Μια κουβέντα του συγγραφέα Πέτρου Μπιρμπίλη με την Αλβανίδα οικιακή βοηθό της Μαλβίνας Κάραλη

ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΕΤΡΟ ΜΠΙΡΜΠΙΛΗ

Η Μαλβίνα Κάραλη (Τερψιθέα Πειραιά, 3 Φεβρουαρίου 1952 – Αθήνα, 7 Ιουνίου 2002), αγαπήθηκε πολύ. Ο συγγραφέα Πέτρος Μπιρμπίλης, μετά τον θάνατο της, μίλησε με την Αλβανίδα οικιακή βοηθό της, κυρίως φίλη της και στην ουσία τον άγγελο που της κρατούσε το χεράκι ως το τέλος.

-Έχεις γεννηθεί στα Τίρανα;

«Στην Αυλώνα».

-Γνώρισες την Μαλβίνα πριν τρία χρόνια.

«Ναι».

-Έχεις σπουδάσει οικονομικά;

«Ναι, οικονομικά».

-Στην Ελλάδα πριν πόσα χρόνια ήρθες;

«Πριν έντεκα».

-Τη δουλειά σου δεν μπόρεσες να την εξασκήσεις εδώ πέρα;

«Ούτε έψαξα ποτέ. Γιατί εδώ δεν έχει για Έλληνες. Θα έχει για μένα; Δεν έψαξα».

-Πώς βρέθηκες στην Μαλβίνα;

«Από έναν κύριο που έμενε πάνω από την Μαλβίνα, στο σπίτι της στην Πλάκα. Η Μαλβίνα έψαχνε τότε μια κοπέλα. Με κατεβάζει κάτω αυτός και μου λέει. «Την ξέρεις αυτή;» λέω «φυσικά, πως δεν την ξέρω!» «Τώρα για το πώς αποφάσισε να με κρατήσει, ρώτα με».

-Πώς;

«Μόλις είχε ντυθεί για να πάει στο STAR, στην εκπομπή. Και με ρωτάει αν της πήγαινε αυτό που φορούσε. Εγώ επειδή δεν ήμουνα του κύκλου και ξέρω να τα πω μόνο χύμα, της είπα «φαίνεσαι χοντρή». «Μαλάκα είσαι ο άνθρωπός μου. Όλοι οι άλλοι θα μου λέγανε ότι και να βάλεις είσαι κούκλα. Δεν θα το αλλάξεις αυτό, θα μου τα λες χύμα. Θα μου λες την αλήθεια» μου λέει τότε αυτή. «Όπως νομίζεις εσύ την αλήθεια».

-Ήθελε πάντα να ακούει την αλήθεια;

«Από μένα ναι. Νομίζω επειδή δεν ήμουνα από τον χώρο της. Στον χώρο της η Μαλβίνα δεν ήταν συνηθισμένη να ακούει τέτοια. Ήταν η Μαλβίνα, η σταρ. Ή το άλλο! Επειδή ήμουνα ο κοσμάκης, να πούμε, που ζω με τον λαϊκό τον κόσμο κι όχι με τον καλλιτεχνικό, θυμάμαι όταν έγραφε το βιβλίο της το «Πιο πολύ πιο πολλοί» ήμουνα η πρώτη που μου τα διάβαζε. Κι όταν κάναμε την περιοδεία του βιβλίου εκεί ήμουνα, από πίσω της. Έλεγε στον κόσμο «η φίλη μου η Άντα, η πρώτη μου αναγνώστρια.». Δεν ένιωθα κατώτερη με την Μαλβίνα. Μου έλεγε τα πάντα, και της έλεγα τα πάντα. Πάει τελείωσε».

-Αυτό έγινε από την αρχή; Ένιωσες ότι σε εμπιστευόταν από την αρχή;

«Πήγα την πρώτη μέρα και είχα τρακ. Λέω «Άντα, μη μιλάς». Από την τηλεόραση την ήξερα, την νόμιζα αυστηρή. Θα σου πω ένα πράγμα και θα καταλάβεις. Μέχρι που άρχισα να δουλεύω για τη Μαλβίνα κάπνιζα τρία –πέντε τσιγάρα την ημέρα, έκανα τράκες όπου έβρισκα. Με την Μαλβίνα συνήθισα να παίρνω πακέτο. Έλεγε «γάμα τις δουλειές, φτιάξε καφέ, έλα στο δωμάτιο. Συζητάμε τώρα.» Η Μαλβίνα τα έζησε όλα έξτρα. Τον πόνο, το πάθος …. Έτσι έζησε και τον θάνατο της. Στο βάθος».

-Δεν είχε μέτριες στιγμές;

«Όχι, όχι. Δεν το δεχότανε. Ή μιλάμε ή δεν μιλάμε. Αυτό. Ή υπό του μηδέν ή τέρμα πάνω ήταν η Μαλβίνα. Δεν υπήρχε μέτριο».

-Της άρεσε η μοναξιά ή ήθελε κόσμο;

«Ήθελε κόσμο. Φυσικά κόσμο με εξυπνάδα. Ήθελε εξυπνάδα. Αυτά που έλεγε, και που λίγοι τα καταλαβαίνανε – πόσο μάλλον εγώ που έρχομαι από μια χώρα δίχως μόρφωση- αυτή έπαιρνε δεδομένα ότι εσύ τα’ ξερες, κι άρχιζε την συζήτηση. Είχε και κάτι άλλο. Ήξερε πολύ καλά τι ήθελε να κάνει, αλλά ρωτούσε όλους. «Πέτρο τι λες να κάνω; Αντα τι να κάνω;» Ρωτούσε τριάντα άτομα. Στο τέλος έκανε το δικό της, το ξέραμε και της έλεγα εγώ «αφού θα κάνεις αυτό που θες εσύ, τι ρωτάς; Γιατί να σου πω όχι;», «Ρε πουτάνα, σε ρωτάω για να μου πεις καν’ το» μου έλεγε. Υπήρχε ένας κώδικας μεταξύ μας. Χωρίς να μιλήσω ήξερε, και καλά μάλιστα, τι σκεφτόμουνα. Όσο για μένα μπορούσα να την καταλάβω, αλλά όχι εκατό τοις εκατό. Γιατί η Μαλβίνα ήταν άπιαστη. Άπιαστη».

-Δεν καταλάβαινες πάντα αυτά που σου έλεγε;

«Να σου πω, δεν γινότανε να την καταλαβαίνω πάντα. Απλά επειδή ζήσαμε μαζί είχε μπει μέσα μου. Στο πως ζω. Μεταμόρφωσε όλο το πράγμα. Όλο το σύστημά μου. Ξέρεις, αλλιώς σκεφτόμουνα πρώτα. Δεν ήξερα πως για το ότι καπνίζουμε ένα τσιγάρο υπάρχουν δέκα εξηγήσεις. Έλεγα το ένα. Έλεγα «συνήθεια» ή «το στρες». Η Μαλβίνα έβρισκε για το κάθε πράγμα δέκα εξηγήσεις. Δεν δεχότανε την μία. Ότι αυτό είναι έτσι. Έβλεπε και το καλό και το κακό. Το να είσαι καλό παιδί δεν της έλεγε τίποτα. «Δεν υπάρχει καλός» μου έλεγε. «Εσύ σκοτώνεις κάποιον για πάρτη μου. Για την οικογένεια και τους φίλους μου είσαι καλή. Για την κοινωνία είσαι πάρα πολύ κακή γιατί έχεις κάνει ένα έγκλημα. Δεν μπορεί να είναι ένας άνθρωπος καλός ή κακός. Κατάλαβες;» Κάποια πράγματα που δεν τα είχα δει ποτέ πριν με αυτό το μάτι. Στην αρχή ας πούμε, που συζητούσαμε για την Αλβανία, για τους Αλβανούς κι είπα εγώ «Δεν δέχομαι να σκοτώνουν για το δεκαχίλιαρο μερικοί Αλβανοί. Μπορεί να μην έχουνε, αλλά δεν το δέχομαι σαν Αλβανίδα που είμαι». Και η Μαλβίνα καθότανε να μου εξηγήσει. Μου έλεγε «Γιατί τα λες αυτά; Επειδή τα λένε στην τηλεόραση τα λες κι εσύ;» Ώρες ολόκληρες μου εξηγούσε».

-Την άκουσες ποτέ να δυσανασχετεί για την ευφυΐα της; Γιατί το να είσαι και τόσο έξυπνος δεν είναι ότι πιο ευχάριστο; Μάλλον βασανιστικό είναι.

«Αυτό το συζητούσαμε πάντα. Μερικές φορές εγώ τραβιόμουνα. Της είπα «να σου πω ρε! Δεν θέλω να μάθω και τόσα!». Ναι, το συζητούσαμε. Η άγνοια λέγαμε, φέρνει ευτυχία».

-Το πίστευε και η Μαλβίνα αυτό;

«Το δεχότανε, αλλά δεν ήθελε να είναι αυτό. Εγώ της έλεγα. «Είσαι τέρας» Το όνομα της αυτό ήταν για μένα. Δεν την έλεγα Μαλβίνα. Τέρας την έλεγα».

-Πιστεύεις ότι σε αγαπούσε πραγματικά;

«Θα σου πω κάτι. Έγινε κάτι με μένα. Μου το λένε και δικοί της άνθρωποι. Μου το έλεγε και η ίδια. «Αν πριν τρία χρόνια κάποιος με χάιδευε -ο οποιοσδήποτε, ή άντρας ή γυναίκα- θα τον είχα χτυπήσει» μου έλεγε. Δεν άφηνε κανέναν να την αγγίξει. Δεν καταλάβαινε πως γίνεται έτσι πολύ απλά χωρίς να ζητήσει κάποιος κάτι να αγαπάει. Εδώ με μένανε…. Εκεί που έλεγε «Άντα, αν ήσουνα εσύ γιατρός το ξέρω ότι θα με είχες σώσει επειδή με αγαπάς» εκεί, μετά από ένα δευτερόλεπτο, έλεγε «δεν υπάρχει περίπτωση να αγαπάει ένας άνθρωπος έτσι στα καλά καθούμενα». Εντάξει, έχει απωθημένα από μικρή η Μαλβίνα. Μου έχει πει πολλά. Αυτά τα κουβαλάς όλη σου τη ζωή. Κι άλλοι έχουν απωθημένα αλλά ξεχνάνε. Η Μαλβίνα έχει γεννηθεί τέρας, δεν ξέχναγε εύκολα».

-Αυτό για το άγγιγμα που λες…

«Εγώ πιάνω πολύ τους ανθρώπους που αγαπάω. Και μια φορά την χτύπησα στην πλάτη. Της λέω «Γεια σου ρε Μαλβίνα!» Τα έχασε. Ήταν σαν να την χτύπησε ρεύμα. «Ε τι με χτυπάς;» μου είπε. Αλλά χαμογελούσε. Κατάλαβα ότι σαν να φοβόταν κάτι, αλλά της άρεσε κι όλας. Από τότε με άφηνε συχνά να την πιάνω αγκαλιά. Στο τέλος το κατάλαβε και το δέχτηκε ως ένα σημείο».

-Σε ποιόν δεν αρέσει το χάδι ρε Άντα;

«Ναι, αλλά δεν τολμούσαν να το κάνουν αυτό στην Μαλβίνα. Δεν το πίστευε ότι υπάρχει αγάπη. Δεν το πίστευε».

-Αυτό όμως είναι σκληρό και για τον ίδιο μας τον εαυτό.

«Εμείς στην Αλβανία λέμε αυτό που λέτε κι εσείς εδώ. Λέμε «το αίμα νερό δεν γίνεται». Θυμάμαι όταν έγραφε το «Πιο πολύ, πιο πολλοί» στην μνήμη της μάνας της, μου έλεγε συνέχεια «σε παρακαλώ πάρα πολύ, θέλω να με αγκαλιάζεις.» Εγώ το έχω πει, ότι τον μοναδικό άνθρωπο που έχει αγαπήσει τόσο πολύ -γιατί όποιον τον αγαπάς πιο πολύ τον μισείς και πιο πολύ- ήτανε η μαμά της. Θα σου δώσω το βιβλίο. Θα το διαβάσεις κι θα βγάλεις συμπέρασμα. Γιατί έτσι κάνει η Μαλβίνα. Αν αγαπάει κάποιον είναι τελειωμένη. Τα δίνει όλα. Όλα για όλα. Δεν υπήρχε η Μαλβίνα όταν αγάπαγε Δεν το έκανε κανένας αυτό. Κανένας. «Ας πονάμε, δεν πειράζει. Αφού πονώντας σημαίνει ότι υπάρχουμε και δεν γίνεται να ζούμε μια βαρετή ζωή δίχως να πονάμε». Αυτό λέγαμε. Α! Να σου πω για την αρχή; Για την πρώτη μέρα που πήγα»;

-Ναι, πες μου.

«Μου λέει «Σε παρακαλώ ένα πράγμα μόνο» μου λέει «Να μη φωνάζεις.» Σκέψου τώρα, εγώ να πάω για να καθαρίζω ένα σπίτι, και να σου λέει το αφεντικό τέτοιο πράγμα».

-Τι μη φωνάζεις;

«Να μη μιλάω δυνατά δηλαδή. Δεν μπορούσε τη φασαρία. Γιατί αν φώναζες φοβότανε».

-Φοβόταν;

«Κοίτα. Αν θέλεις να μάθεις την Μαλβίνα, ξέχνα τη Μαλβίνα που έβλεπες έξω. Ακόμα και κουβέντα να κάναμε δυνατή έλεγε «σε παρακαλώ, μίλα πιο σιγά» Άλλη ήταν η Μαλβίνα στην τηλεόραση. Καμιά σχέση με την αληθινή Μαλβίνα».

-Εσένα δεν σε κούραζε να ακούς τα προβλήματά της;

«Εγώ μορφωνόμουνα αγόρι μου. Ήταν ο ευεργέτης μου. Άλλος τρόπος. Με το να μου λέει “να μην είσαι ποτέ δεύτερη στη ζωή σου, πάντα πρώτη» εγώ σκεφτόμουνα «Τι μου λέει; Πως μπορώ να μην είμαι δεύτερη όταν δεν έχω την δυνατότητα; Είμαι φτωχή. Έχασα μια φορά στην Αλβανία τα λεφτά με τις πυραμίδες, τα έχασα κι εδώ με το Χρηματιστήριο. Πάει το πήρα απόφαση, είμαι φτωχή. Πώς μπορώ να είμαι πρώτη;» Ε, δεν είχε σχέση αυτό. Δεν είχε σχέση με το χρήμα ή με τις γνώσεις. Με την Μαλβίνα κατάλαβα. Είχε να κάνει με την ψυχή».

-Αγαπούσε το χρήμα;

«Όχι. Αφού τα έδινε έτσι, ρε».

-Θα μπορούσε όμως να ζήσει δίχως χρήμα;

«Να σου πω κάτι. Η Μαλβίνα δεν ήταν του Καρούζο. Δεν ήτανε έτσι. Στα αρχίδια της. Όταν ήθελε ας πούμε να πάει στο Ηρώδειο θα φόραγε και το πολύ ακριβό, αλλά στη ζωή της έκανε την πιο απλή ζωή. «Θα κάνω ένα καλό τραπέζι; Ναι. Θα έχω τα πιο ακριβά. Το πιο ακριβό κρασί, τα πιο ακριβό πράγματα». Αλλά, το χρήμα έτσι όπως το έβγαζε το άφηνε. Ξέρω κι άλλους που δεν το αγαπάν,ε αλλά που δεν το αφήνουν έτσι. Πρώτα απ’ όλα δεν ήξερε ποτέ πόσα είχε στην τσάντα της. Και δεν την ένοιαζε. «Μπορώ να ζήσω με τα τραγούδια που μας αρέσουνε» μου έλεγε. «Με την Βιτάλη». «’Αντα, αν είμαι ευτυχισμένη μέσα σε ένα δυάρακι ζω άνετα. Δεν με νοιάζει καθόλου». Και όταν πήγαμε και ψάχναμε σπίτι – ήθελε να φύγει από την Πλάκα- πήγαμε σε κάποια περιοχή τι να σου πω! Κοντά στην Ομόνοια, εκεί σε ένα δρόμο με μπαχαρικά, με είδη υγιεινής…Τι να σου πω!…Κι όμως εκεί ήθελε. «Εδώ! Ινδία!…Αυτό θέλω! Φασαρία! Μπαλκάν, Αντα! Μπαλκάν! Βαλκάνια.» Όχι, δεν χρειαζότανε το χρήμα. Ότι καλό έπαιρνε το έπαιρνε για τους άντρες».

-Τους αγαπούσε τους άντρες;

«Πάρα πολύ. Την ένοιαζε να φροντίζει τον άντρα που αγαπούσε. Τα είχε δοκιμάσει όλα, αυτό ήθελε όμως. Θυμάσαι κάτι που μου είχες πει κάποτε»;

-Τι;

«Είχες πει «Η Μαλβίνα, όταν κάποτε φύγει, θα φύγει χορτάτη. Τι γυναίκα είναι αυτή!»

-Τι σου λείπει περισσότερο από εκείνη;

«Έναν άνθρωπο που μπορώ να τα πω όλα. Να κουβεντιάζω και να με καταλαβαίνει. Σήμερα δεν μπορώ να πω τίποτα πια. Μου λείπουνε πάρα πολλά».

-Τι θυμάσαι πιο έντονα από αυτήν;

«Αυτό που περάσαμε μαζί τους τελευταίους δέκα μήνες. Μεγάλη εμπειρία. Αυτό με έχει πικράνει πάρα πολύ. Η Μαλβίνα δεν δέχτηκε ποτέ τον θάνατο. Αγαπούσε τη ζωή. Γι αυτό, ενώ πέρσι τον Νοέμβριο τόσες φορές είπαμε «πάει τέλειωσε» έπαιρνε μια τα πάνω και μπαίναμε στο δωμάτιο – είχε βγει από την εντατική, και την βλέπαμε κι έτρωγε. Τους δυο τελευταίους μήνες ξέρεις πως έχουμε κοιμηθεί; Δεν μου άφηνε το χέρι. Κι όταν – κουραζόμουνα όλη νύχτα, κι έλεγα «τώρα κοιμάται» και προσπαθούσα να το βγάλω το χέρι, με το που ένιωθε ότι τραβιόμουνα ξύπναγε. Οι γιατροί και οι νοσοκόμες με κρατούσανε στο νοσοκομείο με το έτσι θέλω, γιατί λέγανε… «Αν δεν είσαι εδώ εσύ…». Δεν δεχότανε κανέναν. Μέσα στη νύχτα. «Ξύπνα Αντα,» μου έλεγε….«Μην ανησυχείς, όλα είναι καλά» της έλεγα εγώ».

-Είχε έναν γιατρό που την αγαπούσε πολύ έμαθα.

«Τον Μουτάφη. Σπύρος Μουτάφης. Από κει που όταν βγήκε από την Ευρωκλινική, όπου ένας γιατρός είχε πει από πέρσι τον Αύγουστο «Αφήστε την γυναίκα να τελειώσει» ο Μουτάφης είπε «δεν θα την αφήσουμε έτσι.» Της στάθηκε πάρα πολύ. Και πόνεσε στο τέλος. Πόνεσε. Γιατρός να πονέσει»!

-Υπήρχε κάποιο περιστατικό που θυμάσαι ανάμεσα σε γιατρό και την Μαλβίνα;

«Ναι με κάποιον άλλον γιατρό που μπήκε μέσα και ήταν αμίλητος. Και του λέει η Μαλβίνα «Είσαι στενοχωρημένος;» και λέει αυτός «Ναι πάρα πολύ». Αυτά δεν τα ήθελε η Μαλβίνα. Άνθρωπο να κλαίει μπροστά της . Ήμουνα η μοναδική που με ανεχότανε να κλαίω. Δεν ήθελε να κλαίνε».

-Πίστευε ότι θα γίνει καλά;

«Ναι βέβαια, δεν δεχότανε το θάνατο η Μαλβίνα. Σε μια φάση που βγήκαμε και πήγαμε στο σπίτι, είχε κλείσει ραντεβού με τον Ευαγγελάτο, δεν δεχότανε τηλεφωνήματα βέβαια…τα τηλεφώνα τα σήκωνα εγώ. Απλά, λέει ο Ευαγγελάτος αν αποφασίσεις να δώσεις συνέντευξη. «Εντάξει» λέει η Μαλβίνα. «Απλά δεν θέλω νοσοκομείο και τέτοιες μαλακίες. Κάτσε…» του λέει, «γιατί είμαι ακόμα στο κρεβάτι, να γίνω καλά και την πρώτη συνέντευξη εσένα θα την δώσω». Εκεί χαλάσανε πάλι τα πράγματα».

-Στο τέλος είχε καταλάβει, ή πίστευε σε ένα θαύμα;

«Πίστευε σε ένα θαύμα».

-Στο Θεό πίστευε;

«Το δοκίμασε κι αυτό. Ζήτησε κι από μόνη της παπά, έκανε πολλά πράγματα, έτσι που… εγώ μπορούσα να το καταλάβω… γιατί ένας άνθρωπος ελπίζει, απελπίζεται. Κάποια στιγμή το Πάσχα «λόγω γιορτής, όχι τίποτα άλλο» της λέω, «θες να φέρω έναν παπά;». «Να πάνε στο διάολο οι πούστηδες» λέει «που κοροϊδεύουνε όλο τον κόσμο». Δεν δέχτηκε παπά. Από εκεί που έλεγε «Να μη σε ακούω να λες «στο διάολο» ή «να μη σε ξανακούσω να λες ότι δεν πιστεύεις στο Θεό» από ένα σημείο και μετά δεν περίμενε τίποτα.

-Με τις νοσοκόμες το σχέση είχε;

«Θυμάμαι όταν πρωτοείχε μπει στο νοσοκομείο, ήρθε κάποια νοσοκόμα που δεν την γνώριζε- όχι από Αθήνα – από πού ήταν ένας Θεός ξέρει- και ρωτάει την Μαλβίνα «πως σε λένε; πόσο χρονών είσαι;» τέτοια. «Γιατί πρέπει να σου πω;» λέει η Μαλβίνα. «Μα κυρία, πρέπει» λέει εκείνη. Συνεχίζει η νοσοκόμα. «Είχατε κάποια κληρονομική ασθένεια στην οικογένεια;». «Ναι, έχω πάρει όλα τα βίτσια της οικογένειας» λέει η Μαλβίνα. «Εσείς είχατε ποτέ κάποιο πρόβλημα;». «Ναι, είχα πάντοτε ένα πρόβλημα. Ήμουνα ανυπάκουη» λέει η Μαλβίνα. Μωρέ τι γέλιο κάναμε… Το τελευταίο τραγούδι ήταν αυτό το γέλιο, το τελευταίο τραγούδι που έχω ακούσει από το στόμα της, γιατί ύστερα όλο κοιμότανε, κοιμότανε, κοιμότανε. Πέντε Μαϊου- ήταν Πάσχα και είχα γενέθλια – είχα φύγει. Είχαν πάει η κόρες της η Μελίτα και η Μαριανίνα. Ξυπνάει η Μαλβίνα και ρωτάει αμέσως ανήσυχη «που είναι η Αντα;». Φοβόταν ότι θα την άφηνα. «Έχει γενέθλια η κακομοίρα κι έχει πάει σπίτι της σήμερα» της λέει η Μελίτα. Και με παίρνουν τηλέφωνο και μου λέει «Μωρό μου, χρόνια πολλά». Δεν το πίστευα. Της λέω «Έρχομαι σε μισή ώρα»- γιατί δεν ήθελε να φεύγω ποτέ από το νοσοκομείο. Τρόμος μήπως και φύγω πέντε λεπτά. Δεν μπορείς να καταλάβεις».

-Αισθάνεσαι ακόμα την παρουσία της;

«Στην αρχή πήγα σε έναν ψυχολόγο αλλά για οικονομικούς λόγους δυο εβδομάδες μόνο πήγα, και μετά σταμάτησα. Έχω και μια πολύ καλή φίλη που την έπρηζα, είχα την ανάγκη να μιλήσω, να μιλήσω, να μιλήσω. Τώρα έχει γίνει κάτι άλλο, κάτι κακό νομίζω. Δεν μιλάω σε κανέναν για εκείνη. Μου φαίνεται ότι όταν μιλάω με τους άλλους την μοιράζομαι. Πηγαίνω όμως κάθε μέρα στο νεκροταφείο. Κάθε μέρα. Κι όταν πηγαίνω στο νεκροταφείο, επειδή της αρέσανε πολύ τα ροζ, οι κορδελίτσες, όλα αυτά, της παίρνω ροζ τριαντάφυλλα πάντα. Όσες φορές πάω. Πάντα».

-Πως ένιωθε για τους ανθρώπους στο τέλος;

«Στο τέλος έγινε κάτι… Ήθελε να δείξει αγάπη σε όλους, σε όλους. Σε όποιον ήξερε και όποιον δεν ήξερε…  Άσε εμένα, πάντα με είχε ξεχωριστή, αλλά σε όλους σου λέω…Στις νοσοκόμες… σε όλους. Λέγανε οι νοσοκόμες «Ρε συ Μαλβίνα, εσύ είσαι έτσι;» Καθόντουσαν όλες εκεί μέσα με τις ώρες. «Να πας να πάρεις φαγητό, να φάνε οι άνθρωποι» μου έλεγε. Και κει να δεις! Να τρώνε όλοι. Όσο για μένα, μερικές φορές ήθελε να φύγω, να την παρατήσω τελείως, για να μην αισθάνεται τύψεις που ήμουνα συνέχεια μαζί της. Για κανέναν άλλο λόγο. Για να μην νιώθει… Αφού μου είχανε βάλει ένα κρεβάτι δίπλα της. Είχε ζητήσει να το κολλήσουν δίπλα στο δικό της. Κι έτσι κοιμόμασταν».

-Η τελευταία εικόνα από αυτήν ποια είναι;

«Το χέρι της. Από αυτό το χέρι την έπιανα. Δεν είχε πια δύναμη… Ήταν μέρες που ούτε μίλησε, ούτε τα μάτια άνοιγε… κι όμως πήγαινα και της μίλαγα… της έλεγα «κουκλί μου, σε αγαπάω, σε λατρεύω, αν με ακούς μίλα μου… το ξέρω ότι και εσύ μ’ αγαπάς». Κι αυτή έβγαζε ένα ήχο από τα σπλάχνα της, σαν βρόγχο, σαν αναστεναγμό. Κι όταν το έλεγα στους γιατρούς αυτοί μου λέγανε ότι δεν είναι δυνατόν κάτι τέτοιο»…

-Τι αναζητούσε περισσότερο από αυτά που άφησε έξω από το νοσοκομείο;

«Το μόνο που ήθελε πολύ -μπορεί να σου φανεί παράξενο- ήταν η γρανίτα φράουλα και η λεμονίτα. Η ευτυχία της ήταν αυτά τα δύο πράγματα. Καθημερινά και πολλές φορές την ημέρα, πήγαινα ακόμη και το πρωί, και της τα ‘παιρνα, έτσι όταν ξυπνήσει να τα’ χει. Και τη λεμονίτα δεν την ήθελε με καλαμάκι. Την ήθελε σε ποτήρι για να βγάζει τον αφρό. «Κοίτα» έλεγε καθώς την έπινε αργά αργά, «κοίτα πόσο εύκολη είναι τελικά η ευτυχία!»…Τι άλλο της έλειπε; Το σαλόνι της, ο καναπές της».

-Τα αρκουδάκια της;

«Αυτά τα είχε μαζί της στο νοσοκομείο. Το πάλεψε πολύ το πράγμα. Πάρα πολύ. Δεν παραδόθηκε. Δεν το δεχόταν. Τι; Να πει «εγώ θα πεθάνω; Φυσικά όχι.» Δεν γίνεται αυτό το πράγμα».

-Μου είπε ο Μενέλαος ότι βρίσκει συχνά στον τάφο της ένα κοριτσάκι που πάει και της αφήνει λουλούδια.

«Ναι, μου το έχει πει, αλλά δεν την έχω συναντήσει. Την λένε Άννα μου είπε ο Μενέλαος που της μίλησε. Όπως την μάνα της που την έλεγαν Χάννα. Σύμπτωση. Συχνά πάντως βρίσκω στον τάφο λουλούδια».

-Υπήρχε κάτι πάνω της που δεν σου άρεσε;

«Στη Μαλβίνα»;

-Ναι.

«Που δεν μπορούσε να πει χύμα στους ανθρώπους αυτό που ήθελε. Εκεί που μπορεί να ήταν πάρα πολύ τσατισμένη, μπορεί να έπαιρνε κάποιος που τον έβριζε τηλέφωνο, και να μην του έλεγε τίποτα».

-Διάβαζε πολύ;

«Συνέχεια».

-Σου έδινε κι εσένα να διαβάσεις βιβλία;

«Μου έδινε, αλλά μερικές φορές δεν μπορούσα να τα διαβάσω όλα. Μου έδωσε ας πούμε το «Μαγικό Βουνό». Της λέω «εμένα μη μου δίνεις τέτοια βιβλία με σανατόρια. Σε παρακαλώ.» Η Μαλβίνα μου τα εξηγούσε όλα. Όλα, ώσπου να καταλάβω».

-Τι άλλο της άρεσε;

«Της άρεσαν πολύ τα λαϊκά τραγούδια. Η μεγάλη της αγάπη ήταν η Βιτάλη. Και το τραγούδι που μας άρεσε και στις δύο πάρα πολύ και το τραγουδούσαμε παρέα όπου κι αν ήμασταν -στο δρόμο, στο αεροδρόμιο- κι εγώ ντρεπόμουνα, ήταν το «Του έρωτα μέγα κακό» του Κραουνάκη».

-Δυστυχώς ήμουνα εγώ που είπα στην Βιτάλη ότι η Μαλβίνα δεν ήταν καλά. Ήταν σε μια συνέντευξη σπίτι της, ένα βράδυ στην Παιανία. Η Βιτάλη σοκαρίστηκε. Έβαλε τα κλάματα.

«Η Βιτάλη ήταν η Θεά της. Κι ο Κραουνάκης της άρεσε πάρα πολύ. Και στις δύο μας άρεσε. Όταν πήρε συνέντευξη από τον Κραουνάκη της είπα «θα με πάρεις μαζί; Θέλω να δω τον Κραουνάκη. Μου αρέσει πάρα πολύ». Και με πήρε».

-Σπίτια γιατί άλλαζε συνέχεια;

«Από ανασφάλεια. Νόμιζε ότι στο επόμενο που θα πήγαινε θα περνούσε καλύτερα».

-Της άρεσε να κάθεται σπίτι ή να κυκλοφορεί;

«Της άρεσε εδώ, στην Πλάκα. Τα σοκάκια. Πηγαίναμε Μοναστηράκι βόλτα με τα πόδια».

-Τα κοσμικά τα βαριόταν;

«Χέσ’ τα» μου λέει. Α! Και το άλλο που είχε. Μου λέει «Μην πάς ποτέ σε θέατρο. Τσάμπα λεφτά! Το θέατρο, Άντα, είναι έξω, έξω. Άμα είσαι λίγο προσεκτική» μου λέει «θα δεις το καλύτερο θέατρο. Σινεμά να πας, αλλά όχι αυτά με τα εφε». Δεν της άρεσαν αυτά με τα κομπιούτερ… Το χόμπι της Μαλβίνας να πούμε, ήτανε ρε φίλε, να έρθει κάποιος σπίτι και ν αρχίσει να τον ψάχνει. Σαν να διαβάζει βιβλίο. Αφού μου έλεγε «θες να γράψεις βιβλίο Άνοιξε τα αυτιά σου και θα βγάλεις μετά το βιβλίο σου». Στο νοσοκομείο μου έλεγε «βγαίνοντας από δω έχουμε να γράψουμε!…»…

-Τηλεόραση έβλεπε;

«Πάρα πολύ. Δεν σχολίαζε όταν έβλεπε τηλεόραση. Με τον εαυτό της κοιτούσε της ειδήσεις της ημέρας. Και δεν είχα ακούσει ποτέ να κακολογήσει, να πει. «Αυτός μωρέ ο έτσι…»… Γιατί τους ήξερε όλους. Και μου έκανε εντύπωση εμένα αυτό. Όλοι λένε κάτι για τους άλλους, βρίσκουν κάτι που να μην τους αρέσει. Η Μαλβίνα δεν έλεγε τίποτα….».

-Κοιμόταν αργά;

«Πολύ αργά. Και ξυπνούσε νωρίς. Κι έπινε τον ελληνικό της καφέ -δίχως ζάχαρη- που το έφτιαχνε μόνη της. «Εσύ μωρή κωλοαλβανίδα ποτέ δεν μου τον φτιάχνεις καλόν» έλεγε και γελάγαμε. «Πιες τον μόνη σου. Εσύ δεν είσαι για σπίτι. Λάθος επάγγελμα κάνεις». «Ναι κι εσύ δεν μπορείς να οδηγήσεις» της έλεγα εγώ. Γιατί αν κι έκανε πολλά μαθήματα δεν τα κατάφερε ποτέ με το οδήγημα. Όταν με είδε εμένα που πήρα αυτοκίνητο και της είπα «πάμε βόλτα» μου λέει «μαλάκα το ξέρεις καλά, ή θα το ρίξεις κι εσύ στα σκουπίδια όπως έκανα εγώ;». Όταν οδηγούσα κοίταζε τα σήματα και μου έλεγε. «Πρόσεχε τώρα. Κόψε ταχύτητα». «Ρε Μαλβίνα» της έλεγα. «Τα ξέρω τα σήματα». Έκανε μεγάλη χαρά όταν πήρα αυτοκίνητο και πηγαίναμε μετά όπου θέλαμε. «Πάμε όπου να’ ναι» μου έλεγε. «Άντε, να σου δείξω που είναι το σπίτι μου στην Βουλιαγμένη. Εκεί που έμενα παλιά.» Και πιάναμε την παραλία και πηγαίναμε μέσα στην νύχτα να δούμε το παλιό της σπίτι που το είχε πουλήσει. Έτσι, απλές βολτούλες».

-Πίστευε πολύ στον γάμο. Γιατί;

«Ήθελε την ασφάλεια. Από την πρώτη μέρα μου λέει. «Έχω μια τρέλα. Θέλω να είμαι πάντα παντρεμένη». Αλλιώς πίκρα. Αυτό. Πόσες φορές είχαμε αυτήν την κουβέντα! Την είχαμε κάνει κομμάτια και την αναλύαμε».

-Όταν πήγε για εξετάσεις στην Αμερική μιλούσατε στο τηλέφωνο;

«Πάντα. Κι αυτό της έκανε εντύπωση που την έπαιρνα και την έλεγα «μην νοιάζεσαι, έχω κάρτα.» Ξέρεις αυτές τις κάρτες που πληκτρολογείς τον αριθμό και μιλάς. «Μην ανησυχείς της έλεγα. Θα μιλήσουμε μέχρι να τελειώσει η κάρτα.» Με πήρε κι όταν ήταν να έρθει τηλέφωνο και μου λέει «Έρχομαι. Θέλω να μου ανοίξεις το σπίτι. Θέλω την αγκαλιά σου.»

-Όταν κάθεσαι στον τάφο της τι σκέφτεσαι;

«Συζητάω. Της λέω «τι κάνεις φιλενάδα;». Ανάβω τσιγάρο. Μου λείπει ρε….Δεν είχα άλλη εκτός από την Μαλβίνα… και από μια ακόμα φίλη, που της έχω γίνει βάρος, γιατί κι αυτή δεν μπορεί να ακούει ότι η Μαλβίνα ήταν η καλύτερη φίλη μου… Αλλά πολλές φορές νιώθω μόνη μου… Μου λείπει… Θυμάμαι μια φορά στο νοσοκομείο που μου λέει …«φοβάμαι Άντα» Μια φορά το είπε. Μία. Με πιάνει από το χέρι και μου λέει «Άντα φοβάμαι»… «Μη φοβάσαι» της λέω… «Φοβάμαι τόσο πολύ που θέλω να φύγεις πρώτη εσύ και μετά να έρθω εγώ». Το πιστεύεις αυτό; Ξέρεις, την Μαλβίνα εγώ την έχω κλάψει πολύ από το νοσοκομείο ακόμα. Όταν ήταν ζωντανή. Δεν μπορείς να φανταστείς. Σε στιγμές που την έβλεπα ότι ήθελε να ζήσει. Ξέρεις τι είναι να σου ζητάει ο άλλος βοήθεια και να μην μπορείς να βοηθήσεις. Εγώ όταν έβλεπα ότι κάτι της έφταιγε τα ‘βαζα με τους γιατρούς. Φώναζα, έκανα. Τότε αυτή ένιωθε μια ασφάλεια. «Συγνώμη βρε γλυκιά μου», της έλεγα «δεν μπορώ να σε αφήσω έτσι.» Μπροστά της δεν έκλαιγα, όμως έβγαινα έξω κι έκλαιγα».

-Την είχες δει να κλαίει;

«Μια φορά. Δεν την είχα δει ποτέ μέχρι τότε να κλαίει. Την είχα δει να κλαίει για μαλακίες. Για άντρες ας πούμε. Σιγά το πράμα… Ήταν ήδη άρρωστη. Βλέπαμε μια ταινία της Βουγιουκλάκη όταν άρχισε να κλαίει με όλη την ψυχή της και να λέει «Δεν το πιστεύω ότι έχει φύγει η Αλίκη». Κι άλλη μια φορά τότε που έγραψε το βιβλίο, που μου λέει. «Γράφω για την μάνα μου και θέλω να με αγκαλιάζεις». Κι έριξε ένα κλάμα!… Έκλαψε, έκλαψε. Κλάμα… Μόνο τότε μου ζήτησε να την αγκαλιάσω. Και μια φορά στο νοσοκομείο που μου λέει «Κράτα μου το χέρι. «Χάιδεψέ μου το χέρι σε παρακαλώ να νιώθω ότι υπάρχεις. Μη μου φύγεις». Εκεί εντάξει. Δικαιολογημένα. Έκλαψε και μια άλλη μέρα αλλά χωρίς φωνή. Απλά τρέχανε τα δάκρυα. 3 Φεβρουάριου 2002. Είχε γενέθλια. «Μήπως με έχει αφήσει ο Θεός;» μου λέει. Δεν έκλαψε, αλλά είδα τα δάκρυα να τρέχουν. Δεν την είδα πολλές φορές να κλαίει. Έλεγε «ο άνθρωπος πρέπει να πεθαίνει με αξιοπρέπεια.»

-Της άρεσε να μαγειρεύει;

«Πάρα πολύ. Τραπέζια μεγάλα που εγώ νόμιζα ότι θα ξεκινήσουμε από το μεσημέρι να τα ετοιμάζουμε αυτή μου έλεγε «Θα δεις, σε μια ώρα θα όλα θα τα έχω φτιάξει όλα. Και πραγματικά σε μια ώρα τα είχε όλα έτοιμα όλα. Σε μια ώρα».

-Για τους άντρες τι πίστευε;

«Ότι είναι πιο αδύναμοι από τις γυναίκες».

-Για το μέλλον της τι σχέδια είχε;

«Να Φύγει το ΠΑΣΟΚ και να κάνει πράγματα πάλι. Γιατί ξέρεις ότι την διώξανε από παντού».

-Αυτό πρέπει να της στοίχισε πολύ της Μαλβίνας.

«Πάρα πολύ. Τώρα στο τέλος μου λέει. «Αντα δεν σε θέλω για το σπίτι πια». Ήθελε να με κάνει βοηθό της. Πήγαμε και στον FLASH πέρσι –αν κι εγώ το ήξερα ότι δεν θα γινότανε, γιατί ήξερα τι είχε ενώ εκείνη όχι- και μου λέει «Αντα, μαλάκα, προχωράμε. Φεύγουνε αυτοί οι πούστηδες και θα δουλέψουμε μαζί. Όπου κι αν είμαι θα είσαι από πίσω». Όταν επέστρεψε από την Αμερική νόμιζε ότι όλα θα πήγαιναν καλά. Εγώ ήξερα ότι δεν θα γινότανε».

-Είχε παράπονο από τους φίλους της;

«Όχι. Όχι , κανένα. Και στο τέλος να σου πω κάτι… Μπορεί να έλεγε «δεν θέλω να δω κανέναν» αλλά ήθελε. Θυμάμαι που πήρε η Λάσκαρη, η Ζωή, και μου λέει τσατισμένη «τι κατάσταση είναι αυτή; Είναι φίλη μου, δεν μπορεί να μην θέλει να με δει!» «Δεν θέλει, δεν θέλει. Τι να πω!» της λέω. Κι έρχεται η Λάσκαρη με το έτσι θέλω».

-Και;

«Μια χαρά κουβέντα. Μα δεν έδειχνε… δεν ήθελε γιατί κάποια στιγμή και μετά ήταν πολύ κουρασμένη».

-Εσύ πως εξηγείς το γεγονός ότι ένας άνθρωπος με τόσους φίλους, τόσους ανθρώπους γύρω της που την λάτρευαν γαντζώθηκε τόσο πάνω σε σένα;

«Η γνώμη μου είναι ότι εγώ ας πούμε, ότι έκανα δεν το έκανα για την Μαλβίνα Κάραλη. Οποιοσδήποτε άλλος μπορούσε να έρθει για την Μαλβίνα Κάραλη. Το καταλαβαίνεις αυτό που λέω; Ήθελε αλλιώς, να έρθουν επειδή την αγαπάνε. Γιατί έπαιρνε ο Νταλάρας τηλέφωνο. Έλεγε αυτό και το άλλο. «Πες στην Μαλβίνα ότι θέλω να έρθω». Λέω «Η Μαλβίνα δεν δέχεται επισκέψεις. Έλεγε η Μαλβίνα «δεν είναι οι άνθρωποι που εγώ έχω συζητήσει το πρόβλημά μου. Είναι άνθρωποι που με ξέρουνε από αυτόν τον χώρο». Και το άλλο. «Έρχονται για να με δούνε και μετά να πάνε σπίτια τους και να νιώθουν τυχεροί που αυτοί είναι καλά». Γι αυτό δεν ήθελε».

-Τραγουδούσε καθόλου στο νοσοκομείο;

«Το τελευταίο τραγούδι που ακούστηκε από τα χείλη της στο νοσοκομείο ήταν το «Εξαρτάται μου λες εξαρτάται» της Χάρις Αλεξίου. Το τραγουδούσαμε μαζί. Η τηλεόραση έδειχνε κάτι από μια συναυλία της Αλεξίου. Μου έχει μείνει αυτό. Τα θυμάμαι αυτά. «Το τελευταίο τραγούδι που τραγούδησε η Μαλβίνα» λέω».

-Αν την έβλεπες τώρα τι θα της έλεγες;

(Ξαφνιάζεται, χαμογελά πλατιά και τα μάτια της λάμπουν) «Τη λατρεύω. Την λατρεύω! Δεν μπορείς να φανταστείς… Νιώθω ένα πόνο… Δεν μπορείς να φανταστείς… Ονειρεύομαι να μπορούσαμε να γυρίζαμε πίσω εφτά χρόνια. Τότε δεν με ήξερε, αλλά να ήξερα εγώ τι πρόκειται να γίνει και να την έπαιρνα σηκωτή και να την πήγαινα σε ιατρεία. Γιατί έφυγε τσάμπα. Για ένα τεστ Παπ έφυγε».

-Τι σου λείπει περισσότερο από την Μαλβίνα;

«Ν’ ακούσω μόνο την φωνή της. Κοίτα και τώρα ακόμα στέλνω στο κινητό της μηνύματα».

-Στέλνεις μηνύματα στο κινητό της ακόμα;

«Ναι, βεβαίως… να κοίτα. Βλέπεις εδώ; Αποθηκευμένα. «Σε λατρεύω και μου λείπεις γλυκιά μου. Αντουλίνα» – γιατί εμένα με φώναζε Αντουλίνα. Και λέω σε όλους «Δεν θέλω κανένας άλλος να με φωνάζει Αντουλίνα».  Άλλο μήνυμα, να κοίτα. «Μου λείπεις. Η Αντουλίνα σου.» Τα γράφω και τα αποθηκεύω. Την συσκευή της την έχασα δέκα μέρες πριν πεθάνει και όταν τώρα παίρνω και μου λέει απενεργοποιημένο, τι να σου πω… κοντεύω να πεθάνω κι εγώ… Καμιά φορά όταν είμαι μόνη μου λέω «Κάτσε να στείλω μήνυμα».  Η μερικές φορές το πρώτο πράγμα το πρωί. Της γράφω «Καλημέρα. Η φιλενάδα σου».  Και ξέρεις κάτι… είμαι από Αλβανία. Καμιά σχέση με Χριστιανισμό και τέτοια. Μετά από αυτή την εμπειρία είναι η πρώτη φορά που πιστεύω στον Θεό. Δεν γίνεται, λέω, μόνο το σώμα φεύγει. Δεν μπορώ εγώ να δεχτώ ότι έχει φύγει ένας άνθρωπος που αγαπάω. Κοιτάω καμιά φορά πάνω. «Δεν υπάρχει περίπτωση. Κάπου είναι λέω. Μ’ ακούει. Δεν γίνεται» ή κάθομαι και λέω, «αν έρθει κάποιο πουλί κοντά μου, θα είναι η Μαλβίνα».  Δεν θα το πιστέψεις αυτό που θα σου πω. Είχα παρκάρει εδώ πιο κάτω μια μέρα. Το αμάξι μου άναβε, αλλά δεν έπαιρνε μπρος. Είχα μείνει έτσι πάνω από μισή ώρα. Και λέω: «σε παρακαλώ Μαλβίνα, αν μ’ ακούς βοήθησέ με να φύγω από δω.» Και μετά δίσταζα να το ανάψω γιατί σκεφτόμουνα, ότι αν δεν ανάψει πάει να πει ότι δεν με ακούει, ότι δεν υπάρχει. Και λέω «να το ανοίξω ή να μην το ανοίξω;». Μπορείς να μου πεις: «Ρε Άντα, σύμπτωση ήταν. Μην τα παίρνεις έτσι!». Το άνοιξα και πήρε μπρος το αυτοκίνητο. Kι όπως βγαίνω από το δρόμο λέω «Παναγία μου! Μαλβίνα υπάρχεις». Και μπαίνω επί τόπου στο νεκροταφείο. Δεν φεύγω να πάω στο σπίτι μου στον Πειραιά. Και το νεκροταφείο ήταν κλειστό. Κάθισα εκεί απέξω πέντε λεπτά. Κάπνισα ένα τσιγάρο και λέω «Γλυκιά μου, είσαι δίπλα μου». Αν μπορείς να το πιστέψεις πίστεψέ το…

-Περνάς καμιά φορά απ έξω από το σπίτι;

«Πολλές φορές. Και έτυχε πριν πέντε μέρες πού πήγα, να δω ότι το βάφουν. Η πόρτα ήταν ανοιχτή. Μπήκα μέσα κι ενώ το σπίτι ήταν άδειο, με εφημερίδες στο πάτωμα, εγώ το είδα γεμάτο. Όπως ήτανε. Κλάμα! Γιατί ξέρεις; Πεθαίνει ένας άνθρωπος αλλά τουλάχιστον δεν χαλάει το σπίτι του… Εδώ χάλασε το σπίτι του».

-Τι ήταν για σένα η Μαλβίνα με δυο λόγια;

«Η Μαλβίνα μου; Ο καλύτερος άνθρωπος. Η πιο καλή ψυχή. Και δεν ήξερα ότι εγώ θα αγαπούσα τόσο ένα άνθρωπο, γιατί συνήθως είμαι πολύ κρύα. Δεν ήξερα ότι μπορούσα να αγαπήσω ένα άνθρωπο. Και το έμαθα εκεί. Με την Μαλβίνα. Δεν το λέω μόνο εγώ αυτό. Μου το λένε στην οικογένειά μου. Μου λένε «εσύ αποκλείεται να κάνεις έτσι για έναν άνθρωπο. Αποκλείεται». Φτάσανε σε σημείο οι δικοί μου, η μάνα μου, ο αδερφός μου, ο πατέρας μου να μου πούνε συλλυπητήρια».

-Την έχεις δει ποτέ στον ύπνο σου;

«Πολλές φορές. Δεκαπέντε Αυγούστου μου ζητάει μια καθαρή πετσέτα και σοκολάτα. Της λέω «την καθαρή πετσέτα μπορώ να την βρω. Την σοκολάτα όμως;». Είχα πολλά γλυκά αλλά δεν μπορούσα να βρω την σοκολάτα που ήθελε. Δεν της είπα ότι δεν έχω. Της είπα «θα ψάξω να την βρω». Δεν ξέρω τι σημαίνει. Και μια άλλη φορά πάλι που ήταν έγκυος. Έγκυος και άρρωστη με αυτήν την αρρώστια που είχε. Και μου λέει «‘Αμάν ρε ‘Αντα. Πότε θα τελειώσει αυτό το πράγμα!». Της λέω «Θα τελειώσει γρήγορα» κι αυτή παίρνει τότε ένα τσιγάρο και ρουφάει μια βαθιά και λέει «Αχ! Το φχαριστήθηκα». Την άλλη μέρα πήγα και κάπνισα τσιγάρο μαζί της. Αφήνω και κανένα τσιγάρο καθώς φεύγω. Στην αρχή της άφηνα τσιγάρα, λεμονίτα και γρανίτα φράουλα. «Άντε της λέω. Σου έφερα, μην έχεις παράπονο από μένα».

Ο Πέτρος Μπιρμπίλης έχει εκδώσει συλλογές διηγημάτων, ποιήματα, την νουβέλα “Μπελ Ετουάλ” καθώς επίσης την βιογραφία της Μαλβίνας Κάραλη από τις εκδόσεις Οδός Πανός.