Μπρούσκου, Μπουζούρη: η «Γυναίκα της Ζάκυνθος» και πως η κακία είναι το τέλος

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΤΣΟΛΚΑ

«… Και ιδού παρεσιάζουνται ομπρός της οι γυναίκες του Μισολογγιού. Εβάλανε το δεξί τους στα στήθια και επροσκυνήσανε· και εμείνανε σιωπηλές και ακίνητες. “Και έτσι δα, πώς; Τι κάνουμε; θα παίξουμε; Τι ορίζετε, κυράδες; Εκάμετε αναβαίνοντας τόση ταραχή με τα συρτοπάπουτσα, που λογιάζω πως ήρθετε να μου δώσετε προσταγές”.  Και όλες εμείνανε σιωπηλές και ακίνητες· αλλά μία είπε: “Άμ’ έχεις δίκαιο. Είσαι στην πατρίδα σου και στο σπίτι σου, και μείς είμαστε ξένες και όλο σπρώξιμο θέλουμε”.  Και ετότες η γυναίκα της Ζάκυνθος την αντίσκοψε και αποκρίθηκε: “Κυρά δασκάλα, όλα τα χάσετε, αλλά από εκείνο που ακούω η γλώσσα σας έμεινε. Είμαι στην πατρίδα μου και στο σπίτι μου; Και η αφεντιά σου δεν ήσουνα στην πατρίδα σου και στο σπίτι σου; Και τί σας έλειπε, και τίι κακό είδετε από τον Τούρκο; Δε σας άφηνε φαητά, δούλους, περιβόλια, πλούτια; Και δόξα σοι ο θεός είχετε περσότερα από εκείνα που έχω εγώ. Σας είπα εγώ ίσως να χτυπήσετε τον Τούρκο, που ερχόστενε τώρα σε με να μου γυρέψετε και να με βρίσετε; Ναίσκε! Εβγήκετε όξω να κάμετε παλληκαριές. Οι γυναίκες επολεμούσετε (όμορφο πράμα που ήθελ’ ήσθενε με τουφέκι και με βελέσι· ή εβάνετε και βρακί;). Και κάτι εκάμετε στην αρχή, γιατί επήρετε τα άτυχα παλληκάρια της Τουρκιάς ξάφνου. Και πώς εμπόρειε ποτέ του να υποφτευθεί τέτοια προδοσία; Τόθελε ο Θεός; Δεν ανακατωνόστενε με δαύτον μέρα και νύχτα; Τόσο κάνει και εγώ να μπήξω το μαχαίρι μες στο ξημέρωμα στο λαιμό του ανδρός μου (που να τόνε πάρει ο διάολος). Και τώρα που βλέπετε πως πάνε τα πράματα σας κακά, θέλτε να πέσει το βάρος απάνου μου. Καλή, μα την αλήθεια. Αύριο πέφτει το Μισολόγγι, βάνουνε σε τάξη την Ελλάδα τη ζουρλή οι βασιλιάδες, εις τους οποίους έχω όλες μου τες ελπίδες, και όσοι μείνουνε από τον ξολοθρεμό έρχονται στη Ζάκυνθο να τους θρέψουμε, και με την κοιλιά γιομάτη μας βρίζουνε”.

Λέοντας εσιώπησε ολίγο κοιτάζοντας μες στα μάτια τες γυναίκες του Μισολογγιού. “Και έτσι ξέρω και μιλώ και εγώ, ναί ή όχι; Και τώρα δα τί ακαρτερείτε; Ευρήκετε ίσως ευχαρίστηση να με ακούτε να μιλώ;” Εσείς δεν έχετε άλλη δουλειά παρά να ψωμοζητάτε. Και, να πούμε την αλήθεια, στοχάζουμαι πως θε νάναι μια θαράπαψη για όποιον δεν ντρέπεται. Αλλά εγώ έχω δουλειά. Ακούστε; έχω δουλειά”. Και φωνάζοντας τέτοια δεν ήτανε πλέον το τριπίθαμο μπουρίκι, αλλά εφάνηκε σωστή. Γιατί ασηκώθηκε με μεγάλο θυμό στην άκρη των ποδιών, και μόλις άγγισε το πάτωμα και εγκρίλωσε τα μάτια, και το άβλαφτο μάτι εφάνηκε αλληγορικό και το αλληθώρικο έσιαξε. Και εγίνηκε σαν την προσωπίδα την ύψινη οπού χύνουνε οι ζωγράφοι εις τα πρόσωπα των νεκρών για να… Και όποιος την έβλεπε να ξανάρθει στην πρώτη της μορφή έλεγε: Ο διάβολος ίσως την είχε αδράξει, αλλά εμετάνιωσε και την άφησε, για το μίσος που έχει του κόσμου. Και η θυγατέρα της κοιτάζοντας την εφώναξε· και οι δούλοι εξαστόχησαν την πείνα τους, και οι γυναίκες του Μισολογγιού εκατέβηκαν χωρίς να κάμουνε ταραχή…»…

Το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, λοιπόν, παρουσιάζει το έργο του Διονύσιου Σολωμού «Η Γυναίκα της Ζάκυνθος»,  σε σκηνοθεσία Άντζελας Μπρούσκου, σε διαδικτυακή προβολή  την Δευτέρα 24 Μαΐου στο www.dithepi.gr, στις 21.00 και με παραμονή 48ώρες. Κάθε δουλειά της Μπρούσκου, είναι ένα γεγονός ιδιαίτερο και πραγματικά η παρουσία της είναι ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΠΡΑΞΗ και τέχνη υψηλή, γιατί έχουμε μπλέξει το αγοραίο και ευτελές, το χυδαίο και τη ξεπέτα με την ιερότητα του ταλέντου, όσων θεσπέσιων πλασμάτων έχουν, σαν από εκ γενετής προορισμό, να μας πουν κάτι σημαντικό, ζωτικό, αλλιώτικό, οικουμενικό και συνάμα απόλυτα προσωπικό. Εκεί και η Παρθενόπη Μπουζούρη, ηθοποιός! Πραγματικά!  Ωραία γυναίκα και πιο ωραίος άνθρωπος. Που επιμένει στα δύσκολα και δεν βολεύτηκε ποτέ. Είναι ένα γεγονός λοιπόν, θεατρικό, αυτό που γινεται εδώ, στο μοναδικό πεζό έργο του Διονύσιου Σολωμού, το τόσο αλλόκοτο στην μορφή και στην έκφραση, το τόσο αλληγορικό, σα στοίχειωμα με σώμα της Γυναίκας, με το κακό να καραδοκεί απρόσμενο και καμουφλαρισμένο σε καθημερινή συνήθεια. Το μίσος σε κάθε τι διαφορετικό, ο ρατσισμός, ο εθνικισμός, η σκληρότητα, η απονιά, ο φθόνος! Ίδια ανθρωπινά πυώδη σαρκώματα, στο παρελθόν, στην Ιστορία, στο τώρα.

Στη συγκεκριμένη παράσταση τρεις γυναίκες, οι κυρίες Μπρούσκου, Μπουζούρη και Δανάη Κατσαμένη έγκλειστες σ’ ένα ασφυκτικό πατριαρχικό περιβάλλον αφηγούνται αυτόν γεμάτο Κόλαση, λόγο του Διονύσιου Σολωμού ακούγοντας τον αγώνα και νιώθοντας την φρίκη για πτώση του Μεσολογγίου. Η κακιά, άσχημη, άπονη, σκληρή γυναίκα της Ζακύνθου, δεν είναι ένα πρόσωπο μόνο, αλλά πιο καθολική και υπερφυσική για το κακό, που προφητεύεται μέσα πως θα συντριβεί απ την ίδια του τη φύση, τον αβυσσαλέο χάος της ψυχής. Ο Σολωμός μοιάζει να τρομάζει και να προσπαθεί να ορίσει ποιο είναι το καλό και ποιο το κακό, πως τα αντιλαμβανόμαστε και πως στεκόμαστε στην επιλογή οι άνθρωποι σε κάθε καιρό, πως οι καρδιές γίνονται βαλτώδεις, ερμητικά περίφρακτες από φανατισμό απαγορεύσεις, πως αναμετριούνται το δίκαιο και πως το άδικο και ποια είναι η ελευθερία και πόσο κόστος χρειάζεται. Το έργο αυτό το τόσο ιδιαίτερο και οι κυρίες που το προσεγγίζουν είναι για μας, αυτό που θα μας κάνει να βγούμε απ την χαύνωση μας, των εικόνων απ τις σύγχρονες πλατφόρμες της τηλεόρασης, για να απολαύσουμε ΤΕΧΝΗ.