Λογοτεχνία: Λεονάρντο Σιάσια, η αλήθεια και οι … «αλήθειες» της εξουσίας

ΑΠΟ ΤΟΝ ΦΟΙΒΟ ΓΚΙΚΟΠΟΥΛΟ

Κατά το τέλος της δεκαετίας του ’60 και τις αρχές της δεκαετίας του ’70 η συγγραφική δραστηριότητα του Λεονάρντο Σιάσια παρουσιάζει, αν όχι μια πραγματική στροφή, σίγουρα μια σημαντική αλλαγή πλεύσης: ο συγγραφέας αρχίζει να περνά τα σύνορα της περιοχής του, δεν είναι πια μόνο σικελοί οι πρωταγωνιστές της αφήγησής του, και το περιβάλλον όπου αυτοί κινούνται δεν είναι μόνον η Σικελία. Αλλά αν το νησί στην εθνική και γεωγραφική του οντότητα, μπαίνει κατά κάποιο τρόπο στο περιθώριο, παραμένει με όλο το τεράστιο νόημα και αξία η ηθική Σικελία, η Σικελία ως «πνευματική κατηγορία», η Σικελία ως κλειδί στην ερμηνεία του κόσμου του Σιάσια. Γιατί η γη όπου γεννήθηκε και έζησε ο συγγραφέας, μέσα στο έργο του προσέλαβε χαρακτηριστικά που όλο και περισσότερο προσπάθησαν να την ανυψώσουν σε παγκόσμιο επίπεδο.  Η Σικελία είναι η γη του πόνου, της μιζέριας, της κούρασης, της πείνας (Οι εκκλησίες της Ρεγκαλπέτρα, 1956), η γη της βίας, της καταπίεσης, της αυθαιρεσίας της εξουσίας (Μαφία), η γη όπου η ιστορία δεν φαίνεται να κινείται και η λογική να μην βγαίνει ποτέ νικήτρια (η Σικελία του χθες και του σήμερα). Που, αν θέλουμε να δούμε τα πράγματα σφαιρικά, είναι παγκόσμια ανθρώπινα δεδομένα, παρά τυπικά και συγκεκριμένα μιας μεμονωμένης και τοπικής πραγματικότητας.

Αν εξετάσουμε με προσοχή την παραγωγή του Σιάσια από το 1970 ως το θάνατό του (1989), οι παραπάνω σκέψεις ξεπηδούν σαν μια ανάγλυφη σημείωση γύρω από τη δραστηριότητα του συγγραφέα. Πράγματι, αν τα πρόσωπα και το περιβάλλον είναι σικελικά και προβάλλονται στον κόσμο του σήμερα, στα γεγονότα του σύγχρονου κόσμου, αυτό αποτελεί το πιο βαθύ, εσωτερικό νόημα των έργων του. Οι ιστορίες του Σιάσια, κατασκευασμένες με εκπληκτική διαύγεια που οφείλεται στην ίδια την ποιότητα της γραφής και στην αυστηρή ενορχήστρωση των αφηγηματικών δομών, παρουσιάζονται ως τέλειοι μηχανισμοί ικανοί να εντυπωσιάσουν, από την πρώτη στιγμή, για την επιφανειακή γραμμικότητά τους. Προϊόντα ενός μελετημένου μοντάζ χωρίς ρήγματα, αλλά πολυσύνθετης πραγματοποίησης, δεν είναι ποτέ «παιγμένες» σε ένα και μοναδικό επίπεδο, ούτε μπορούν ή θέλουν να καταλήξουν σε ένα καθαρά αφηγηματικό μήνυμα. Είναι σε θέση να γοητεύσουν για τη σίγουρη εξέλιξή τους, μέχρι τις τελευταίες λεπτομέρειες, σύμφωνα με την πλοκή τους, αλλά επιβάλλονται κυρίως για την εμβληματικότητά τους, για την ενεργό παρουσία μιας σειράς από γεγονότα που είναι ιστορικο-πολιτικά, ηθικο-κοινωνικά, ψυχολογικά, πολιτισμικά και που επιτρέπουν ακριβώς την απλοποίηση με μία ιστορία για να προσφέρουν την ερμηνεία της ιστορίας.

Αυτή η προκαταρκτική θεώρηση μπορεί να βρει σύμφωνους τόσο τους αναγνώστες των διηγημάτων του με κύριο θέμα τη Μαφία, όσο και εκείνους που στρέφονται προς τις ιστορικές αναδρομές του συγγραφέα. Οι ιδεολογικές συντεταγμένες συμβάλλουν αποφασιστικά στην κατασκευή του φανταστικού κόσμου στο Ο ιππότης και ο θάνατος (1988) και εκφράζουν την πεσιμιστική εξέλιξη του ορθολογισμού του Σιάσια, που παρακινείται από τα σκοτεινά γεγονότα των τελευταίων δεκαετιών που εμπλέκουν τους κρατικούς μηχανισμούς της Ιταλίας. Η πλοκή του μυθιστορήματος και, κυρίως η κατάληξή του, δίνει την ευκαιρία για μια αδυσώπητη ανάλυση του ιταλικού, και όχι μόνο, πολιτικού κόσμου. Η γραμμή της ιστορίας, από τη Σικελία φτάνει στη Ρώμη. Έτσι ώστε ο Ιππότης μπορεί να κάνει την «απολογία της εξουσίας» σε μια χώρα «φανταστική», όπου οι ιδεολογίες υποκρίνονται πιραντελλικά τον ρόλο που τους ορίζει η ίδια η εξουσία. Κάτω από μια τέτοια ερμηνευτική υπόθεση, η αφηγηματική λειτουργία των πρωταγωνιστών δεν είναι να ανακαλύψουν τον δράστη των εγκλημάτων, αλλά την αλήθεια αυτής της εξουσίας. Η οποία δεν μπορεί παρά να δολοφονήσει για να επιβεβαιώσει τον εαυτό της. 

Η πεσιμιστική εξέλιξη της ιδεολογίας του Σιάσια, συντονισμένη με την μεταμόρφωση του ορθολογισμού του πάνω στη θεώρηση του κόσμου, βασισμένη ακόμη σε μια δυνατή ηθική ένταση, σε μια μέθοδο ανάλυσης του πραγματικού, είναι απόλυτα συνεπής: αν μετά τη δεκαετία του ’70 ο διαχωρισμός ανάμεσα στην κοινωνία των πολιτών και την κοινωνία των πολιτικών, ανάμεσα στην κοινωνία και το κράτος, ήταν τελειωτικός σε σημείο ώστε να καθορίσει το τέλος του ρόλου της αντιπολίτευσης∙ αν η αλήθεια είναι πια μια αλήθεια του κράτους, του κόμματος, οι καταστάσεις που περιγράφονται στον Ιππότη είναι η έκφραση του οριστικού εγκλωβισμού του πολιτικού κόσμου του Σιάσια στον ίδιο του τον εαυτό.  Δεν θα επεκταθώ σε λεπτομέρειες γιατί θα ήταν άστοχο, ακριβώς επειδή πρόκειται για ένα είδος «detective-story». Ό,τι σημείωσα θα πρέπει να είναι αρκετό για να αναδείξει τον πλούτο της αφήγησης, που γεννήθηκε από τις εντάσεις μιας μόνιμης σύγκρουσης που –εσωτερική στα γεγονότα και στη συνείδηση του συγγραφέα- καταλήγει σε μια χλευαστική και διαβρωτική σάτιρα όπου, από την κουλτούρα στα ήθη, από την εκτελεστική εξουσία στην πολιτική, τίποτε δεν σώζεται και η πίκρα μιας τόσο γενικής καταστροφής συμβιώνει, μέσα από την καταγγελία, με την πολιτικο-κοινωνική προσφορά. Άλλο τόσο άμεσες πρέπει να είναι δύο θεωρήσεις: η πρώτη σχετική με τις δυσκολίες να βρεθεί, μέσα από συνήθη σχήματα, ένας ικανοποιητικός ορισμός και η δεύτερη, συναφής με τις διαφορετικές προοπτικές κάτω από τις οποίες μπορεί να κριθεί ένα τέτοιο έργο. Για το πρώτο σημείο, θα έλεγα ότι ο Ιππότης είναι μια αλληγορία, με άλλα λόγια, μια απολογία, στην οποία μπορούμε και πρέπει να αποδεχτούμε ένα λογοτεχνικό μήνυμα, άρρηκτα δεμένο με την ιστορική πραγματικότητα. Και θα προσέθετα επίσης ότι μπορεί να θεωρηθεί ως ένα «conte philosophique», όπου στα μοντέλα του 18ου αιώνα (μια περίοδος τόσο αγαπητή στα αναγνώσματα του Σιάσια) παρεμβάλλονται οι ρεαλιστικές απαιτήσεις της μεγάλης, σύγχρονης πεζογραφίας.

Για το δεύτερο σημείο, σχηματοποιώντας, θα έλεγα ότι ο Ιππότης μπορεί να εκτιμηθεί και από καθαρά λογοτεχνικές παραμέτρους: για παράδειγμα, είναι θαυμαστή η φιγούρα του πρωταγωνιστή, που ο Σιάσια με ευστροφία αφήνει να δράσει χωρίς να επιχειρεί εξωτερικές περιγραφές και που επιβάλλεται, ταυτόχρονα, ως αυτόνομο πρόσωπο, ως αφηγηματικό εγώ και ως alter ego του συγγραφέα ή εκτιμάται, γενικότερα, για τις υφολογικές και τεχνικές του αρετές, για τις οποίες ο Σιάσια δίνει δείγματα. Αλλά, για τον αναγνώστη, το βιβλίο είναι ανησυχητικό, δυστυχώς σύγχρονο, γιατί η προσοχή επικεντρώνεται στα πολιτικο-κοινωνικά προβλήματα που πλανώνται και δεν σταματά στην προσπάθεια να κάνει παραλληλισμούς με ορισμένα στοιχεία άλλων σύγχρονων συγγραφέων (Κάφκα; Όργουελ; Μπόρχες; Γκάντα; Καλβίνο;) αλλά ψάχνει τις πολλές σχέσεις με γεγονότα και πρωταγωνιστές της σύγχρονης ιστορίας. Σε γενικές γραμμές πάντως, οι αντιδράσεις του αναγνώστη δεν μπορούν παρά να είναι σε ουσιαστικό συντονισμό με εκείνες που ο συγγραφέας αποδίδει στον εαυτό του όταν, αφού προσδιόρισε το μυθιστόρημα ως «απολογία» και «παρωδία», εξομολογείται: «διασκέδαζα όταν άρχιζα να το γράφω, όταν το τελείωσα δεν διασκέδαζα πια».