Οι άνθρωποι ανέκαθεν κυνηγούσαν την ευτυχία. Στις μέρες μας (κυρίως στον δυτικό κόσμο), έχουμε χτίσει το αφήγημα της ευτυχίας πάνω στην απόκτηση υλικών αγαθών και πιο συγκεκριμένα, στην απόκτηση της τελευταίας λέξης της τεχνολογίας, ανάγοντας έτσι την ευτυχία σε ένα κυνήγι υλικού ευδαιμονισμού. Η ευτυχία που αποζητάμε λαμβάνει σάρκα και οστά μέσα από την συλλογή των likes, μέσα από την προβολή ενός πλασματικού εαυτού και στην καταιγιστική βροχή των shares σε τοποθετήσεις και δημοσιεύσεις επιτηδευμένες. Ωστόσο, αυτή η τάση, ίσως να μην αποτελεί τον αυτοσκοπό των ανθρώπων και απλώς με την υπερκατανάλωση και την υπερπροβολή να προκαλούνται στον εαυτό τους συναισθήματα εκπλήρωσης και ικανοποίησης, τα οποία δεν ήρθαν ποτέ την στιγμή που έπρεπε να τα λάβουν. Συναισθήματα εκπλήρωσης και βραχύβιας ευδαιμονίας, που πυροδοτούνται με την αγορά καινούργιων συσκευών, με την κατανάλωση των junk foods (παντός τύπου), με την ιδέα της κατανάλωσης αυτής καθεαυτής στα πλαίσια ενός συστήματος που παρατηρεί και εκμεταλλεύεται ολοένα την ροπή των ανθρώπων στην αμετροέπεια.

Ποια θα μπορούσε όμως να είναι εκείνη η κατάλληλη στιγμή που έπρεπε οι άνθρωποι να λάβουν τα συναισθήματα πληρότητας; Τα συναισθήματα που πεινάνε και ουρλιάζουν μέσα στα τόσα εκατομμύρια των ανθρώπων; Η στιγμή αυτή θα έπρεπε να είναι η παιδική τους ηλικία. Η παιδικότητα των ανθρώπων, είναι η ευτυχία που αποζητούν, είναι η χαμένη τους πατρίδα. Μια παιδικότητα που εξέπνευσε στην βαναυσότητα του προγράμματος και των υποχρεώσεων που έλαβαν κάποτε. Εξέπνευσε στην έλλειψη της τρυφερότητας, της στοργής και της αγάπης στο συνολό της, η οποία αντικαταστάθηκε πολλές φορές με παιχνίδια και δώρα που σύντομα θα καταταντούσαν βαρετά. Άλλες φορές πάλι, δεν υπήρχαν ούτε παιχνίδια, ούτε δώρα. Μια παιδικότητα που στιγματίστηκε από την απουσία του πρώτου μάστορα στην ανέγερση ενός χαρακτήρα, του γονέα. Η χαμένη αυτή πατρίδα μας, ορίζει την μοίρα μας μέσα από τις επιλογές μας. Η χαμένη παιδικότητα και τα απωθημένα συναισθήματά μας, αισθήματα θυμού, ντροπής, αισθήματα θλίψης, μετατράπηκαν κατά την πάροδο των χρόνων σε έναν στυγνό ναρκισσισμό και σε μια σφοδρή επιθυμία τελειοποίησης της εικόνας μας στον έξω κόσμο και αυτή η φιλαυτία ακριβώς, πραγματοποιείται με την κατάκτηση της υλικής ικανοποίησης που ονομάσαμε ευτυχία.

Άλλοτε πάλι, η χαμένη μας πατρίδα, καταπνίγεται στην δικτατορία ενός όψιμου χαμόγελου που λανσάρεται σαν μόδα, σε μια εποχή που προβάλλει τη φράση “είμαι καλά”, ως σλόγκαν σε διαφήμιση βιβλίου life coaching. Καταπνίγεται στα διάφορα shows και realities απασχολημένη με τα ευτράπελα, τις κακές στιγμές και τις ίντριγκες των άλλων ανθρώπων, καταπραϋνοντας έτσι για λίγο τον εσωτερικό μας πόνο και αποσπώντας την προσοχή του εσωτερικού παιδιού για ακόμη μια φορά με ασήμαντες ασχολίες, όπως μας έμαθαν στα πρώτα χρόνια της ζωής μας. Η πραγματική ευτυχία, είναι να μην αναζητάς την ευτυχία, διότι η αναζήτηση της ευτυχίας, συνιστά και αυτό κάποιο είδους εξάρτηση, ειδικά όταν αυτή συνοδεύεται από απραξία, αναβλητικότητα και φόβο. Η ευτυχία δεν συμπορεύεται σε καμία περίπτωση με κανένα είδος εξάρτησης, παρά υπάρχει στην αποδοχή της πιο σκοτεινής πλευράς μας. Η ευτυχία μας, αναμένει την προσπάθεια μας και τον κόπο μας, την επίτευξη σημαντικών στόχων και εν τέλει την επιτυχία μας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η ευτυχία είναι η δράση του πραγματικού εαυτού μας και μόνο με τις δικές μας πράξεις και την πλήρη ανάληψη της ευθύνης της ζωής μας, μπορούμε να την δημιουργήσουμε και να την έχουμε στο πλευρό μας. Ξεκινώντας λοιπόν αυτό το ξεχωριστό ταξίδι, ας λάβουμε υπόψη τον παρακάτω στίχο του Τάσου Λειβαδίτη: “Όποια πόρτα κι αν ανοίξω, βρίσκομαι στα παιδικά μου χρόνια”.

