Μια θλιμμένη, αληθινή ιστορία, για εκείνες που έφυγαν, ακατάλληλη για πολλούς. Μια θλιμμένη, αληθινή ιστορία για όλες όσες πιάνουν μόνες τους, την ίδια γωνία στο κρεββάτι και ας είναι άδειο. Μια θλιμμένη, αληθινή ιστορία, για την απώλεια, την οδύνη, τα κύματα του φόβου: Είχε η μάνα μου μια φίλη, παιδική, ωραίο κορίτσι, που αγαπούσε την μόδα. Έραβε ωραία, σέταρε γοβάκια και μαντό και τσάντες και γουστόζικα καπελάκια με όσα δημιουργούσε. Όταν καθότανε στην ραπτομηχανή (Singer μαύρη, με λεπτές γραμμές και χρυσά γράμματα), τραγουδούσε και κοίταζε απ΄ το παράθυρο ν’ αλλάζουν οι εποχές. Παντρεύτηκε έναν ωραίο άνδρα. Για λόγους που δεν επίκαιροι πια και μόνο βρισιές στο διαδίκτυο για πολιτικούς λόγους προκαλούν, εκείνος πήγε φυλακή και εκείνη με δυο κοριτσάκια, έραβε για κυρίες, που δεν αγαπούσαν τόσο τη μόδα της, ούτε τα σεταρίσματα της. Μ’ εκείνη τη μηχανή, (Singer μαύρη, με λεπτές γραμμές και χρυσά γράμματα), μεγάλωσε τα κορίτσια, τα έστειλε να σπουδάσουν στο εξωτερικό, καλοδέχτηκε τον άνδρα της πίσω. Όλο δούλευε και όλα στο χέρι για όλους τα είχε. Πάλιωσε η Singer η μαύρη, με τις λεπτές γραμμές και τα χρυσά γράμματα, πάλιωσαν και οι πελάτισσες, πάλιωσαν και οι ελπίδες. Ένα μεσημέρι, έβγαλε τα ρούχα απ’ το πλυντήριο, τα δίπλωσε, τα σιδέρωσε, τα άφησε στα κρεβάτια των παιδιών και του άνδρα της. Έσβησε τη κατσαρόλα με το φαΐ της -κοτόπουλο λαδορίγανη είχε φτιάξει. Έκλεισε την μηχανή της, στο ειδικό επιπλάκι της και τής έβαλε ένα σεμέν χειροποίητο από πάνω. Φόρεσε ένα καλό ανοιξιάτικο ταγιέρ, ενώ έξω ήταν χειμώνας! Γόβες ασορτί, ένα μαντό και ένα μικρό παλιό καπέλο σα μπερέ. Τσάντα δε πήρε. Δε της χρειαζόταν. Ανέβηκε στη ταράτσα και αφού αντίκρυσε όλο το μπετόν της γειτονιάς της από ψηλά, βούτηξε στον ακάλυπτο! Η μάνα μου, δεν έκλαψε! Δεν είπε τίποτα σαν το έμαθε, πως έφυγε η παιδική της φίλη. Θύμωσε. Και πενθούσε χωρίς να συγχωρεί. Και δεν είπε, ξανά, ποτέ το όνομά της. Ούτε μαγείρεψε κοτόπουλο λαδορίγανη ποτέ. Και πήγε και αγόρασε ένα καινούργιο μοντέλο Singer, με μοτεράκι, μοντέρνα και λιγότερο κομψή. Ίσως το ότι μπαίνει στη μπρίζα, να ‘ναι μια λύση…
Και για αυτό σου λέω: να τις κλειδώνουμε τις πόρτες για τις ταράτσες τους χειμώνες, για κάποιες γυναίκες, να τις κλειδώνουμε…
