Υπόθεση Άκης Πάνου και ένα τραγικό έγκλημα τιμής

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΤΣΟΛΚΑ

Ο Άκης, δηλαδή, Αθανάσιος – Δημήτριος Πάνου, γεννήθηκε Δεκέμβριο του 1933 στην Καλλιθέα. Έζησε, έφτιαξε τραγούδια, μίλαγε λίγο, σκέφτονταν πολύ, αγαπούσε τη σιωπή, τη μπέσα, το φιλότιμο, τη τιμή. Τα τραγούδια, του τα λέμε πάντα και ακουμπάνε σε βεβαιότητες και δεδομένα, σαν να στάλαξαν με το θηλασμό στην καρδιά μας. Τα τραγούδια του, ήταν για εκείνον ιστορίες, με αρχή, μέση και τέλος και δεν ήθελε να ακούγονται μισά. Σέβονταν τον Καζαντζίδη και κακό δεν έλεγε ποτέ για εκείνον. Και ο Καζαντζίδης τον σέβονταν. Αγάπησε δύο γυναίκες. Έκανε πέντε παιδιά. Ανάμεσα τους μια κόρη, η Ελευθερία, με το ίδιο βλέμμα του πατέρα της. Κάποτε σκοτώνει για λόγους τιμής. Φυλακή. Πεθαίνει από τη κουρασμένη του καρδιά, σε μια μάχη με τον καρκίνο… 7 Απριλίου του 2000. Και εκείνη πόσο να αντέξει; Τον θυμόμαστε. Τον σεβόμαστε. Τον ακούμε…

Κάποτε χώρεσε σε μια, μόλις, σελίδα όλη του τη ζωή:

«Εγώ είμαι ρεμπέτης 100%. Εθελοντής ρεμπέτης. Όχι κληρωτός. Γιατί ο κληρωτός υπάρχει περίπτωση να απολυθεί. Ενώ εγώ θα μείνω για πάντα ρεμπέτης. Λένε πως τέλειωσε το ρεμπέτικο, πέθαναν οι ρεμπέτες. Μήπως εννοούν ρεμπέτη αυτόν που έπινε αργιλέ; Πρέπει να ξέρουν ότι αυτοί που λέγανε «πίνω αργιλέ», τότε που το λέγανε, το χασίσι είχε δέκα μέρες η οκά. Ενώ τώρα έχει φτάσει πέντε χρόνια το δράμι – και να ’ταν δράμι… Ας μην περιμένουν επομένως στους καιρούς μας τέτοιες εξομολογήσεις… Γεννήθηκα στην Αθήνα, στου Χαροκόπου, το 1933. Γειτονιά με πολλούς πρόσφυγες, ιδίως Ποντίους. Από μικρό παιδί ζω μες στη μουσική. Μες στους κεμετζέδες και στα τραγούδια των Ποντίων, στην κλασική κιθάρα, που παίζει ο αδερφός της μάνας μου, Περικλής Σακελλαρίδης, στα ρεμπέτικα που είναι διάχυτα παντού στην περιοχή μας. Φαντάσου, δώδεκα χρονώ φεύγω από το σπίτι και πάω στις Τζιτζιφιές, απέναντι από το κέντρο του Καλαματιανού. Ξαπλώνω στην αμμουδιά και ακούω μπουζούκια ως τις τρεις το πρωί. Έχω τελείως ξεχαστεί! Κι όταν γυρίζω στους δικούς μου, με πιάνει ο πατέρας μου και με πάει στο τμήμα… Ο πατέρας μου… Ένα ανθρωπάκι κοντό, μια σταλιά, αλλά με μεγάλη δύναμη στον χαρακτήρα. Εκείνα τα χρόνια είναι διαχειριστής στη βασιλική φρουρά και θέλει να με δει νοικοκυρόπαιδο. Με στέλνει στους προσκόπους. Και στο κατηχητικό. Εγώ όμως έχω αλλού τον νου μου…»…

«Ο αδερφός μου, 20 χρονώ παλικάρι, είχε πάει να κάνει καντάδα, καβάλησε στο τραμ, πήδησε στη στροφή, για να κατεβεί, χτύπησε σε μια κολόνα και από ’κεί πετάχτηκε πάνω στις ράγες, κάτω από το τραμ»

«…Ο μεγάλος μου αδερφός, ο Ευάγγελος, είναι ένας σπουδαίος σκαλιστής και παίζει και κιθάρα. Απ’ αυτόν μαθαίνω να πιάνω στο χέρι μου όργανο. Σκέψου, εννιά χρονώ παίζω μαντολίνο μαζί με κάτι παιδιά ακόμα, Ποντίους, στην Καλλιθέα, και παίζω επαγγελματικά: μας πληρώνουν με ένα πιάτο κεφτεδάκια δεν ξέρω από τι καμωμένα… Το 1948 ανεβαίνω ως ταλέντο στο Αλκαζάρ, στη Φρεγάδα του Λάσκου, και παίζω κιθάρα μαζί με τον αδερφό μου, ενώ η αδερφή μου τραγουδάει. Δεν μ’ αρέσει όμως να είμαι υπό. Θέλω να φύγω από την κηδεμονία του αδερφού μου. Γι’ αυτό και σμίγω με έναν συνομήλικό μου, Λευτέρη, που ’παιζε μπουζούκι, και τρέχουμε μαζί στα πάρτι και τους χορούς. Δυο χρόνια αργότερα σκοτώνεται ο αδερφός μου, 20 χρονώ παλικάρι. Είχε πάει να κάνει μια καντάδα, καβάλησε στο τραμ, πήδησε στη στροφή, για να κατεβεί, χτύπησε σε μια κολόνα και από ’κεί πετάχτηκε πάνω στις ράγες, κάτω από το τραμ… Κόπηκε η ζωή μου στα δυο… Δεν έχασα μόνο τον αδερφό μου… Ο Ευάγγελος ήταν και δάσκαλός μου, και πατέρας μου, και όλα μου. Είμαι πια 15 χρονώ. Το σπίτι δεν με χωράει. Είμαι μόνος μου. Από τη μια το ζευγάρι, οι γονείς μου. Από την άλλη τα κορίτσια, οι αδερφές μου. Και στην άκρη εγώ, ολομόναχος. Ευτυχώς που υπάρχει μουσική. Και η σέγα. Την πιάνω στα χέρια μου και φτιάχνω αγγέλους με το κόντρα πλακέ. Εκείνα τα χρόνια ο Λαιμός έχει στην Καλλιθέα ένα θέατρο. Πηγαίνω και παίζω τα βράδια από τα παρασκήνια, μαζί με τον Λευτέρη. Είμαστε η ορχήστρα και πληρωνόμαστε. Ύστερα μπλέκω με τον Καρανικόλα, τον Σιμόπουλο, τον Ορφέα τον Κρεούζη, και τρέχω μαζί τους, όπου πάνε, τα σαββατοκύριακα για δουλειά.»…

Στο θολωμένο μου μυαλό, ο κόσμος είναι μια σταλιά, κάτι σκιές απ’ τα παλιά και κάποιο πάθος μου τρελό

«… Το 1950 γνωρίζω τον Λουκά τον Νταράλα, που είναι φαντάρος. Τη βρίσκω με τον Λουκά. Δεν πάμε για το μεροκάματο. Πάμε για να τη βρούμε εμείς. Δουλεύουμε δυο χρόνια στο Πηγαδάκι, ένα πρώην μπακάλικο στο Αιγάλεω. Κάποτε όμως τελειώνει κι αυτό και αρχίζει η περιπλάνησή μου με τα διάφορα συγκροτήματα, πότ’ εδώ και πότ’ εκεί. Ως το 1958. Που τα παρατάω. Για πάντα». Τραγουδήσαμε από αυτόν, τον ίδιο του τον εαυτό και κάναμε δικά μας, ανάμεσα σ άλλα τα: «Το παιδί μου απόψε πίνει», «Μια βραδιά καταραμένη», «Ξημέρωσε καλή μου» ,«Καρδιά μου μην παραπονιέσαι», «Θα κλείσω τα μάτια», «Η πιο μεγάλη ώρα», «Μοίρα μου γιατί μ ’αφήνεις», «Ρολόι κομπολόι», «Είδα τα μάτια σου κλαμένα», «Δεν θέλω την συμπόνια κανενός», «Όταν σημάνει η ώρα», «Γιατί καλέ γειτόνισσα», «Και τι δεν κάνω», «Πήρα απ’το χέρι σου νερό», «Του κόσμου το περίγελο», «Ούτε αχ δεν θα πω», «Δεν κλαίω για τώρα», «Δώσ’μου να πιώ», «Κοίτα με στα μάτια», «Πυρετός», «Να είχα το κουράγιο»,  «Στο σταθμό του Μονάχου»,  «Το θολωμένο μου μυαλό», «Ο Τρελός»…

Έγκλημα τιμής

Ο Άκης Πάνου, παράτησε το τραγούδι νωρίς, έφυγε και έζησε στη Ξάνθη, αφοσιώθηκε στην οικογένεια του και στα παιδιά του. Γιατί αυτό ήθελε από μικρός. Να γίνει πατέρας. Η γυναίκα που αγάπησε πολύ, η πρώτη του σύζυγος, η Δήμητρα Μισυρλή, που δεν μπορούσε να κάνει παιδιά, θέλησε να βγει απ τη ζωή του γνωρίζοντας αυτό το πάθος του για πατρότητα. Μέχρι τέλους, διατηρούσε ο Πάνου άριστες σχέσεις με την πρώην γυναίκα του και τη συντηρούσε εν γνώσει της Άννας, της δεύτερης συζύγου του και της οικογένειας. Όταν λοιπόν, εκείνος ο άνδρας που θυσίασε έναν έρωτα για να αποκτήσει παιδιά, αγκάλιασε το πρώτο του παιδί του, την κόρη του, έλεγε πως είναι απ η μεγαλύτερη χαρά που έζησε στη ζωή του. Ήταν η δική του «η πιο μεγάλη ώρα». Ως παραδοσιακός οικογενειάρχης, μεγάλωνε την κόρη του και τους αδελφούς της, με τις μεγάλη αυστηρότητα και με τις ίδιες αρχές που είχε μεγαλώσει ο ίδιος. Ένα βράδυ, ο Άκης Πάνου, βγήκε στις ειδήσεις, στην τηλεόραση, σπάνιο για εκείνον που μισούσε κάθε δημοσιότητα, με τις πιτζάμες για να αναζητήσει απεγνωσμένα την 19χρονη Ελευθερία. Ο πατέρας μιλούσε για απαγωγή, άλλα φαινόταν να ξέρει που βρισκόταν η κόρη του. Έτσι, όταν αμέσως μετά την εκπομπή η μικρή του τηλεφώνησε επιβεβαιώθηκαν οι υποψίες του. Η κόρη του είχε εγκαταλείψει την οικογένειά της και βρισκόταν στο σπίτι του αγαπημένου της, Σωτήρη Γιαλαμά. Στο άκουσμα της είδησης, ο συνθέτης έγινε έξαλλος. Για τις δικές του αυστηρές αρχές, η πράξη της κόρης του ήταν ασυγχώρητη. Όφειλε να έχει την άδειά του και αν δεν την έδινε, όφειλε να υπακούσει. Αυτό ήταν το φυσιολογικό για τον Άκη Πάνου και το απολύτως απαράδεκτο για την κόρη του. Λίγο αργότερα, λάδι στη φωτιά έριξε η εμφάνιση του συντρόφου της Ελευθερίας στην τηλεόραση. Ο Γιαλαμάς εμφανίστηκε με γυρισμένη την πλάτη για να απαντήσει στις κατηγορίες του προσβεβλημένου πατέρα. «Ο πατέρας της πιστεύει ότι είμαι μπράβος και η μητέρα της δεν με θέλει, γιατί είμαι ακόμα σε διάσταση με την πρώην σύζυγο και υπάρχει ένα παιδί» είπε, εκνευρίζοντας ακόμα περισσότερο τον Πάνου. Τελικά, η 19χρονη Ελευθερία Πάνου επέστρεψε στην οικογένειά της, αλλά δεν διέκοψε της σχέση της με τον 30χρονο Σωτήρη. Την 1η Αυγούστου του 1997, ο Γιαλαμάς επισκέφθηκε τον Πάνου στο σπίτι του στην Ξάνθη με στόχο να λήξει η παρεξήγηση. Πίστευε ότι θα μπορούσαν να τα βρουν σαν άνδρες και να πείσει τον Πάνου για τις ειλικρινείς του προθέσεις. Ο πατέρας, προσκολλημένος στο αξιακό σύστημα άλλων εποχών, θεωρεί μεγάλη προσβολή την εμφάνιση του «αγαπητικού» της κόρης του μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Αρπάζει το 45αρι που κρατούσε σαν ενθύμιο από το Ναυτικό και πυροβόλησε θανάσιμα. Μια. Δυο. Τρεις σφαίρες. Η μία σφαίρα βρήκε τον άνδρα στο πρόσωπο. Μπροστά στο φονικό ήταν η γυναίκα, η κόρη και ο μικρός γιος του Πάνου, ο 15χρονος Στέφανος. «Με αυτόν τον άνθρωπο έπρεπε να συγκρουστώ, με ξεφτιλίσανε, μου πήρανε την κόρη μέσα από το σπίτι, εκείνος τη σπίτωσε, τη γκάστρωσε κι εγώ τι κάνω; Με κοιτάει στραβά ο κόσμος στον δρόμο, έχω ενάμιση χρόνο να κοιμηθώ ήσυχος» λέει στο δικηγόρο του, τον σπουδαίο Αλέξανδρο Κατσαντώνη.

Δίκη σε ζωντανή σύνδεση με τις κάμερες να ζουμάρουν στο πρόσωπο του κατηγορούμενου

«Επιτρέψτε μου να ξεκινήσω από το σημείο που φεύγω από το σπίτι μου, στα 17 μου χρόνια, και αποφασίζω να γίνω οικογενειάρχης», ήταν τα πρώτα λόγια του Άκη Πάνου στο εδώλιο του Μικτού Ορκωτού Καβάλας. Ήτανε 1998, στην αίθουσα επιτρέπονται τότε τηλεοπτικά συνεργεία ειδήσεων και οι ρεπόρτερ κάθονται ακριβώς κάτω από την έδρα, έτσι που να κοιτούν κατάματα τον κατηγορούμενο. Η δική ήταν σε ζωντανή σύνδεση. Και εκείνος έλεγε πως δεν δεν ήθελε να πυροβολήσει το θύμα. «Η απάντησή του ότι θα παντρευτεί την κόρη μου, με εξόργισε. Θίχτηκε ο εγωισμός μου. Θεώρησα ότι όλα έγιναν πίσω από την πλάτη μου. Έχασα τον αυτοέλεγχό μου και τα υπόλοιπα είναι γνωστά. Πάντως, δεν είχα πρόθεση να τραβήξω περίστροφο και να σκοτώσω τον Γιαλαμά. Μπορεί να είχα μια φραστική διένεξη μαζί του, αλλά δεν ήθελα να τον σκοτώσω». Στα καθίσματα του δικαστηρίου, ανάμεσα σε δημοσιογράφους, περιέργους και μάρτυρες,  βρισκόταν και η Ελευθερία, έγκυος στον όγδοο μήνα. «Είδα δυο ανθρώπους που λάτρευα, να σκοτώνουν ο ένας τον άλλο», είπε. Με τον πατέρα της δεν κοιτάχτηκαν στα μάτια, εκτός από τη στιγμή που το δικαστήριο το ζήτησε από τον Άκη Πάνου. Δε τράβηξε τα μάτια της, αλλά σα να ακούστηκε μια ολοκληρωτική κατάρρευση εντός της. Ένοχος χωρίς κανένα ελαφρυντικό. Ισόβια. Ο Άκης Πάνου μεταφέρεται χωρίς χειροπέδες προς την αστυνομική κλούβα για τη μεταγωγή του στις φυλακές Κομοτηνής. Φορά σκούρο καφέ σακάκι και μαύρο ζιβάγκο και φαίνεται ψύχραιμος. Πριν την ανακοίνωση της απόφασης, ο ίδιος είχε πει στον  διακεκριμένο ποινικολόγο και δικηγόρο του πως, «κοίταξε κυρ-Αλέκο, πριν από δαύτους εγώ τον Άκη Πάνου τον έχω δικάσει και τον έχω καταδικάσει σε ισόβια, μην κουράζεσαι»..

Η φυλακή

«Όταν ξυπνήσεις τελικά Ελευθερία βρες το κουράγιο κι έλα πάλι να με βρεις, διακυμάνσεις έχει κάθε ιστορία μη φανταστείς πως είναι αργά και δεν μπορείς. Όταν συνέλθεις τελικά Ελευθερία και δεις αυτά που δεν κατάφερες να δεις, έλα να δούμε τίνος πρέπει τιμωρία, ποιος είναι θύμα και ποιος είναι αναιδής.  Όταν το πάθος, που σου θόλωσε τη σκέψη με τον καιρό διαλυθεί σιγά σιγά, όταν θα δεις πως την ψυχή σου ‘χουν ληστέψει δείξε μετάνοια και ποτέ δεν είναι αργά»… Έγραψε μες στη φυλακή και ήθελε τα ανέκδοτα τραγούδια του να τραγουδήσει ο Καζαντζίδης, όπως είπε σε συνέντευξη που παραχώρησε στο Φώτη Απέργη και στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία. Στην εκδίκαση της έφεσης που ακολούθησε, η Ελευθερία Πάνου, μητέρα πλέον κόρης από τον Σωτήρη Γιαλαμά, δεν ήταν. Οι λόγοι ήταν οικονομικοί, όπως ειπώθηκε και στο δικαστήριο, αλλά και πρακτικοί. Δεν υπήρχε κανείς να του εμπιστευθεί το μωρό της. Ούτε η μάνα της ήταν εκεί, η Άννα Μπακιρτζή. Οι δύο γυναίκες ζούσαν, πια, μαζί στην Κρήτη και η Άννα δούλευε ως εργάτρια για να ζει την Ελευθερία και το μωρό. Τον επόμενο χρόνο, το 1999, ο Άκης Πάνου μεταφέρθηκε από τις φυλακές Κομοτηνής, σε εκείνες στον Κορυδαλλό. Μετα  την διάγνωση και την κακή πρόβλεψη της αρρώστιας του, αποφυλακίζεται και πηγαίνει στο σπίτι της αδελφής του στην Αθήνα. Λίγο καιρό μετα, πεθαίνει. Δεν ξαναείδε ποτέ του την Ελευθερία…

Σαν πρόσωπα τραγωδίας και σα χορός με ρεμπέτικη κάθοδο

Εννιά χρόνια αργότερα, Τρίτη 7 Απριλίου, την ίδια μέρα που πέθανε ο Άκης Πάνου, σε ένα διαμέρισμα μιας παλιάς και φθαρμένης πολυκατοικίας στην οδό Βίκτωρος Ουγκώ, στο κέντρο της Αθήνας, ο Στέφανος Πάνου,  ανέβηκε σε δύο καρέκλες, κρέμασε ένα σκοινί από το σωλήνα του καλοριφέρ και έκανε το τελευταίο τραγικό και μετέωρο βήμα της ζωής του. Το αγαπημένο του άσπρο πιτ μπουλ, άρχισε να κόβει βόλτες τρομαγμένο μέσα στο σπίτι και να ουρλιάζει την αγωνία του. Ο Στέφανος, 27 χρόνων πια, μουσικός σε ροκ μπάντες, χρήστης ναρκωτικών ουσιών, που ήταν μπροστά στο φονικό και που έζησε στην εφηβεία του, μόλις, δίκες, καταδίκες, μια αδελφή στα μαύρα πριν τα λευκά, πατέρα στην φυλακή, ορφάνια, τη χλεύη του κόσμου, δεν ήθελε άλλο. Είχε πάρει πολύ πίκρα απ αυτην την ζωή. Τα δίδυμα αγόρια του Άκη Πάνου, ο Ευάγγελος, που είχε πάρει το όνομα εκείνου του αδερφού που  σκοτώθηκε κάτω από ένα τραμ, μετά από μια καντάδα και ο Δημήτρης – Αθανάσιος, είναι δυο εργατικοί νέοι άνθρωποι, αχώριστοι, που ξεχωρίζουν τις καλές στιγμές απ τις μνήμες, χωρίς να αφήνουν το δηλητήριο των κακών, να τις ποτίζει όλες. Η Ελευθερία ζει στην Κρήτη. Η Δήμητρα Πάνου, απαρηγόρητη από τον χαμό του πρώην άντρα της, έφυγε από τη ζωή, λίγους μήνες μετα από εκείνον. Αχ, η ζωή μου όλη είναι μια θυσία, που σκοπό δεν έχει, ούτε σημασία…

«Ο πατέρας μου, αν ζούσε σήμερα, θα ‘ταν το ίδιο αυστηρός. Θα μιλούσαμε στον πληθυντικό. Ισχνός. Ψηλός. Με σταθερές θέσεις. Σιωπή.»

Κάποτε ο γιος με τα ονόματα του, ο ένας απ τους διδύμους, τους «Διόσκουρους», όπως τους αποκαλούσε ο πατέρας του, ο Αθανάσιος – Δημήτριος, είπε στον υπέροχο Γιώργο Χρονά: «… με το δίδυμο αδελφό μου, δεν έχω άλλη φωτογραφία στο πορτοφόλι μου, από αυτή που είμαστε δύο χρονών στα χέρια του πατέρα» και «… αν υπάρχει κάποιος που μπορεί να μιλήσει για τον πατέρα μας, και το δικαιούται, είναι η μητέρα μας. Τον έζησε τριάντα χρόνια από κοντά. Τον ξέρει με τις καλές του και τις κακές του. Ο πατέρας μου όταν θύμωνε τιμωρούσε πρώτα τον εαυτό του. Όχι εμάς. Σήμερα θα ‘ταν 75 χρονών. Θα ‘ταν το ίδιο αυστηρός. Θα μιλούσαμε στον πληθυντικό. Ισχνός. Ψηλός. Με σταθερές θέσεις. Σιωπή. Ο πατέρας μας ήταν αυστηρός όχι μόνο λόγω ονόματος αλλά και λόγω εποχής. Οποιοσδήποτε παλαιός είναι αυστηρός…»… Μάλλον… μάλλον…