Νατάσα Κάμπους: ένα βιβλίο για τον εκφοβισμό στον κυβερνοχώρο για εκείνο το κορίτσι που βασανίζεται ξανά

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΤΣΟΛΚΑ

Το άσπρο και το μαύρο μπορεί να υπάρχουν παντού στην φύση αλλά όχι στις ανθρώπινες ζωές. Λίγο ξάσπρισμα εδώ, κάποιο λέρωμα απ την άλλη και η απολυτότητα του μη χρώματος, είναι οριστική. Το κορίτσι που το σκοτάδι τύλιξε, μόλις σε ηλικία 10 χρόνων, στις 2 Μαρτίου του 1998, ενώ πήγαινε στο σχολείο, για να ζήσει με τον διαταραγμένο απαγωγέα του, 8 χρόνια και μισό, χτισμένη σε ένα υπόγειο, μπορεί, πια, να μιλάει κοιτώντας τους ανθρώπους στα μάτια και να κυριαρχείται από δύναμη για επιβίωση. Είδα ξανά αυτές τις μέρες της καραντίνας, εκείνη την ταινία για την Νατάσα Κάμπους, τη μεταφορά του βιβλίου της, «3096 ημέρες» από τη Σέρι Χόρμαν, με τις ηθοποιούς Αμέλια Πίτζεον και Αντονία Κάμπελ-Χιους για την παιδική και την εφηβική ηλικία αντίστοιχα. Το 2019 κυκλοφόρησε και άλλο ένα βιβλίο για το cyberbullying! Στα 32 της χρόνια, πια, έμαθε πως η σκοτεινιά των ανθρώπων έχει πολλές αβύσσους και ο εκφοβισμός στον κυβερνοχώρο, μετά απ τα όσα είχε περάσει την έκανε να μην βγαίνει από το σπίτι. Κατάγγειλε επανειλημμένα στην αστυνομία, τις απειλές για την ζωή της, άλλα δεν έκαναν τίποτα. Ω! Πόσο αλήθεια σκοτάδι εντός μας…

Η ιστορία της έχει όλα τα αρχετυπικά στοιχειά της μύησης. Μια φορά και έναν καιρό, ένα κοριτσάκι, μόλις 10 ετών, ξεκίνησε για πρώτη φορά να βγει στο δρόμο χωρίς τη μαμά του για να πάει σχολειό. Όχι δε φορούσε κόκκινη κάπα και ούτε και κρατούσε καλαθάκι με μηλόπιτα για να πάει στην γιαγιά της, αλλά μια τσάντα με σχολικά βιβλία. Συνέτισε το δικό της λύκο της, μέσα σε ένα φορτηγάκι. Ήταν η πρώτη προσπάθεια της να υπάρξει στον μεγάλο κόσμο. Και η «γιαγιάκα» είχε μεγάλα δόντια μη κάνοντας καμία προσπάθεια να τα κρύψει! Ο Πρίκλοπιλ, ο απαγωγέας της, ηλεκτρονικός το επάγγελμα, την κρατούσε έγκλειστη σε ένα υπόγειο-φυλακή επί οκτώμισι χρόνια, 3096 μέρες, οπότε η Κάμπους διέφυγε από εκεί και παρουσιάστηκε σε ένα αστυνομικό τμήμα. Ο Πρίκλοπιλ διαπιστώνοντας την απόδρασή της αυτοκτόνησε πέφτοντας στις γραμμές ενός διερχόμενου τρένου. Η μικρή στάθηκε στο αστυνομικό τμήμα έντρομη. Στην αρχή δεν την πίστευαν. Είχαν πάψει να ψάχνουν. Δεν την περίμενε κανείς! Ούτε εκείνη η μάνα που την άφησε να πάει σχολειό μόνη της! Η μεγάλη, ελεύθερη κανονικά, αλλά ποιος ξέρει τι δεσμά έχει πάντα στη ψυχή της, Νατάσα Κάμπους, είχε πάει προσκεκλημένη του δημοσιογράφου Γκίντερ Γιάουχ στο τηλεοπτικό δίκτυο ARD. Εκεί, παραδέχτηκε ενώπιον σχεδόν 5 εκατομμυρίων τηλεθεατών πως είχε βιαστεί επανειλημμένα. Μέχρι εκείνη τη στιγμή η 25χρονη κοπέλα αρνούνταν να σχολιάσει τη πιθανή σεξουαλική σχέση που είχε αναπτυχθεί ανάμεσα στην ίδια και τον απαγωγέα της. Ήταν για αυτή το τελευταίο σωσίβιο της, η σχεδία της για ιδιοτηκότητα. Και πάει! Σε μια ζωή που δεν της ανήκει ποτέ. Πριν γιατί ο σαδιστής, κολοβωμένος ψυχικά απαγωγέας δεν της επέτρεπε ζωή. Και τώρα για τα μίντια, η κοινή γνώμη, ο μεγάλος εκείνος, τεράστιος κόσμος, πέρα απ την αυλή της παιδικότητας, καραδοκεί για λεπτομέρειες και τη δημοσιότητα τους, έχοντας την χρήσει διάσημη. Στη εκπομπή, που η Κάμπους δέχτηκε να πάει με αφορμή τα γενέθλιά, κάποια στιγμή προβλήθηκαν σκηνές από βιασμό όπως τον έδειχνε η ταινία. Η νεαρή γυναίκα, αφέθηκε να δακρύσει. «Θέλετε με την ταινία αυτή να πείτε στο κοινό: «Αυτά έγιναν με αυτό το τρόπο»;», τη ρώτησε ο δημοσιογράφος για να πάρει μια μονολεκτική απάντηση και χαμηλωμένα μάτια: «Ναι».

Ζει πλέον στη Βιέννη και είναι 32 ετών. Σε παλιότερη συνέντευξη της, στην Suddeutsche Zeitung, είχε παραδεχτεί πως υποφέρει από κρίσεις πανικού, έχει αγοραφοβία και προτιμά να ζει σαν ερημίτης. Τα δημοσιεύματα λένε πως δεν βγαίνει παρά σπάνια απ το μικρό διαμέρισμά της και ζει όπως είχε μάθει ως όμηρος στα χέρια του απαγωγέα της. Έλεγε, πως αποφεύγει να κυκλοφορεί, γιατί από τη μια της ζητούν αυτόγραφα και τη φωτογραφίζουν συνεχώς κι από την άλλη την προσβάλλουν. Πως; Πως βρίσκουν να προσβάλουν αυτό το πλάσμα που καλείται να ζήσει στον κόσμο, επιστρέφοντας στα 10 του χρόνια και πιάνοντας το νήμα από κει; Κάποιοι της λένε ότι πρέπει να γυρίσει στο υπόγειο που ήταν κλεισμένη και άλλοι τη χαρακτηρίζουν χρυσοθήρα, επικαλούμενοι τη μικρή περιουσία που έχει κερδίσει χάρη σε συνεντεύξεις και πνευματικά δικαιώματα, αν και έχει δωρίσει ένας μέρος της σε φιλανθρωπίες. «Πρέπει συνεχώς να υπερασπίζομαι τον εαυτό μου», είπε η ίδια, ομολογώντας σπαρακτικά ότι κάποιες φορές έφτασε να νοσταλγεί την ασφάλεια της φυλακής της: «Στο κελάρι μου ήμουν ήρεμη, αυτάρκης και πλήρης. Σήμερα νιώθω σαν να μου έχουν στερήσει την ικανότητα να είμαι ο εαυτός μου». Και εκεί ο εχθρός ήταν ένας. Τώρα; Όλο το κοινό που δίψα για πληροφορία, χρήζει θύτες και θύματα, αλλάζει συναισθήματα ανάλογα την μουσική στα ρεπορτάζ των ειδήσεων, είναι εν δύναμη εχθροί και κριτές, φυσικά. Και το διαδίκτυο γινεται φίδι και συρίζει διχαλωτά το φαρμάκι του. Στην αρχή η Νατάσα τρόμαξε πάλι πως θα χτιστεί ζωντανή σε νέα φυλακή. «Δεν ήθελε να ακούσει κανείς από μένα ότι δεν υπάρχει απόλυτο Κακό, ότι δεν υπάρχει καθαρό μαύρο και άσπρο» λέει δικαιολογώντας το ότι για μεγάλο διάστημα, είτε από φόβο, είτε από συνηθείας, ή από υπερπροσπάθεια διάσωσης της αξιοπρεπείας δεν έκανε το χατίρι στο μεγάλο, παγκόσμιο κοινό, να του πει λεπτομέρειες η αν προδώσει απόλυτη σημαντικότητα στο πρόσωπο του απαγωγέας της. «Σίγουρα, ο δράστης μού είχε κλέψει την παιδική μου ηλικία, με είχε φυλακίσει και βασανίσει _ αλλά, παρ’ όλα αυτά τα κρίσιμα χρόνια ανάμεσα στα έντεκα και στα δεκαοχτώ μου, ήταν το μοναδικό πρόσωπο αναφοράς μου. Μέσω της απόδρασής μου δεν είχα μόνο απελευθερωθεί από τον βασανιστή μου, είχα χάσει και έναν άνθρωπο ο οποίος αναγκαστικά ήταν πολύ κοντά μου».

Στο βιβλίο της, που μπόρεσε να γράψει σε ηλικία 22 ετών, τέσσερα χρόνια μετά την δραπετεύω της, σημειώνει για εκείνον πως της έλεγε πως «πάντα ήθελα να έχω μια σκλάβα». Προσπαθούσε να την κάνει να χάσει την ταυτότητά της, λέγοντάς της: «Δεν είσαι πια η Νατάσα. Τώρα μου ανήκεις». Τη διέταξε να διαλέξει ένα άλλο όνομα. Εκείνη διάλεξε το «Βιβιάνα»- το είχε δει σε ένα ημερολόγιο με ονόματα αγίων. Είχε εγκαταστήσει ένα σύστημα με μεγάφωνα απ΄ όπου στον ίδιο τόνο, ακουγόταν η προσταγή του: « Υπάκουσε, υπάκουσε, υπάκουσε…». Άφηνε το κορίτσι χωρίς τροφή για ημέρες και το υποχρέωνε να κυκλοφορεί ημίγυμνο, ώστε να μην αποδράσει. Όταν έγινε 16 ετών, η όμηρος ζύγιζε λιγότερο από 38 κιλά και είχε προσπαθήσει να αυτοκτονήσει αρκετές φορές. Ο Πρικλόπιλ την απειλούσε: «Αν επιχειρήσεις να ζητήσεις βοήθεια θα ανατινάξω όλο το δωμάτιο».

Το μικρό κορίτσι προσπαθούσε να επιβιώσει μην εξαγριώνοντας τον κακό λύκο. Με τα χρόνια απόψε να περιμένει βοήθεια απ τον καλό κυνηγό και το ντουφέκι του. Ήταν μόνη της. Έμαθε και μόνη της.  Μεταξύ άλλων την υποχρέωνε να τον αποκαλεί «Αφέντη μου», να γονατίζει μπροστά του, να τον αγκαλιάζει με τα χέρια δεμένα με χειροπέδες όταν κοιμόταν μαζί του. Της έλεγε ακόμα, πως οι γονείς της την σιχαίνονταν και αρνήθηκαν να πληρώσουν χρήματα για αυτήν. Πως μόνο αυτόν είχε να νοιάζεται για εκείνην. Στο χωρίς παράθυρα μπουντρούμι υπήρχαν ένα μεταλλικό κρεβάτι, μια τουαλέτα και ένας νεροχύτης. Μετά το πρώτο εξάμηνο η Κάμπους τον παρακάλεσε να την αφήσει να ανέβει πάνω για να κάνει ένα κανονικό μπάνιο. Όπως λέει: « Με διέταξε να τον ακολουθήσω. Τότε ανακάλυψα πως η πόρτα που οδηγούσε «επάνω» ήταν μια τερατώδης κατασκευή από ενισχυμένο σκυρόδεμα. Ήμουν θαμμένη σε τσιμέντο».

Συνέχισε να τηρεί, αυτό το παιδί με την ταραγμένη, όλο φόβο και απομόνωση ψυχή, σιωπή, για πολλά θέματα. Έτσι μόνο στους ειδικούς που την παρακολουθούν ομολόγει πως την κτυπούσε τόσο άσχημα που μετά βίας μπορούσε να περπατήσει. Όταν ήταν κτυπημένη και μελανιασμένη, μετά προσπαθούσε να της απαλύνει τον πόνο και να την εξευμενίσει. Όμως, έπαιρνε τη φωτογραφική μηχανή του και την φωτογράφιζε για να της θυμίζει πόσο πολύ θα πονούσε ξανά αν δεν τον υπάκουε. Την είχε προειδοποιήσει ότι οι πόρτες και τα παράθυρα του σπιτιού ήταν παγιδευμένα με εκρηκτικά. Υποστήριξε επίσης ότι οπλοφορούσε και ότι θα σκότωνε πρώτα εκείνη και στη συνέχεια τους γείτονες αν προσπαθούσε να δραπετεύσει. Μέχρι την ταινία λοιπόν, η ίδια δεν αναφερόταν στο αν ήταν μόνιμο θύμα βιασμού από τον απαγωγέα της ή, κάποια στιγμή, αναγκάστηκε να υποκύψει και όλα γίνονταν με τη θέληση ή τουλάχιστον την ανοχή της. «Δεν πρόκειται να γράψω γι’ αυτό το κομμάτι της φυλάκισής μου- είναι το τελευταίο κομμάτι ιδιωτικής μου ζωής που μου απομένει και θέλω να το κρατήσω για τον εαυτό μου, αφού η ζωή μου κατακερματίστηκε σε τόσες αναφορές, ακροαματικές διαδικασίες, φωτογραφίες. Θα πω όμως το εξής: οι δημοσιογράφοι των φυλλάδων έπεσαν έξω στη λαχτάρα τους για εντυπωσιασμό. Ο δράστης ήταν από πολλές απόψεις ένα κτήνος και πολύ πιο φρικτός από ότι μπορεί κανείς να φανταστεί. Αλλά, από τη συγκεκριμένη άποψη δεν ήταν έτσι. Όταν με έδενε πάνω του τις νύχτες δεν επρόκειτο για σεξ. Ο άντρας που με χτυπούσε, που με κλείδωνε στο μπουντρούμι και με άφηνε να πεινάσω, ήθελε μόνο να κουρνιάσει σε μια αγκαλιά. Υπό τον έλεγχό του δεμένη με τις πλαστικές του χειροπέδες, ήμουν κάτι από το οποίο κρατιόταν σφιχτά τη νύχτα». Με λίγα δάκρυα στα μάτια, λοιπόν, μερικά χρόνια μετά, είδε τις σκηνές απ τον πρώτο βιασμό της στην ταινία. Μπορούσε πια αυτό και να το αντέξει. Η να μάθει να το αντέχει…  

Και η σκληρότητα; Το κομμάτιασμα της σάρκας αυτής της γυναίκας – παιδί; Όταν σε εκείνο το υπόγειο πίστευε για τον κόσμο έξω που θα τη λύτρωνε; Διάψευση του ήρθε με την στιγμή που μάζεψε κουράγια για να δραπετεύσει. Πήδηξε από μάντρες. Χώθηκε σε κήπους. Ούρλιαζε στην γειτονιά για βοήθεια και σφάλιζαν παράθυρα. Κανείς δεν υπήρχε για εκείνην. Στα 8,5 χρόνια, έμαθε. Και συνεχίζει να μαθαίνει. Μόνο που τώρα, έρχεται ιώδιο για τις πληγές της, η σοφία: «Η πράξη της συγχώρεσης με έκανε πιο δυνατή από την εμπειρία που είχα ζήσει και μου έδωσε την δυνατότητα να επιβιώσω. Αγαπώ την ελευθερία μου και δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα εκτός από αυτήν…». Αυτην την ελευθερία έδειξε πως αγωνιά να προασπίσει με το νέο της βιβλίο! 14 χρόνια τώρα δέχεται καθημερινά βροχή μηνυμάτων μίσους.

«Ψόφα». «Γύρνα πίσω στο μπουντρούμι σου». «Έτσι όπως είσαι τι ελευθερία θες; Πέθανε καλύτερα». Στην αρχή κρύφτηκε. Μετά βρήκε τι διέξοδο της στο βιβλίο για το cyberbullying, πως νιώθει το θύμα και πως μπορεί να προφυλαχθεί. Δουλεύει καθημερινά τη σχέση της με τις μεγαλύτερες αδελφές της, την Σαμπίνα και την Κλόντια και με τη μαμά της, την Μπριγκίτα. Αισθάνεται ευτυχία όταν κάνει ιππασία. Της δόθηκε το σπίτι του απαγωγέα της μετά την αυτοκτονία του. Δεν το θέλει. Της θυμίζει τη φρίκη, το φόβο, την αγωνία, τους βιασμούς, το ξύλο, την εγκατάλειψη κάθε ελπίδας. Θέλησε να το πουλήσει σε έναν οργανισμό για φιλοξενία προσφύγων. Δεν της το επέτρεψε το δημοτικό συμβούλιο της πόλης. Πληρώνει φόρο, ρεύμα, νερό, όλα τα βάρη του σπιτιού, αλλά δεν ξαναπήγε εκεί ποτέ. Δεν έχει, ούτε έκανε καμία ερωτική σχέση. Θέλει όμως, να γίνει μητέρα. «Το ήθελα πάντα, το θέλω τώρα, αλλά ξέρω πως δεν είναι ρεαλιστικό όνειρο να γίνω μητέρα» λέει σε συνέντευξη της στο Insider η Κοκκινοσκουφίτσα χωρίς να ελπίζει πως θα ζήσει καλά και φυσικά χωρίς να εύχεται να ζήσουμε εμείς καλύτερα…