Ο Φοίβος Γκικόπουλος γράφει για την επιστροφή στα «αποτυχημένα» βιβλία

ΑΠΟ ΤΟΝ ΦΟΙΒΟ ΓΚΙΚΟΠΟΥΛΟ

Για μένα ένα από τα πιο γνωστά «αποτυχημένα» βιβλία (με την έννοια που έδωσα σε προηγούμενο σημείωμά μου), θα έλεγα μάλιστα ο πρωταθλητής του είδους, είναι το Finnegan’s Wake του Τζόις. Μου φαίνεται τόσο «αποτυχημένο» που δεν καταφέρνεις ούτε να το διαβάσεις. Στη θέση του διαβάζεις τα σχόλια (τις διάφορες ερμηνείες, ανακατασκευές και δηλώσεις προθέσεων που διαχέονται από την ελάχιστη αλλά τόσο σθεναρή παράταξη των ειδικών περί Τζόις). Έτσι μ’ αυτό το βιβλίο πραγματοποιείται σε μεγάλο βαθμό το κλασικό παράδοξο του «αποτυχημένου» βιβλίου μέχρι το σημείο να προτιμούν αυτά που γράφονται πάνω στο κείμενο από αυτά που είναι γραμμένα μέσα στο κείμενο. Για να καταλάβουμε πόσο «αποτυχημένο» είναι το Finnegan’s Wake αρκεί να το συγκρίνουμε με το Ulysses, και ακριβώς συγκρίνοντας σε σχέση μ’ αυτό, ένα από τα πιο εμφανή χαρακτηριστικά της αποτυχίας του φαίνεται να βρίσκεται στην τεράστια και υπερτροφική ανάπτυξη της γλώσσας που δεν χρησιμοποιείται ως μέσο επικοινωνίας (καλλιτεχνικής) αλλά ως ύλη, όχι πια ως σημαίνον και σημαινόμενο αλλά ως σημείο και ήχο. Με άλλους όρους δεν έχει πια σημασία αυτό που λέει η γλώσσα, ενώ στο Ulysses  έχει σημασία.

Από τότε αυξήθηκε ο αριθμός των συγγραφέων που πιστεύουν ακράδαντα ότι οι λέξεις είναι ήχος, αλλά δεν είναι απόλυτα σίγουροι πως έχουν και κάποιο νόημα: κατά τι γνώμη μου όλοι αυτοί δεν μπορούν παρά να γράψουν, στη καλύτερη περίπτωση, «αποτυχημένα» βιβλία. Στο Finnegan’s Wake η καταχρηστική ανάπτυξη της γλώσσας ως ύλη καταλήγει θανάσιμο αμάρτημα στο βαθμό που η διαδικασία αναπαραγωγής των λεκτικών κυττάρων μοιάζει με τα βιολογικά που κατακλύζουν και σκοτώνουν τον οργανισμό. Αλλά κάθε «αποτυχημένο» βιβλίο θα έπρεπε να αντιμετωπίζει κάποιον θανάσιμο κίνδυνο. Έχω ήδη σημειώσει ότι κάθε «αποτυχημένο» βιβλίο εμπλουτίζεται με μια ιδεολογία, με μια ποιητική, με μια σειρά από προθέσεις, που στην πραγματικότητα δεν εκφράζονται καλλιτεχνικά μέσα στο κείμενο, αλλά το περιτριγυρίζουν, και δηλώνονται αλλού από τον συγγραφέα. Ο ίδιος ο Τζόις πρότεινε πώς θα πρέπει να διαβάζονται τα βιβλία του. Το ότι το Ulysses θα έπρεπε να διαβαστεί ακολουθώντας τη γραμμή της Οδύσσειας, αρκούσε ο τίτλος, αλλά όλες οι αντιστοιχίες και οι αναλογίες κεφάλαιο με κεφάλαιο, ήταν ο Τζόις που συνιστούσε τα ερμηνευτικά σχήματα του έργου του. Και μέσα από αυτά η ανάγνωση κατέληγε σε μια εγκατάλειψη στην απόλαυση του κειμένου.

Όταν ο συγγραφέας παραμένει σιωπηλός, είναι ο κόσμος της διανόησης γύρω του να χτυπά τις γκρανκάσες των προθέσεών του. Ποιος δεν υπήρξε πιο διακριτικός από τον Κάφκα; Ποιος περισσότερο από αυτόν δεν θέλησε να μείνει στη σκιά και ξεχασμένος για πάντα; Κι όμως, ακόμη κι αυτός, ο μυστηριώδης, ο απόκρυφος, με τις επιστολές του, με τα μυστικά του ημερολόγια (που ήταν από τον ίδιο προορισμένα στην πυρά μαζί με όλο του το έργο), με τις αισθηματικές και συζυγικές του περιπέτειες, ακούσια πρόσφερε ένα εκπληκτικό υλικό, εισαγωγή στα βιβλία του,  που χωρίς αυτό δεν μπορούμε να φανταστούμε με ποιο τρόπο θα τα διαβάζαμε δίχως να αντιλαμβανόμαστε τη ζωή του και το θάνατό του. Όμως ένα πράγμα είναι σίγουρο: ο Ντοστογιέφσκι και ο Τολστόι και πολλοί άλλοι συγγραφείς βιβλίων που θεωρώ «πετυχημένα» έγραψαν κι αυτοί ημερολόγια, δηλώσεις προθέσεων, πολιτικά ή πνευματικά μηνύματα∙ και αυτών η ζωή και οι οικογενειακές ιστορίες, οι έρωτες και οι φυγές, είναι όλα γνωστά και μιλάμε γι’ αυτά. Κι όμως δεν επηρεάζουν στο ελάχιστο την ανάγνωση των βιβλίων τους. Οι αδελφοί Καραμαζώφ, το Πόλεμος και ειρήνη, είναι «πετυχημένα» γιατί μας διηγούνται όλα εκείνα που πρέπει να μας πουν, αρκούνται στο περιεχόμενό τους, και κανένα «ημερολόγιο του συγγραφέα» και καμιά «εξομολόγηση» δεν είναι ικανά να τα εμπλουτίσουν. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με τα «αποτυχημένα» βιβλία του Κάφκα.

Κι απ’ τη στιγμή που μιλώ γι’ αυτόν δηλώνω αμέσως ότι ένα άλλο χαρακτηριστικό του «αποτυχημένου» βιβλίου είναι μια κάποια μη ολοκλήρωση, είτε εσωτερική (σαν η σελίδα να μην γεμίζει ποτέ), είτε μια πραγματική μη ολοκλήρωση, εκείνη που δεν φτάνει ποτέ στο τέλος. Διακόπτεται Ο Πύργος, διακόπτεται η Αμερική, και με τον ίδιο τρόπο διακόπτονται Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες του Μούζιλ ή το Μπέρδεμα του Γκάντα. Δεν είναι όλα τα ανολοκλήρωτα ή ημιτελή βιβλία «αποτυχημένα»: Οι νεκρές ψυχές του Γκόγκολ είναι ένα ημιτελές βιβλίο αλλά πετυχημένο, γιατί πριν ακόμη από το τέλος, μας είπε όλα όσα έπρεπε να μας πει. Ενώ ένα «αποτυχημένο» βιβλίο, ημιτελές ή όχι, αφήνει πάντα τα πράγματα μετέωρα. Ένα από τα κοινά χαρακτηριστικά σχεδόν όλων των «αποτυχημένων» βιβλίων, είναι η απόλυτη επικράτηση του ύφους και του ρόλου που αναλαμβάνει. Όταν κάποιος διαβάζει Ντοστογιέφσκι ή όταν διαβάζει Τολστόι, δεν σκέφτεται το ύφος, μπαίνει σ’ έναν κόσμο∙ μας κυριεύει ο ρυθμός της αφήγησης, κι αυτός ο ρυθμός είναι το ύφος του Ντοστογιέφσκι, είναι το ύφος του Τολστόι.

Στον Φλωμπέρ και στον Σταντάλ αντιλαμβανόμαστε το ύφος, ένα ύφος απαλό, ώστε να φαίνεται φυσιολογικό όπως ο χτύπος των φτερών ενός πουλιού που πετάει. Τελικά είναι ένα ύφος που φαίνεται, προγραμματικό, που εκτίθεται, και που κάνει πάντα εμφανή τη βαρύτητά του. Τα «αποτυχημένα» μυθιστορήματα, εκτός από μερικές σπάνιες περιπτώσεις, είναι γραμμένα σ’ αυτό το προφανές ύφος. Για ένα «αποτυχημένο» μυθιστόρημα άξιο αυτού του ορισμού, το ύφος δεν θα είναι ποτέ ένα καταφύγιο, θα πρέπει πάντα να υπάρχει ο κίνδυνος της αποτυχίας, που τελικά αποφεύγεται. Ο Φώκνερ έλεγε ότι το μόνο μέτρο για να κρίνεις ένα βιβλίο ήταν η σημασία της αποτυχίας του: «Για μένα ο Χέμινγουεϊ ποτέ δεν τόλμησε να βγει έξω από τα όρια εκείνων που σίγουρα ήταν ικανός να κάνει, για να διακινδυνεύσει την αποτυχία. Αυτό που έκανε το έκανε θαυμάσια… αλλά για μένα το να αποτύχεις είναι πιο σημαντικό». Με τον τρόπο του, ακόμη και ο Φώκνερ προσπαθούσε να ορίσει στη βάση αυτού του κινδύνου την κατηγορία των βιβλίων που ονόμασα «αποτυχημένα». Από αυτή την ένταση γεννιέται το ύφος των «αποτυχημένων» βιβλίων που μετράνε.

Χρειάζεται θάρρος για να μην κρυβόμαστε πίσω από την θεωρία που δικαιολογεί την ανικανότητα της αφήγησης. Χρειάζεται θάρρος για να αρνηθούμε το εύκολο καταφύγιο του ύφους, την εύκολη φωλιά της φόρμας, και να περιηγηθούμε έξω, στον μεγάλο και επικίνδυνο κόσμο των πραγμάτων και των γεγονότων, να εκτεθούμε στον κίνδυνο της αδυναμίας να συλλάβουμε την ατέλεια και την αναποτελεσματικότητά τους, να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε την αδύνατη γλώσσα τους. Καλύτερα, πολύ καλύτερα το «ύφος», καλύτερα η παγίδα της λογοτεχνίας, ακόμη κι αν ούτε ένα φύσημα του αέρα, ούτε ένας πόνος ή μια χαρά δεν θα κυκλοφορούν ποτέ σε τέτοια βιβλία.

Καταλήγοντας: το μοναδικό αληθινό ύφος είναι εκείνο που «η στρατηγική της γραφής συγκρίνεται με την ποιότητα της έμπνευσης» (Μπόρχες). Μ’ άλλα λόγια, γιατί πρέπει ν’ ασχοληθούμε (με το ύφος) αν δεν αξίζει και τόσο τον κόπο, κι εκείνο που επιτυγχάνουμε είναι ασήμαντο, ή είναι μόνο η παρουσίαση μιας διαδικασίας; Το ύφος των «αποτυχημένων» βιβλίων αναγνωρίζεται από το γεγονός ότι δεν είναι ποτέ γραμμένα μόνο για τον εαυτό τους.