Η Ομόνοια, στο καιρό μου, ήταν η πλέον πολύπαθη και αλλόκοτη πλατεία! Εκεί, που δίναν ραντεβού οι επαρχιώτες, μπροστά απ του Μπακάκου και που τρέχαμε για τις κυριακάτικες εκδόσεις των εφημερίδων ξημερώματα, μετα από ξενύχτια. Εκεί, που πηγαίναμε να στρώσουν τα στομάχια μετα από μεγάλες κραιπάλες και νύχτες όλο αλκοόλ. Εκεί, που χε τα λαϊκά σινεμά των μοναχικών και στις τουαλέτες στον υπόγειο που αναζητώντας επαφή γενιές ανδρών ανάπτυσσαν κώδικες, άλλους και διαφορετικές τακτικές απ τον απάνω κόσμο, για τα δικαιώματα της σάρκας.

Εκεί, γραφεία εφημερίδων, εμβληματικών στην ζωή της χώρας. Εκεί, βοή, κόσμος, φτηνά μαγαζιά, περίπτερα με τσόντες κρεμασμένες στα σχοινάκια, επαίτες, βιαστικοί φοιτητές για το Πανεπιστήμιο και για τα ΤΕΙ για τα λεωφορεία στη Κουμουνδούρου.

Δεν ήταν Εξάρχεια, η Ομόνοια, δηλαδή πλατεία για τα κινήματα, τους καλλιτέχνες, τους φοιτητές, τα ψαγμένα μαγαζιά και την οργή. Δεν ήταν Κολωνάκι για τους λίγους, τους τυχερούς, τους πλούσιους και τους μοδάτους. Δεν ήταν Φωκίωνος Νέγρη ή απ τις πλατείες των συνοικιών που φλέρταρε η εφηβεία μας και παίζανε παιδιά με ποδήλατα πάνω σε βοηθητικές ρόδες. Η Ομόνοια ήταν ανωνυμία, νύχτα, περιθώριο, πόθος, απαγορευμένοι καρποί, ανωνυμία. Κι ύστερα, ήρθαν εκείνοι με τις τρυπημένες φλέβες, οι σκιές απ τον Άδη, που δεν περάσαν τον Αχέροντα και κάναν τους δρόμους γύρω της, θλίψη.

Η Ομόνοια ήταν πολύπαθη και στην μορφή της. Κεντρική στην Αθήνα, πότε είχε σιντριβάνια βρώμικα, που δεν ανοίγανε και μέσα τους κολυμπούσαν γόπες, μετα ένα σκονισμένο μοντέρνο, έρμο άγαλμα, μετα μπετόν κατακλυσμιαίο σα να άνοιξε η γη σε ρήγματά και να μας κατάπιε μέσα, ύστερα ένα τρισάθλιο γκαζόν, μαδημένο και αξιολύπητο. Τώρα ανοίξανε ξανά τα σιντριβάνια της!

Και χαιρετίστηκε η κίνηση της επιστροφής στα σιντριβάνια σκανδαλωδώς! Ο δήμαρχος, πολιτικοί, δημοτικοί σύμβουλοι, υπεύθυνοι επικοινωνιολόγοι, απαραίτητοι στους συγχρόνους κομματικούς σχηματισμούς -που τα κάνανε εν προκειμένω σκατά- οπαδοί, περαστικοί, αργόσχολοι, μαζευτήκαν να δουν το σιντριβάνι να ανοίγει σε μια επίσημη φιέστα με τον COVID19 να καραδοκεί να κατασπαράξει σάρκες. Άφαντες οι μάσκες, ανύπαρκτες οι υποχρεωτικές πια κοινωνικές αποστάσεις, καμία προφύλαξη. Ο συμπαθής, νεαρός, αγαπητός δήμαρχος Αθηναίων κύριος Μπακογιάννης εν τω μέσω του πλήθους, στέκονταν χαρούμενος για μια Αθήνα που προσπαθεί να την ομορφύνει και έκανε δηλώσεις στις κάμερες. Την ίδια ώρα σε άλλες πλατείες της ίδιας πόλης, τα ΜΑΤ χτυπάνε εφήβους που συναντιούνται στα παγκάκια, να μιλήσουν, λάθος, αλλά και προσπάθεια απόδρασης απ την ασχήμια μιας λουλουδιασμένης νιότη που ασφυκτικά στην απομόνωση. Για ένα χαμόγελο, όχι για πολλές φωτογραφίες και επικοινωνιακή χρήση στα ΜΜΕ! Δυο μέτρα και δυο σταθμά, για άλλη μια φορά. Άλλη η επιδημία για την εξουσία, άλλη για τον λαό! Άλλο πράγμα οι φιέστες για τους αρχηγούς και άλλο οι συναντήσεις για τον κόσμο.

«Τα άκουσα κανονικά. Και όταν τα ακούς, δεν κρύβεσαι, συζητάς και παραδέχεσαι το λάθος», έγραψε στο Facebook ο Κώστας Μπακογιάννης, που μίλησε στους τηλεοπτικούς σταθμούς για το άνοιγμα της πλατείας την Πέμπτη. Προς τιμήν του, για άλλη μια φορά, σωστός και υπεύθυνος, αλλά το γεγονός δεν αλλάζει! Υπάρχει μια ισότητα αλλά είναι über alles στην χώρα! Και οι νόμοι; Τα ΜΑΤ; Ο Χαρδαλίας; Ο Τσιόδρας; Οι προειδοποιήσεις; Οι απαγορεύσεις; Οι μάσκες; Τα πρόστιμα; Οι άδειες μέσω κινητού; Οι απαγορεύσεις για κόσμο μαζί, σε θέατρα, σινεμά, καφέ; Αυτό που έλεγε ο Ανατόλ Φραντς τότε εκεί και τώρα εδώ και παντού, μουγγρίζει φωσφοριζέ αλήθεια, μα «…φυσικά και είμαστε όλοι ίσοι απέναντι στο νόμο. Απαγορεύεται το ίδιο, τόσο στους πλούσιους όσο και στους φτωχούς, να κοιμούνται κάτω από τις γέφυρες, να ζητιανεύουν και να κλέβουν ψωμί»!

