχιώτες Άγγλοι με μεσογειακό ταμπεραμέντο. Ακριβά-καλά, όχι και τόσο. Swords: μια περιοχή με μαρίνα και σκάφη και μαγαζιά για καφέ και θαλασσινά. Φυσάει και κρυώνω. Τρώμε Irish breakfast που έχει φασόλια κονσέρβα σε σάλτσα τομάτας, τηγανιτά αυγά, λουκάνικα, μπέικον, λευκό και μαύρο pudding (παρασκεύασμα από ρύζι και αίμα χοίρου). Καφές αμερικάνο με λίγο γάλα. Με βγάζουν φωτογραφίες για το Insta οι φίλοι μου, οι Έλληνες, που δουλεύουν αεροσυνοδοί και προσπαθούν να ποτίσουν ευτυχία τη νέα τους πατρίδα να φυτρώσει στέριωμα και ηρεμία. Γαλήνη. Τους ζηλεύω με αγάπη και τους φαντάζομαι πάνω κάτω σπίτι-αεροδρόμιο. Ένα όμορφο σπίτι, στο οποίο με φιλοξενούν. Ανάβουμε καλοριφέρ το βράδυ και καταστρώνουμε τα πλάνα των επόμενων ημερών, στο εστέτ hometown του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, του Harry Potter και, φυσικά, του Game of Thrones.

Μέρα τελευταία:

Οι βαλίτσες μου τίγκα και μυρίζουν επιστροφή. Μερικά φτηνά δώρα από τα πωλητήρια των μουσείων που επισκέφθηκα, βασικά από το Trinity College και το James Joyce Centre. Αυτόν τον Οδυσσέα του πότε θα καταφέρω να τον τελειώσω;  Οι Ιρλανδοί λέει η Τσόλκα τον αναγνώρισαν μετά θάνατον-αν και αυτός ο ίδιος επέλεξε ούτως ή άλλως να περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του εκτός της πατρίδας του. Στο αεροπλάνο σκέφτομαι τα πολλά, πάρα πολλά bookshops που αναδίδουν αυτή την ασυναγώνιστα μεθυστική μυρωδιά χαρτιού παντρεμένου με μελάνι. Και τις πολλές galleries, διάσπαρτες σε όλη την πόλη. Και τον ποταμό Liffey, καλέ. Και το Long Room στο Trinity έγραψε μέσα μου. Από εκεί αποφοίτησαν πολλοί: ο Jonathan Swift (τα ταξίδια του Γκιούλιβερ), ο Bram Stoker (Κόμης Δράκουλας), ο θεός μου ο Oscar Wilde και-άκουσον, άκουσον!-ο Hozier (take me to church). Μες στις δεκάδες προτομές σπουδαίων κάτω από τα ράφια με τα ανεκτίμητης αξίας συγγράμματα, ο Όμηρος, ο Σωκράτης και ο Πλάτων μου δημιούργησαν ένα ρίγος συγκίνησης και υπερηφάνειας.

Μέρα δεύτερη:

Bunsen burger, πολύ νόστιμο με μια έντονη λαδοτηγανίλα στις πατάτες. Irish Tempe Bar με συνεχόμενη live μουσική και το άγαλμα του Joyce δίπλα στο οποίο φωτογραφίζονται με ταχείς ρυθμούς βιαστικοί τουρίστες. Βόλτα, βόλτα, βόλτα. Ένας πάρα πολύ όμορφος, ψηλός και σωματώδης Ιρλανδός ανάβει τσιγάρο έξω από μια παραδοσιακή pub. Με κοιτάζει που καπνίζω κι εγώ. Χαμογελάμε. Μεσαίωνας τριγύρω. Και χριστιανικά ίχνη που διαδέχθηκαν μια δυνατή, αιματώδη κέλτικη κουλτούρα, όλο παγανισμό και νεραϊδίσια φτερά, μαγεία και δάση σκοτεινά. Το Δουβλίνο είναι όλα αυτά. Μουσικοί του δρόμου, με μια κιθάρα και πολλή ψυχή. Μουσικοί και μπολσεβίκοι όλης της οικουμένης ενωμένοι. Μια Ιταλίδα με την Ιρλανδή ερωμένη της μας κάνουν αυθόρμητα παρέα σε ένα μπαρ που έχει ακάλυπτο με σόμπες. Επιτέλους, τσιγάρο στα ζεστά. Δεν υπάρχουν σερβιτόροι. Πας στο μπαρ, βουτάς το ποτό σου και βουρ στο τραπέζι που αν είσαι τυχερή έχεις προλάβει να καπαρώσεις. Βραδιάζει. Σχεδιάζουμε να μαγειρέψουμε κοτόσουπα στο σπίτι και κάνουμε μια στάση στα Tesco για προμήθειες. Με ένα εικοσάρικο πήραμε να φαν κι οι κότες.


Μέρα έκτη:

Μου στέλνουν από Ελλάδα για τον Pat Ingoldsby, τον Δουβλινέζο Βασιλιά των Ποιητή, την ψυχή της πόλης. Πουλάει λέει στους δρόμους τα ποιήματά του, αλλά λιγότερο τακτικά πλέον, λόγω ηλικίας. Δεν τον πετυχαίνω πουθενά, τον ψάχνω όμως και με γοητεύουν όσα διαβάζω. Να ένα χρήσιμο λινκ: https://www.facebook.com/Pat-Ingoldsby-My-poems-come-out-to-play-321894844619267/

Περπατάω με τους φίλους μου στους δρόμους, στα εμπορικά, νιώθω ασφάλεια, το κρύο μού ζωντανεύει το δέρμα, μου ξυπνά την κυκλοφορία, η επιθυμία μου για τσιγάρο είναι αισθητά μειωμένη. Καπνίζω, όμως, ένα μπροστά στην Molly Malone με τα χάλκινα ξεσκέπαστα στήθια. Ίσως η πιο διάσημη Ιρλανδή, με τα καλάθια και τα εμπορεύματά της, στάσιμη, αλλά σαν σε κίνηση αέναη: η ιστορία της αποτελεί ένα από τα πιο γνωστά «δημοτικά» ιρλανδικά τραγούδια. Όσο βραδιάζει, αισθάνομαι τυχερή που οι φίλοι μου έχουν αμάξι και δεν χρειάζεται να μπω στο express bus ή στο τραμ ή όπου… Αγαπώ τα ΜΜΜ, αλλά ένα διάλλειμα με αυτά που αγαπάς κάνει πάντα καλό, σωστά; Τριγύρω, ιραλνδική προφορά: γρήγορη, αβίαστη, χλωρή και αγγλοβλάχικη. Πιάνω ένα 70% αυτών που ακούω. Τρώμε γλυκά, φαγητά με σκόρδο, fish and chips, chicken wings σε καμιά pub, σούπες. Παχαίνεις εύκολα εδώ…

Την επόμενη φορά

Θα τιμήσω το Κάστρο του Δουβλίνου που μόνο απ’ έξω και πολύ βιαστικά θαύμασα τώρα και, προφανώς, τον εννιακοσίων ετών καθεδρικό του St Patrick. Το Μεσαιωνικό Δουβλίνο, του οποίου η καρδιά χτυπά ακριβώς εδώ, είναι πανέμορφο, απλώς αυτή την φορά είχα όρεξη για άλλα πράγματα, πιο «τώρα», πιο «δρόμος», πιο τεμπέλικα, με καφέ και ψώνια και αγκαλιές με τους φίλους μου. Κάπως έτσι, λοιπόν, δεσμεύομαι ότι θα επισκεφθώ και την Εθνική Πινακοθήκη του Δουβλίνου που έχει και δωρεάν είσοδο. Το κέντρο επισκεπτών της Guinness λίγο έξω από το κέντρο της πόλης δεν πιστεύω πως θα με ενδιαφέρει ούτε στην επόμενη επίσκεψή μου, αν και είναι must.

Θα ξαναπάω οπωσδήποτε στο Queen of Tarts  για τέλειο τσάι και γλυκά, στο Music Café για απρόσμενα jazz lives στο πατάρι και καυτή σοκολάτα με ξεφύλλισμα εφημερίδων στο ισόγειο και εννοείται πως θα τιμήσω τα bargains των penneys, που είναι ουσιαστικά τα Primark όπως τα ξέρουμε από άλλες ευρωπαϊκές πόλεις, αλλά… στην πατρίδα από όπου ξεκίνησαν!

Ο απολογισμός

Πέρασα τέλεια μια εβδομάδα με περίπου 300 ευρώ, αν και οι φίλοι κερνούσαν τακτικότατα, ενώ τρώγαμε πάντα βραδινό στο σπίτι. Το Δουβλίνο δεν είναι όσο ακριβό μου το παρουσίαζαν κάποιοι, ούτε βέβαια θεωρείται και η πιο οικονομική επιλογή. Θεωρώ ότι θα περνούσα εξίσου καλά και λιγότερες μέρες, δηλαδή ίσως την επόμενη φορά έρθω για ένα τριήμερο. Πήραν φωτιά τα δάχτυλά μου κι όλο σημείωνα σκέψεις και φράσεις. Είναι η πόλη των ποιητών, των συγγραφέων, των μουσικών. Ζητά κασκόλ και στριφτό τσιγάρο, ζητά γάντια και χάρτινες σακούλες φορτωμένες με βιβλία. Φλιντζάνια αχνιστού τσαγιού και σημειωματάρια με μολύβια μαλακά μέσα. Οι ομιλητικοί ντόπιοι, οι πανέμορφοι πεζόδρομοι, η μυρωδιά φαγητού που ψητοτηγανίζεται ενεργοποιούν ένα αίσθημα ευ ζην εδώ πέρα. Όλα πηγαίνουν ρολόι, με έναν τρόπο. Επικρατεί αρμονία και χαρά. Δεν ξέρω αν έχω αισθανθεί έτσι ξανά σε κάποιον άλλον μακρινό από την Ελλάδα τόπο. Αγάπησα Δουβλίνο πολύ. Στο επαναταξιδεύειν, λοιπόν, για έξτρα πυρπολημένες εμπνεύσεις μες στην παγωμένη καταχνιά του.

Η φωτογραφίες είναι της Γεωργία Δρακάκη