Υπόθεση Τοπαλούδη : Όταν η Ελένη αναζητά δικαίωση…

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΝΑ ΣΤΕΡΓΙΟΥ

Η υπόθεση της Ελένης Τοπαλούδη είναι μία υπόθεση, που συγκλόνισε ολόκληρη την ελληνική κοινωνία. Θα μας ακολουθεί, όπως συνέβη με την υπόθεση Φραντζή, με την υπόθεση των σατανιστών της Παλλήνης. Τόσο για το γεγονός ότι αυτό το κορίτσι πήγε όντως ως πρόβατο για σφαγή, και κάποιοι προσπάθησαν να τυμβωρυχίσουν εις βάρος της με την γελοία δικαιολογία «αυτή τα ήθελε», όσο και για το γεγονός ότι η στάση της οικογένειάς της, κι ειδικά του πατέρα της, που με σεβασμό και αξιοπρέπεια προσπάθησε να μην ξεφύγει από τα όρια. Η ελληνική κοινωνία είδε στο πρόσωπο της Ελένης, το δικό τους κορίτσι, τη δική τους κόρη, αδελφή, εγγονή. Είδε ένα πλάσμα, που είχε όλη την ζωή μπροστά του, να αργοπεθαίνει σ΄ έναν βασανιστικό θάνατο, μαρτυρικό θα λέγαμε. Αυτό από μόνο του συνιστά μία τραγωδία. 

Η δικιά μας Ελένη

Ελένη μεγαλωμένη ως ένα παιδί με αρχές δεν φαντάζεται ότι θα βρεθεί στον δρόμο δυο  νέων ανθρώπων, που κλιμακώνουν τη βία τους, αναζητούν το θύμα τους. Πιστεύει στην αυτοδιάθεση του σώματός της. Κι η Ελένη, που μεγαλωμένη στα πούπουλα, όπως μεγαλώνουμε τα παιδιά μας, δεν γνωρίζει ότι το κακό μπορεί να κρύβεται στα πρόσωπα δυο τόσων νέων ανθρώπων, οι οποίοι δεν σκέφτονται τίποτα άλλο παρά μόνο να ικανοποιήσουν τον εαυτό τους και να βγουν αλώβητοι από το έγκλημα  του βιασμού κι εν τέλει της ανθρωποκτονίας από πρόθεση. Η Ελένη έγινε η δική μας φοιτήτρια, η κόρη κάθε γονιού, που ενώ πάει για να σπουδάσει σε άλλη πόλη για να γίνει χρήσιμος άνθρωπος στην κοινωνία, βρίσκεται μπροστά στον μαρτυρικό θάνατο. Πολλοί γονείς, που τα παιδιά τους σπουδάζουν, μακριά δεν κοιμήθηκαν, πολλά βράδια, όταν άκουσαν την υπόθεση της Ελένης. Πολλοί παππούδες αναρωτήθηκαν για τα δικά τους εγγόνια. Πολλά τηλέφωνα άναψαν, για να πουν: «Πρόσεχε είδες τι έγινε στην Ελένη…».

Η αοριστία του κακού

Η Ελένη, που ζει πια στις καρδιές όλων μας, υπήρξε όντως αφελής. Γιατί έτσι είχε μεγαλώσει. Μεγάλωσε  με πολλή αγάπη, για να καταλάβει πως δεν μεγαλώνουν όλοι έτσι. Κι έχει μεγαλώσει με την πεποίθηση των δικών της, πως το κακό θα φανεί. Όμως, το κακό ενίοτε έχει πολύ ωραίο πρόσωπο. Μπορεί να έχει πολύ ωραία μάτια, πολύ ωραίο χαμόγελο, μπορεί να είναι πολύ γλυκομίλητο, μπορεί να κρύβεται σε ένα πολύ ωραίο κορμί. Μπορεί να κρύβεται σε μία βόλτα.  Έχει μεγαλώσει σε μία οικογένεια, που σέβονται τις γυναίκες. Μα, δεν έχει καταλάβει ότι δεν μεγαλώνουν όλοι έτσι. Δεν μεγαλώνουν όλοι σε οικογένειες, που σέβονται τις γυναίκες. Και σε αυτό δεν φταίει βέβαια η Ελένη. Φταίει ο τρόπος που μεγαλώνουμε τα παιδιά μας, αναφερόμενοι αόριστα στο κακό. Σε αυτή τη δίκη όμως, δεν υπάρχει μόνο η Ελένη. Υπάρχουν και δυο άλλες οικογένειες, που βιώνουν με τον δικό τους τρόπο, τα δικά τους δράματα. Υπάρχουν δυο άλλες οικογένειες, που έβγαλαν αυτά τα παιδιά. Πόσο έφταιξαν αυτές; Πόσο αυτές δυναμίτισαν το φυτίλι; Καμία Πρόνοια δεν υπάρχει στο κράτος για το πριν. Οι προνοιακές μας δομές έχουν ελάχιστους υπαλλήλους , όταν οι ανάγκες είναι πολλαπλάσιες. Αντί της πρόληψης καταστολή. Αντί να προσεγγιστεί αυτό το παιδί, πριν, προτού αλλάξει τόσα σχολεία, εμείς ως κοινωνία κάναμε πως δεν ξέραμε.  Οι ευθύνες των γονιών των καταδικασθέντων νέων είναι τεράστιες αλλά της οργανωμένης πολιτείας ακόμη περισσότερες. Όταν ένα παιδί έχει επανειλημμένα βίαιη συμπεριφορά οφείλει να δώσει λύση, πριν, όχι μετά.

Δίκη και δικαστικοί λειτουργοί

 Η δεύτερη όψη του νομίσματος είναι η αγόρευση της εισαγγελέως στη δίκη. Οι εισαγγελείς είναι άνθρωποι. Έχουν κι αυτοί συναισθήματα. Και στο πρόσωπο της Ελένης ή της κάθε Ελένης μπορεί να έχουν τους δικούς τους εφιάλτες. Η αγόρευση της εισαγγελέως ήταν συγκλονιστική από κάθε άποψη, γιατί εξέφρασε πολλά απ΄ αυτά που όλη η κοινωνία ήθελε να πει. Είδε τη δικογραφία, είδε τα ευρήματα, είδε τα πρόσωπα των κατηγορουμένων, γνώρισε έστω μακριά τους γονείς της Ελένης. Είδε πως προσπάθησαν έστω και την τελευταία στιγμή οι δυο κατηγορούμενοι να ξεφύγουν από τις ευθύνες τους, κατηγορώντας και καρφώνοντας ο ένας τον άλλον. Κανείς δεν ξέρει τι ήταν αλήθεια και τι ψέματα παρά μόνο αυτοί οι δυο τι ακριβώς συνέβη εκείνο το βράδυ κι ίσως κάποιος άλλος, που τους βοήθησε, όπως φάνηκε από την αγόρευση της εισαγγελέως. Οι εισαγγελείς δεν καταδικάζουν βέβαια. Οι εισαγγελείς έχουν υποχρέωση από το νόμο να βρουν τις αποδείξεις εκείνες, ώστε να πείσουν δικαστές και ενόρκους για το γεγονός ότι κάποιος είναι ένοχος ή αθώος ή έστω τι ποινή θα του αναλογεί. Υπάρχουν εισαγγελείς, οι οποίοι δείχνουν πρωτοφανή σκληρότητα, υπάρχουν εισαγγελείς που είναι μετριοπαθείς και σε σπανιότατες περιπτώσεις πιο ψύχραιμοι. Είναι αλήθεια όμως, ότι σε όλες τις σχολές της Νομικής και ορθώς διδάσκεται ότι ο εισαγγελέας δεν μπορεί να ταυτίζεται με το θύμα ή τον κατηγορούμενο. Η Δικαιοσύνη έχει να κάνει με το κοινό περί Δικαίου αίσθημα αλλά και με την διεξαγωγή μιας δίκαιης δίκης. Με την πρωτοφανή αγόρευσή της η εισαγγελέας ικανοποίησε το κοινό περί δικαίου αίσθημα, αλλά η ίδια δυναμίτισε και την παρουσία της, γιατί θα μπορούσε κάλλιστα να βγει από τη δίκη.  Η απόλυτη ταύτισή της με την οικογένεια του θύματος ήταν απαράδεκτη. Η ίδια ξέρει αν δέχτηκε πιέσεις, στη δίκη κι όλα αυτά θα έπρεπε να διερευνηθούν, για το αν κάποιοι πίεζαν να πέσουν στα μαλακά οι κατηγορούμενοι.

Ο ρόλος του εισαγγελέα, ανεξάρτητα αν άρεσε σε όλη την ελληνική κοινωνία η αγόρευσή της, ανεξάρτητα αν ταυτιστήκαμε όλοι γιατί είπε αυτά που θα θέλαμε να πούμε είχε δυο κλειδιά τα οποία δυναμιτίζουν  την απόδοση δικαιοσύνης: Το ένα έχει να κάνει με την πλήρη ταύτισή της , γι΄ αυτό ακόμη και δικαστικοί λειτουργοί έσπευσαν ν΄ αντιδράσουν κι όχι μόνο δικηγόροι, όπως ο πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, Δ. Βερβεσός, που ζήτησαν την εξαίρεσή της από τη δίκη. Το δεύτερο κλειδί είναι πως η ίδια η εισαγγελέας δεν κατόρθωσε να βρει, ποιος από τους δυο κατηγορούμενους ήταν ο ιθύνων νους σ΄ αυτό το διπλό έγκλημα του βιασμού και της ανθρωποκτονίας από πρόθεση. Η εμπειρία έχει δείξει ότι σχεδόν πάντα σε περιπτώσεις τέτοιων εγκλημάτων, ένας από τους δυο καταδικασθέντες δεν έχει τον ίδιο ρόλο, δηλαδή έχει μειοψηφικό ρόλο στο έγκλημα. Κλασική υπόθεση για όλα αυτά, η υπόθεση των δολοφόνων της Παλλήνης. Νέων παιδιών, που εγκλημάτησαν εναντίον γυναικών, με την υπόθεση του σατανισμού.

Γυναικοκτονία & έμφυλη βία

Το τελευταίο διάστημα το έγκλημα της Γυναικοκτονίας έχει καθιερωθεί ως τέτοιο. Η γυναίκα, το άλλο μισό της Γης, εξακολουθεί να είναι σε μειονεκτική θέση και να υφίσταται την έμφυλη βία. Βία, η οποία προέρχεται, από την ίδια την πατριαρχική δομή της κοινωνίας, από παλαιολιθικές δομές, από νοοτροπίες, από προβληματικές συμπεριφορές, που προέρχονται από το παρελθόν, ενώ η κοινωνία έχει προχωρήσει μπροστά. Σ΄ αυτό το πλαίσιο λοιπόν, ενώ θα έπρεπε το μάθημα της Κοινωνιολογίας,  να επεκταθεί και σε άλλες σχολικές τάξεις κι όχι μόνο ως εξεταστέο μάθημα για την είσοδο στα Πανεπιστήμια, η  Νίκη Κεραμέως, ως υπουργός Παιδείας, ωσάν να ζει σε άλλο πλανήτη, εξακολουθεί να θεωρεί πως τα λατινικά θα λύσουν το πρόβλημα. Σ΄ έναν κόσμο που διαρκώς αλλάζει, που εξακολουθούμε να έχουμε έντονα περιστατικά βίας κατά γυναικών, εκείνη πετά στον κάλαθο των αχρήστων το μάθημα και μόνο κατόπιν πιέσεων δέχτηκε να συναντηθεί με τους Κοινωνικούς Επιστήμονες.  

Η έμφυλη βία δεν είναι μία κοινωνική κατασκευή. Είναι μία πραγματικότητα. Είναι ένα ολέθριο πισωγύρισμα και γι΄ αυτό συναντά αντιδράσεις και από το ίδιο της το κόμμα, αφού ήδη κατέθεσε σχετική ερώτηση η βουλευτής της ΝΔ, Έλενα Ράπτη ενώ είναι γνωστό πως κι άλλα και κυβερνητικά ή κοινοβουλευτικά στελέχη αντιδρούν. Η παιδεία είναι αυτή που κάνει τους ανθρώπους λιγότερο βίαιους. Η παιδεία είναι ο μόνος δρόμος , πέρα από την οικογένεια, για να μην ξαναζήσει άλλη ελληνική οικογένεια το δράμα των γονιών και του αδερφού της Ελένης. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος, πέρα από την ενίσχυση των προνοιακών δομών κι από την εκπαιδευτική υποστήριξη. Τα τελευταία χρόνια έγιναν κάποια βήματα με την εισαγωγή ψυχολόγων και στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση αλλά χρειάζονται περαιτέρω ενίσχυση. Επιπλέον, είναι δικαίωμα και υποχρέωση των σύγχρονων γυναικών να μάθουν τους γιους τους , να σέβονται τις γυναίκες. Να σέβονται το Όχι τους. Όταν εκείνες ανέχονται τη βία στο σπίτι τους, αναπαράγουν στον γιο τους, τα πατριαρχικά στερεότυπα με το δίκιο του ισχυρού.  Όταν δέχονται βία δίχως ν΄ αντιδρούν μαθαίνουν τα κορίτσιά τους, πως η βία είναι κάτι φυσιολογικά. Τα δεσμά της βίας πρέπει να τα σπάνε όσο επώδυνο κι αν είναι, γιατί κάνουν όχι μόνο κακό στον εαυτό τους, αλλά στα ίδια τους τα παιδιά.

ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΚΑΤΑ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

Ευθεία παρέμβαση στη δικαιοσύνη:  

Το τέταρτο ζήτημα που τίθεται κι είναι το πιο σοβαρό απ΄ όλα είναι πως σε αυτήν την υπόθεση παρενέβη ο υφυπουργός της κυβέρνησης, με κείμενό του. Ο υφυπουργός Άκης Σκέρτσος, που θεωρείται εκ των αποτελεσματικών της κυβέρνησης, θα έπρεπε να έχει αποβληθεί χθες από την κυβέρνηση. Δεν νοείται να μην ξέρει ότι δεν έχει κανένα λόγο να ανακατευτεί σε μία υπόθεση, που είναι σε εξέλιξη και με την παρέμβασή του παραβιάζει την Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών. Η Δικαιοσύνη κι εδώ θα έπρεπε να υιοθετηθεί η πρόταση του ΚΚΕ, θα έπρεπε να είναι πλήρως απεξαρτημένη από τα κόμματα. Δε νοείται μέχρι σήμερα, να μιλάμε για διάκριση των Εξουσιών και να παρεμβαίνει ο υφυπουργός, τη στιγμή μάλιστα που υπάρχουν υπόνοιες, ότι κορυφαίο στέλεχος της ΝΔ έχει συγγενικό δεσμό με τον έναν από τους δυο κατηγορούμενους. Η παρέμβασή του προσβάλλει τον θεσμό της Δικαιοσύνης κι είναι αδιανόητη. Δεν είναι ένα τοπικό υψηλόβαθμο στέλεχος της ΝΔ. Είναι στέλεχος της κυβέρνησης. Κι ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι έκθετος, γι΄ αυτήν την παρέμβαση του υφυπουργού του, ανεξαρτήτως κινήτρων. Ο ίδιος κατακεραύνωνε τον Αλέξη Τσίπρα, για ήσσονος διαδικασίας θέματα και ορθώς και τώρα αφήνει ένα παράθυρο ανοιχτό, για ευθείες παρεμβάσεις στη δικαιοσύνη. Είναι ανεπίτρεπτο γιατί  παραβιάζει ευθέως το άρθρο 26 του Συντάγματος. Και κάθε κυβέρνηση ορκίζεται ότι υπερασπίζεται το Σύνταγμα της χώρας. Ο Κωνσταντίνος Τσιάρας ως υπουργός Δικαιοσύνης οφείλει να δώσει λύση στο αδιέξοδο.

Αδίκημα και εγκλεισμός:

Οι γονείς της Ελένης δεν θα ξαναπάρουν το παιδί τους πίσω. Καλούνται να ζήσουν πάντα, με τους εφιάλτες της κόρης τους. Είναι γεγονός. Δεν υπάρχει αρκετή τιμωρία για έναν γονιό, που χάνει το παιδί του και μάλιστα με τόσο απεχθή τρόπο. Και στον τοίχο να τους έστηναν τους δυο κατηγορούμενους, πάλι το ίδιο είναι. Από την άλλη πλευρά, όμως η δικαιοσύνη δεν μπορεί να λειτουργεί με στόχο μόνο την τιμωρία. Στόχος της δικαιοσύνης πρέπει να είναι η τιμωρία για το αδίκημα ώστε να προστατεύει τα μέλη της κοινωνίας , απ΄ όλους επίδοξους βιαστές – δολοφόνους αλλά πάνω κι απ΄ αυτήν ο σωφρονισμός. Η συζήτηση στη δικαιοσύνη, δεν έχει να κάνει μόνο περί των συναισθημάτων ενός γονιού. Έχει να κάνει και με τα δικαιώματα των κατηγορούμενων, τα οποία πρέπει να είναι υπαρκτά. Κάθε κατηγορούμενος ακόμη και για το πιο απεχθές έγκλημα δικαιούται να έχει δίκαιη δίκη. Χιλιάδες φορές έχουν γίνει λάθη, σε δικαστήρια, χιλιάδες φορές πάνε κατηγορούμενοι στα δικαστήρια, εκείνοι ως πρόβατα επί σφαγή. Η έδρα πολλές φορές απαξιώνει τον συνήγορο του κατηγορουμένου.

Θυμάμαι φίλη πρώην εισαγγελέα όχι στην Ελλάδα να μου λέει πως πολλές φορές, όταν ακούσεις την ίδια ιστορία, δυσκολεύεσαι να πιστέψεις ότι ο άλλος έχει δίκιο, ακόμη κι αν έχει. Η υπόθεση της Ελένης σαφώς έχει στηρίγματα νομικά. Οι κατηγορούμενοι ομολόγησαν πως συμμετείχαν στο έγκλημα. Όμως, η ελληνική κοινωνία ξέχασε πόσο πιέστηκε για να κάτσει 3 μήνες στο σπίτι μαζί με συγγενικά πρόσωπα. Ξέχασε γρήγορα πόσο άσχημο είναι να θέλεις άδεια για να κάνεις οτιδήποτε, ακόμη και για να πας εσύ ο ίδιος στο σούπερ μάρκετ. Η εμπειρία του εγκλεισμού, που ήταν εν μέρει οικειοθελής κι εν μέρει επιβεβλημένος δεν μας έκανε σοφότερους. Δεν είναι κολλέγιο οι φυλακές. Δεν περνάς καλά στη φυλακή. Κι αυτό οι νομικοί το ξέρουν. Κι οι άνθρωποι που ασχολούνται με τη δικαιοσύνη, νομικοί, κοινωνιολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί, ψυχολόγοι ξέρουν ότι αν κάτσει ένας άνθρωπος, πάνω από 16 χρόνια, δεν θα γίνει καλύτερος.

Ηλικία και ποινή:

Οι άνθρωποι, που καταδικάστηκαν είναι νέοι άνθρωποι. Κι ο κόσμος πάντα ταυτίζεται με το θύμα κι όχι με τον θύτη αλλά καλώς ή κακώς στο εδώλιο του κατηγορουμένου έχει τύχει να κάτσουν πολλές φορές άνθρωποι, που δεν είχαν κάνει το αδίκημα αλλά καταδικάστηκαν. Η δικαιοσύνη πρέπει να δουλεύει με αποδείξεις κι όχι με συναισθηματισμό δικαστικών λειτουργών. Και πρέπει να έχει δικλείδες ώστε κάποιος αθώος που βρέθηκε στη θέση του κατηγορουμένου, να μην τρελαθεί. Η πρόσφατη υπόθεση που ταλάνισε την Αμερική, με τον Ελληνοαμερικανό, ο οποίος αυτοκτόνησε γιατί ενώ δεν είχε κάνει το αδίκημα, οι δικαστικές αρχές τον στοχοποίησαν, δεν είναι μακρινή.  Εν προκειμένω ο Ροδίτης κι ο Αλβανός έχουν όλον τον καιρό μπροστά τους να ζουν και να μετανιώσουν γι΄ αυτό, που έκαναν. Να μετανιώσουν ειλικρινά. Γιατί ακόμη κι η φυλακή είχε πισίνες, πάλι φυλακή είναι. Δεν είναι παιδική χαρά.

Η Ελένη έχασε τη ζωή της, μαρτυρικά κι αυτοί, έχουν να βιώσουν τον εγκλεισμό, τον οποίο βεβαίως κι αξίζουν. Οι νόμοι της φυλακής, που έχουν να κάνουν με τις σχέσεις των κρατουμένων, και συχνά είναι αμείλικτοι. Και πολλοί από τους κρατούμενους είναι γονείς. Και βλέπουν στα πρόσωπα των βιαστών και δολοφόνων της Ελένης τα δικά τους κορίτσια. Οι νέοι αυτοί άνθρωποι, έχουν λοιπόν και να προσαρμοστούν στην κοινωνία της φυλακής, η οποία έχει τους δικούς της κανόνες, αφού κάθε απεχθές έγκλημα αντιμετωπίζεται με  περιθωριοποίηση κι από την πλευρά των κρατουμένων. Μέσα σ’  αυτά τα χρόνια οφείλουν όταν έρθει ο καιρός της αποφυλάκισης ν΄ αποδείξουν ότι έγιναν καλύτεροι κι όχι χειρότεροι άνθρωποι. Είναι άδικο κι ελεεινό αυτό που έγινε στην Ελένη, αλλά ας φανταστεί κάποιος τι σημαίνει να έχεις γιο, αδερφό, εγγονό, που έκανε το αδίκημα.  Αξίζει μια δεύτερη ευκαιρία αν ειλικρινώς μεταμεληθεί; Η δικαιοσύνη είναι για να λειτουργεί αμερόληπτα κι από τις δυο πλευρές. Δεν είναι μόνο για τιμωρία. Αλλιώς οι φυλακές δεν θα ονομάζονταν σωφρονιστικά καταστήματα.

Βία και ισόβια: 

Τα ισόβια στο ελληνικό σύστημα δικαιοσύνης  είναι 25 έτη, όπως έχουν δείξει όλες οι έρευνες που έγιναν αλλά κι η εμπειρία για την ορθότερη λειτουργία των φυλακών. Ένας άνθρωπος, που δεν έχει ελπίδα να βγει ποτέ του από τη φυλακή, κατά κανόνα γίνεται χειρότερος. Δεν γίνεται καλύτερος.  Επομένως δημιουργεί προβλήματα και σε συγκρατουμένους του. Η σωφρονιστική υπηρεσία είναι η μοναδική σε όλο το σύστημα διοίκησης στην οποία δεν θέλει να κάνει μετάταξη, κανείς δημόσιος υπάλληλος! Σε μία ελληνική κοινωνία που λατρεύει τον Δημόσιο Τομέα, οι φυλακές είναι τελευταίες στην κατάταξη. Ας φανταστούμε λοιπόν ποιος σωφρονιστικός υπάλληλος θα ρίσκαρε καθημερινά τη ζωή του, με κρατούμενους, που δεν έχουν να χάσουν τίποτα, αν αποδράσουν ή αν σκοτώσουν κάποιον. Ας φανταστούμε τι θα σήμαινε αυτό για την υγεία ενός κρατούμενου, ο οποίος είναι ήδη έγκλειστος κι έρχεται αντιμέτωπος για οποιοδήποτε θέμα με έναν κρατούμενο, ο οποίος δεν έχει την παραμικρή ελπίδα να ξαναβγεί. Θα μπορούσε να σκοτώνει όποιον σωφρονιστικό υπάλληλο, κρατούμενο, κοινωνική λειτουργό βρισκόταν μπροστά του. Γιατί απλά δεν θα είχε τίποτα να χάσει.  Θα μπορούσε να πουλά ναρκωτικά μέσα στις φυλακές, να πουλά έξω απ΄ αυτές με ένα τηλεφώνημα, γιατί απλά δεν θα είχε τη δεύτερη ευκαιρία. Δεν θα έκανε μεροκάματα, δεν θα ήταν ήρεμος, θα χαρακωνόταν συνέχεια, προκαλώντας προβλήματα και στη λειτουργία των φυλακών. Από εκεί και πέρα, εφόσον η φυλακή έχει ως σκοπό τον σωφρονισμό, όταν αυτοί οι άνθρωποι βγουν από εκεί μέσα , πρέπει να φροντίσει ώστε να είναι διαφορετικοί άνθρωποι. Κι αυτό δεν συμβαίνει μόνο με τον εγκλεισμό. Συμβαίνει με την περαιτέρω τοποθέτηση ψυχολόγων, κοινωνιολόγων, κοινωνικών λειτουργών, εκπαιδευτικών, ώστε να έρθουν αντιμέτωποι με το τι έκαναν και να βγουν καλύτεροι άνθρωποι. Κάτι που δεν κατάφεραν οι οικογένειές τους, οι οποίες θα αναγκαστούν να ζήσουν για πάντα με τη ντροπή και την απαξίωση. Παρά τις προσπάθειες, που έγιναν από τον Ευτύχη Φυτράκη, έναν άνθρωπο με όραμα και γνώση , για το πώς μπορούν να βελτιωθούν και να  λειτουργούν οι φυλακές, επί ΣΥΡΙΖΑ, οι κορώνες και των ΜΜΕ, δυναμίτισαν και καταδίκασαν αυτήν την προσπάθεια σε μαρασμό.

Η Ελένη είναι το δικό μας παιδί, αλλά δεν γυρίζει πίσω. Και στόχος είναι να μην ξαναζήσει μία οικογένεια τέτοιο δράμα. Ποτέ. Κι η πρόληψη είναι σημαντικότερη από τα κούφια λόγια κι από τις κατάρες όλης της ελληνικής κοινωνίας, απέναντι σε δυο πλάσματα, που μέχρι στιγμής δεν φαίνεται να έχουν συνειδητοποιήσει, τις ευθύνες τους και τον όλεθρο που προκάλεσαν, όχι μόνο στην Ελένη και στους δικούς της, αλλά και στο πισωγύρισμα, που προκάλεσαν στη Δικαιοσύνη, αυξάνοντας τις κορώνες περί θανατικής ποινής.