Η καραντίνα μου είναι made in USA (και χάλια μαύρα!)

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΤΣΟΛΚΑ

«Στη μακρά ιστορία της ανθρωπότητας (και του ζωικού βασιλείου, επίσης) αυτοί που έμαθαν να συνεργάζονται και να αυτοσχεδιάζουν πιο αποτελεσματικά, είναι αυτοί που έχουν επικρατήσει». Έτσι, λέει ο Κάρολος Ροβέρτος Δαρβίνος, απ τους σπουδαιότερους ανθρώπους, που έζησαν ποτέ, ως προς τον μηχανισμό της φυσικής επιλογής μας  και της κοινής καταγωγής όλων των ειδών. Και επειδή όλα τα όντα μοιραζόμαστε εξελικτικά έναν κοινό πρόγονο, εμείς σα να τα κάνα ψιλό σκατά μου φαίνεται και καλύτερα περνάνε οι ξαδερφούλες μας οι φάλαινες! Αυτές έχουν τους ανοιχτούς ορίζοντες, τα βάθη των θαλασσών και την ελευθερία τους. Εμείς πάλι, όπου και αν βρισκόμαστε, μια καραντίνα περνάμε! Επίσης όλα τα υπόλοιπα μακρινά μας ξαδέλφια θηλαστικά, πείτε τα χαιρετίσματα στον Δαρβίνο, δε σκοτώνονται για μια εξάδα χαρτί υγείας, ύστερα από χιλιετία πολιτισμού, μάλιστα…  

Είμαι στην άκρη της καταπράσινης Μασαχουσέτης, καμιά ώρα απ την αριστοκρατική και στιλάτη Βοστώνη και πλάι στο ωραίο και ιστορικό Χάρτφορντ του Κονέκτικατ. Εδώ οι άνθρωποι καμία κοσμική δραστηριότητα δεν έχουν ιδιαίτερη, μη φανταστείτε! Πίτσα και μπύρα τα Σαββατόβραδα, sports bar για αθλητικά, οι αγώνες των παιδιών τις Κυριακές τα μεσημέρια! Φυλετικά, οι δρόμοι, χωρίζουν περιοχές. Μέχρι εδώ, οι του Πόρτο Ρίκο, από κει και μέχρι εκεί οι Αφροαμερικανοί, πιο δω οι «κόκκινοι λαιμοί», δηλαδή οι εργάτες και στα όλο δροσερή αύρα και υψηλή αισθητική, άκρα οι πλούσιοι, οι Εβραίοι, οι γιατροί, οι δικηγόροι, οι χρηματιστές. Εκεί τα πολυτελή απίστευτα αυτοκίνητα, τα τεράστια σπίτια, με τις αυλές σα πάρκα, οι αργόσχολες σύζυγοι με τις αμέτρητες πλαστικές επεμβάσεις και τα σινιέ παπούτσια, τα κακομαθημένα παιδάκια που πήγαινε ο σοφέρ στο καλό, πανάκριβο ιδιωτικό σχολείο. Μερικούς δρόμους πιο κάτω, ο άλλος, ο σχεδόν κάτω κόσμος. Δυνατές ραπ μουσικές στα αυτοκίνητα, σειρήνες περιπολικών, μυρωδιά αμολημένης μαριχουάνας παντού, γέλια, τσαμπουκάδες, άγρια βλέμματα. Όλα αυτά μέχρι πριν μια εβδομάδα…

Παντού η ίδια ησυχία. Οι έρημοι δρόμοι. Η σιωπή. Και ένας αιωρούμενος αμήχανος να εκφραστεί και πως φόβος! Ούτε γειτονιές, ούτε πλούτος, ούτε φτώχεια. Μια ανακωχή στο κοινό τόπο της άγνωρης αγωνίας! Πρώτα, για όλους, αρχίσαν οι επιδρομές στα σούπερ μαρκετ. Και εδώ ρύζια, μακαρόνια και φυσικά χαρτιά υγείας ήταν τα ζητούμενα. Τα χαρτιά υγεία, φυσικά, σύντομα έγιναν πολυπόθητα ωσάν πλάκες χρυσού. Κόρη φίλης, απ τη Βοστώνης έμαθε πως ένα τεράστιο σούπερ μαρκετ θα χε χαρτιά υγείας, ένα πρωί και ίσα που πρόλαβε να πάρει δυο 12αδες, μιας και σε ένα τέταρτο είχαν όλα εξαφανιστεί. Όλοι αγριοκοιτάζοντας μέσα στους διαδρόμους των αγαθών και για ένα τελευταίο πακέτο ρύζι και είναι έτοιμοι, να πλακωθούνε στα μπουνίδια. Η αστυνομία, που είναι πανταχού παρούσα, αράζει στις εισόδους στις κάβες, στα μεγάλα φαρμακεία που είναι σα τεράστια εμπορικά και στα σούπερ μάρκετ. Στις καλές περιοχές, έχει αντισηπτικά χαρτιά όπως μπαίνει στα μαγαζιά. Στα μαγαζιά των -ας τα πούμε ακόμα- γκέτο, όχι χαρτομαντηλάκια δεν έχει, αλλά οι υπάλληλοι ούτε γάντια φοράνε, ούτε προστατεύονται από τον κόσμο που περιμένει σε ουρές δεκάδων και απόσταση απαλής αναπνοής. Θα αρρωστήσουμε μάλλον όλοι, αλλά θα χούμε χαρτί υγείας πεντάφυλλο με άρωμα ροδάκινο…

Μετα, κλείσανε τα σχολεία! Μας πήρανε τηλέφωνα οι περίλυποι διευθυντές -με ηχογραφημένο φυσικά μήνυμα. Δεν δουλεύουν, δε πληρώνονται. Τα παιδιά μένουν σπίτι! Μετά κλείσανε μια – μία οι δουλειές. Στην εβδομάδα της καραντίνας, λεφτά όλο και υπάρχουν, στο τέλος της, όμως, θα αρχίσει το πονεμένο αδιέξοδο! Έκλεισαν τα mall, τα μπαρ, όλα τα ρεστοράν που είχαν τραπέζια και λειτουργούν μόνο τα take away. Γαντζωθήκαμε όλοι στα πληκτρολόγια και μαθαίνουμε απ όλο το κόσμο τι γινεται. Ανησυχούμε γιατί εμάς οι δικοί μας αγαπημένοι είναι τόσο, τόσο μακριά. Λέμε στα τηλέφωνα ψέματα πως όλα καλά και δεν τρέχει και τίποτα. Στο τριήμερο τα παιδιά αρχίζουν και σπάνε. Βαρέθηκαν στους τέσσερις τοίχους. «Πάμε κάπου…»… Που; Πίσω στο χρόνο; Στο ξένοιαστο και πούντο το 1980;

Έχει Νότιες πολιτείες, από εκείνες τις πιο φτωχές, όχι σαν αυτές του Βορρά ή της Καλιφόρνιας, που απαγορεύτηκε με τη μια, η πώληση αλκοόλ και όπλων! Στο Λας Βέγκας, σταμάτησαν τα πάντα και για πρώτη φορά μετά απ την δολοφονία του JFK έκλεισαν όλα τα καζίνο. Μάλιστα τότε, είχαν σταματήσει δραστηριότητες για ένα απόγευμα, όχι επ αόριστον, όπως τώρα! Η Καλιφόρνια έκλεισε όλη! 40.000.000 μέσα στα σπίτια. Ετοιμάζονται πλωτά νοσοκομεία για να αντιμετωπιστεί το θέμα της χωρητικότητας των μονάδων παρακολούθησης των ασθενών με τον ίο, κυρίως για την Νέα Υόρκη. Αυτή η υπέρ πόλη είναι η πιο φοβισμένη και πληγωμένη, προς το παρόν! Όπως γινεται στις ταινίες! Που όλα τα κακά εκεί τους συμβαίνουν! Και με τη τύχη που δέρνει τη γενιά μας, εκτός απ τις οικονομικές κρίσεις και τις επιδημίες, που μας βρήκαν και τις βλέπαμε κάποτε μόνο στις ταινίες, μένει να προσγειωθούν στο Μανχάταν και εξωγήινοι, σα στα σενάρια επιστημονικής φαντασίας που τα βρίσκαμε και τραβηγμένα και γελάγαμε κιόλας!

Εγώ, αν ρωτάτε και βάλατε μεγάλη έγνοια, κάνω ό,τι ακριβώς έκανα! Κάθομαι σε τραπέζι που έχει γύρω τζαμαρίες και κοιτάω ένα μεγάλο σταυροδρόμι. Δεν περνάει ψυχή! Κάνα δυο φορές μόνο περιπολικά είδα να φεύγουνε με ταχύτητα, με τους φάρους αναμμένους και πέταξε η καρδιά μου, στα όρια της εφηβικής, ερωτικής έξαψης, δηλαδή! Γράφω. Διαβάζω τι γράφουν οι άλλοι. Σε Ελλάδα, ΗΠΑ και Αγγλία. Μιλάω με τη μάνα μου, τον αδελφό μου, την φίλη μου τη Κάλια, τους φίλους μου στο Λος Αντζελες, την Ελένη στη Βοστώνη. Θέλω να μιλήσω και με τη Νάνσυ στη Νέα Υόρκη, αλλά κάνει μαθήματα για το πανεπιστήμιο που διδάσκει απ το διαδίκτυο πια και λέω και θα την ενοχλήσω. Απ τα κοντινά μας Πανεπιστήμια (Μασαχουσέτη είπαμε είμαστε, 300 περίπου Πανεπιστήμια έχει, αδέλφια), βλέπαμε φοιτητές, θλιμμένους να μαζεύουν τα πράγματα τους και να αδειάζουν τους κοιτώνες τους. Επιστροφή στα σπίτια. Το κοντινό καζίνο της MGM έκλεισε.

Ο καπνοπώλης πιο κάτω, με ένα παλιό υπέροχο ψηλοτάβανο μαγαζί, όλο δέρμα και ξύλο και μυρωδιά ταμπάκο από ακριβά χαρμάνια, πολυτελείας, μου λέει πως για όλα φταίνε οι Κινέζοι και εμείς οι Ευρωπαίοι που το παραξηλώσαμε (δε το λέει έτσι, αλλά κάνω λογοτεχνική μετάφραση), με το ελεύθερο σύρε και έλα και τα σουρτα -φέρτα (ούτε αυτό το λέει έτσι, αλλά το εκφράζει πολύ βαρετά και σας γλιτώνω απ την πλήξη) από χώρα σε χώρα, να τι πάθαμε. Α! Και μήπως είμαστε Ιταλοί; Όχι. Έλληνες! Καλά, «ποτέϊτο, πατάιτο»! Να πάρουμε ότι θέλουμε τώρα, γιατί θα το κλείσει από αύριο. Να πάρουμε, όχι ότι θέλουμε, αλλά ότι μπορούμε, μπάρμπα… Με την σκέψη, αν οι παππούδες του ήταν Ιρλανδοί, Άγγλοι, ή Σκωτσέζοι, αλλά δε βαριέσαι «ντομέϊτο, ντομάϊτο, ντοματίνι καλό κήπου», σκέφτομαι τι καλά στην καραντίνα μου και άμα αυτή τελειώσει και με ξαναδεί να μου γράψει τα αγγλοσαξονικά του χαιρετίσματα, με το παλιό μαγαζί του, πια, όλο παλιαντζουρία και βρώμα από παλιό καπνό, ώχου πια… Ναι, η αλλαγή διάθεσης, απ τον ενθουσιασμό στην πλήρη αγανάκτιση, χρειάστηκε κάνα 5λεπτο για να κορυφωθεί! Βράχος οι διαθέσεις στη καραντίνα, λέμε…

Στο σπίτι ξεκινήσαμε, στην αρχή της καραντίνας, με μεγάλο ενδιαφέρον να κάνουμε όλοι μας παρέα και να βλέπουμε ταινίες οικογενειακές στο Netflix και να κάνουμε δουλειές και να ναι το σπίτι στην εντέλεια, σαν αποστειρωμένο. Στο τέλος της εβδομάδας, νομίζω, πως δεν πολυσυμπαθιόμαστε ακριβώς και με το ζόρι πλένουμε κάνα πιάτο. Το μόνο μας κοινό ενδιαφέρον είναι το «τι θα φάμε σήμερα»! Εκεί μια συγκίνηση τρεμοπαίζει στα κατά τα άλλα αποχαυνωμένα βλέμματά μας. Με τόσο μακαρόνι που μαζέψαμε, όμως, το θέμα λύνεται εύκολα και μας βλέπω ακόμα και την Κυριακή του Πάσχα, μια μακαρονάδα φτωχή άνευ κρέατος να ετοιμάζω. Στην αρχή της καραντίνας τα παιδιά πανηγύριζαν που κλείσανε τα σχολεία. Έξι μέρες αργότερα, ρωτάνε, άντε και πότε θα ανοίξουν πάλι και ας δώσουν και εξετάσεις, δε πειράζει… Μέχρι τότε κάνουν μαθήματα στα σχολικά τους λάπτοπ και ζαλίζουν τους μαύρο καθηγητές ότι ώρα και αν είναι, με βλακώδεις ερωτήσεις, ίσα για να δείξουν πως τάχα διαβάζουν και ενδιαφέρονται -που μπα!

Ζυμώνω ψωμί! Τελειώνω ένα πολύπαθο μυθιστόρημα. Γράφω συνέχεια. Έχει βγει η ρίζα άσπρη από μέσα και έχει ξεσταχιάσει το ξανθό, αλλά δε με νοιάζει αν κυκλοφορήσω στο δρόμο -λέμε αν, που δεν- και με μπερδέψουνε με τον Καρβέλλα, διότι εδώ δεν τον ξέρουν! Ότι κι αν κάνω εκνευρίζω τα παιδάκια μου, που είναι στην εφηβεία. Η μεγάλη μάλιστα εχθές, μου είπε νευρικά, αν θα μπορούσα να ανασαίνω λίγο σιγότερα γιατί την ενοχλώ, δύο δωμάτια πιο μέσα που ζει σα σε απαγορευμένη σπηλιά τις τελευταίες μέρες. Πιστεύω αν σταματούσα να ανασαίνω και εντελώς, θα το αντιλαμβάνονταν με τον επόμενο καύσωνα!

Διαβάζω και αυτά τα ωραία των πεφωτισμένων σελέμπριτι της Ελλάδας που στην «τοποθεσία έπαυλη» μας προτείνουν τι να διαβάσουμε, πως να γυμναστούμε, τι να φορέσουμε, πως να αξιοποιήσουμε δημιουργικά το χρόνο μας. Ε, ναι και εμείς θα παραγγέλναμε στην μαγείρισσα για σήμερα, σούσι και θα βουτάγαμε στην πισίνα, μυρίζοντας τα πρώτα ευωδιαστά ανοιξιάτικα τριαντάφυλλα, αφού μαλώναμε την α’ νταντά διότι επέτρεψε στην β’ να αφήσει τα παιδιά να φάνε πατατάκια, που χαλάνε τη γραμμή και θα αξιοποιούσαμε πολύ δημιουργικά την καραντίνα, αστέρες μου! Διαβάζω και εδώ, μια πιτσιρίκα μπλόκερ που τον υπόλοιπο καιρό την καρά – γουστάρω να προτείνει να τρώμε με κεριά και βραδινές τουαλέτες κα να κάνουμε σεάνς να καλούμε πνεύματα! Χορεύουν κάτι σιχτήρια μαγκωμένα ανάμεσα απ τα δόντια μου και σκέφτομαι ότι καλά κάνουν απ τη μια και απαγορεύουν τη πώληση στο αλκοόλ και στα όπλα. Μα πολύ θέλει ο άνθρωπος; Δε θέλει!

Εκεί, όμως που γίνομαι έξαλλη είναι από τις περισπούδαστες προτάσεις σε ποιο λινκ να ακούσουμε όπερα και σε ποιο να επισκεφθούμε μουσεία οικογενειακά. Για όλα αυτά ενημερώνομαι ενώ τα παιδιά παντού γύρω μου, ακούνε στη διαπασών Νίκι Μινάζ, αν έχετε υπόψιν σας, που κι αν δεν έχετε, δε πειράζει, γλιτώνετε λίγη ημικρανία! Αλλοίμονο! Γιατί είμασταν μαθημένοι όπως όλες οι οικογένειες της γενιάς μας, να τραβάμε μια Τουραντό,  πρωί, πρωί ενώ περνάμε το φυστικοβούτυρο γύρω απ το πρωινό, καλοστρωμένο -και με πλυμένα πιάτα στο νεροχύτη- τραπέζι, όλοι καλοντυμένοι και η μαμά με φρεσκοβαμμένη ρίζα! Και άμα δε περάσουμε και δυο φορές από το Γκούγκενχαϊμ, που είναι, να εδώ, όπως στρίβεις, δυο πολιτείες δρόμος, δίπλα, στο Άπερ Ιστ Σάιντ της Νέας Υόρκης, να δούμε πως τα πάει ο Μεταϊμπρεσιονισμός, δεν την παλεύουμε ως οικογένεια. Δώστε μου λινκ για αυτά και πάρτε μου, μη σου πω και χαρτί υγείας…

Όλη αυτή η παλιό διάθεση αδέλφια μου, από έναν άνθρωπο που εδώ και χρόνια, δε επιθυμεί να βγαίνει έξω και να έχει πολλές συστροφές με το είδος του, κάθε εθνικότητας. Για αυτό και θεωρώ πως μπορώ να αντέξω στην καραντίνα για άλλες, τουλάχιστον… 3 μέρες! Κατόπιν δεν υπόσχομαι πως δε θα σκαρφαλώσω στα ξένα, αμερικανικά δέντρα, που δεν ξέρω ούτε πως τα λένε, ούτε και τι είναι, να κάνω «κικιρίιιιι κούουου» και να απαγγέλω «και το μυαλό μου είναι θολό πο – πο -πο, ποποπο -πο». Αυτά! Κατά τα άλλα εσείς; Καλά;