«Μου έλεγε πεινάω κι έλεγα υπομονή». Η μάνα, «το χρυσό πάπλωμα». Της έλεγε το εννιάχρονο πλάσμα πως πεινάει. Κι εκείνη ντράπηκε να βγει μπροστά από ένα φούρνο, να ζητήσει μια φραντζόλα. Ξέχασε πως η αξιοπρέπεια δεν τρώγεται. Ώσπου λιποθύμησε από ασιτία το κορίτσι κι η μάνα, η ξενοδοχοϋπάλληλος, η χωρισμένη επιτέλους πίστεψε, πως το στομάχι δεν γεμίζει με αέρα κοπανιστό ούτε στα παιδιά.Πω, πω τι συμβαίνει στον κόσμο; Είδες τι έγινε στη Ρόδο; Κι ο πατέρας που ήταν; Α, ναι. Και της έκοψαν και το ρεύμα. Γιατί, μωρέ, δεν ζήταγε κι αυτή βοήθεια… Οχι, ανάθεμα την τρέλα μου, δεν ήταν εγωίστρια, η μάνα! Αξιοπρεπής ήταν! Αλλά δεν βρέθηκε ένας να βάλει από μόνος του ένα γάλα έξω από την πόρτα του σπιτιού της.

–Ξέρεις, σήμερα, αυτό παίζει στο Neflix. Θα παραγγείλουμε απέξω;
–Μωρέ άκουσες τι έγινε στη Ρόδο: Το παιδί έπεσε κάτω. Είχε πάρει τα 800 ευρώ, η μάνα, η ξενοδοχοϋπάλληλος αλλά δεν έφτασαν.

Ζωές με δάνεια ή δανεικές ζωές.
Τι δικαιολογία μπορεί να πει το πολιτικό σύστημα, απέναντι στο παιδάκι που πεινάει; Οι νόμοι, οι τράπεζες, η Βουλή, το ιερατείο; Σκατά στα μούτρα μας. Ζούμε στο πουθενά εδώ και πάνω από 10 χρόνια, ως χώρα, ως πολίτες. Είναι κι αυτοί, που έγιναν πλουσιότεροι. Που είδαν την κρίση ως μια ευκαιρία. Υπάρχουν πλούσιοι, που δεν έχασαν και πολλά. Υπάρχουν αυτοί, που ζουν μετρημένα αλλά αξιοπρεπώς. Κι υπάρχουν κι αυτοί, που βοηθούν, ανεξαρτήτως αν είναι πλούσιοι ή φτωχοί. Αλλά μαζευτήκαμε πολλοί, όσοι ζούμε στο πόδι. Όσοι βλέπουμε φάκελο ταχυδρομείου και φοβόμαστε να τον ανοίξουμε. Υπάρχουν βουλευτές, που είναι καλοί άνθρωποι. Που έχουν εν-συναίσθηση σ’ όλα τα κόμματα. Σ΄ άλλα περισσότεροι, σ΄ άλλα λιγότεροι. Αλλά, αδερφέ, μην μας πρήζετε πια, ποιος φταίει λιγότερο για την κρίση. Όσοι κυβερνήσατε αναλάβετε τις ευθύνες σας, για την κατρακύλα της χώρας, επιτέλους να πάμε παρακάτω. Μην κρύβεστε πίσω από το δάχτυλό σας. Κι οι δημοσιογράφοι ακόμη. Αλλιώς, ας κόψουμε τις φλέβες μας, για την κραυγή απελπισίας- τη λιποθυμία ενός παιδιού. Σ΄ έναν κόσμο, που πετάει τρόφιμα, αυτό πεινάει.

Μιλήστε στο λιποθυμισμένο το εννιάχρονο, για την ανάπτυξη – όταν το συνεφέρουν
Τι γυαλιά φοράτε στην αίθουσα της Ολομέλειας του Κοινοβουλίου μερικοί και δεν βλέπουμε τα ίδια; Γιατί εγώ είδα ένα παιδί να πεινάει στο νησί των Ιπποτών. Ελλάδα με συσσίτιο βλέπω και την κυρά Δόμνα να μην κουνιέται, όχι να παραιτηθεί κιόλας από τη θέση της. Ξυπνήστε, που κάνετε μεγάλους σταυρούς και ψάχνετε τη Μπιάφρα αλλού. Ξυπνήστε, ανάθεμα την τρέλα μου κι εσείς οι πολίτες, που αποβλακωθήκατε από κώλους κι εξώβυζα της τηλεόρασης. Ξυπνήστε, που το παιδί πεινάει και δεν πάμε να πνιγούμε καλύτερα; Ξυπνήστε, που δεν έχουμε πόλεμο αλλά πεινάει. Ξυπνήστε, ρε, το κέρατό μου.Τι να πείτε κύριε Κυριάκο μου, κύριε Θεοχάρη μου, απέναντι στο παιδί, που η μάνα του ζει με τα 800 ευρώ, το τρίμηνο; Μιλήστε στο λιποθυμισμένο το εννιάχρονο, για την ανάπτυξη, όταν το συνεφέρουν, να σας φτύσει το πουλάκι μου. Μιλήστε και στο δικό μου το παιδί, που με ρωτάει για το τάδε παιχνίδι, που το΄ χουν όλοι, αλλά εκείνο δεν το έχει. Πείτε του, γιατί η μάνα του πρέπει να περιμένει πότε οι τράπεζες θα αξιωθούν να μην παίζουν με τη ζωή του; Πείτε του, γιατί ακόμη δεν με έχει πληρώσει ο εργοδότης, που τον πήγα στην Επιθεώρηση Εργασίας, αφού ο αθεόφοβος δεν έβαλε ούτε τον πρώτο μισθό ούτε το δώρο. Ρωτήστε το για την ανάπτυξη και θα σας ζωγραφίσει δίπλα τη γιαγιά του. Γιατί απ΄ αυτήν σώθηκε, όταν κι οι δυο γονείς χάσαμε τις δυο δουλειές μας. Απ΄ αυτήν με τη σύνταξη, που έγινε τόσο μικρή, σχεδόν άφαντη.

Λόγια του αέρα
«Ναι, το καταλαβαίνω, πως έχετε πρόβλημα, μα, δεν έχει δουλειές». Το καταλαβαίνει. Δεν ξέρει πως εσένα σου έχουν κόψει το φως κι ευτυχώς, που έβαλε το χέρι στην τσέπη ο ξάδερφος, καλή του, ώρα, αλλιώς ακόμη δίχως ρεύμα θα ήσασταν.
«Κάνετε λίγο υπομονή. Θα σας πάρουμε τηλέφωνο, μόλις έχουμε νέα». Αλλά δεν ξέρει, πως εσένα από θαύμα λειτουργεί το τηλέφωνο, γιατί το πληρώνει κολλητή σου φίλη κι είναι ζήτημα χρόνου να στο κόψουν.
«Εντάξει, δεν μπορώ να σε πάρω για δουλειά. Ξέρεις έχουμε μία που μας βοηθάει». Έχουν τη μία, που δεν έχει τα προσόντα τα δικά σου, αλλά κομματικά έχει μεγαλύτερες περγαμηνές, ρε, αδέρφι, που θες κι αξιοκρατία.
«Ε, κοιτάξτε και σεις σε καμία άλλη δουλειά. Ξέρετε είχα μία γνωστή, που ήταν δημοσιογράφος και σήμερα καθαρίζει σπίτια». Κυρά μου δεν με παίρνουν λόγω ηλικίας να καθαρίζω σπίτια. Δεν με παίρνουν γιατί είμαι χοντρή, μεγάλη σε ηλικία, με παιδί μικρό, overqualified, γιατί δεν έχω τη μούρη της Σκορδά. Δεν με παίρνουν, γιατί δεν γουστάρουν τους συγγενείς.
«Ε, καλά πως κάνετε έτσι; Αν περιμένετε λίγο θα ανοίξουν οι δουλειές. Τώρα δεν υπάρχει κάτι λόγω του Κορωνοϊού…»… Αλλά δεν ξέρει ότι η γιαγιά ανεβάζει πίεση με τις εισπρακτικές εταιρίες, που τηλεφωνούν κάθε μέρα πρωί, μεσημέρι βράδυ.
«Καλά εσύ δεν έχεις πτυχίο, για να διοριστείς κάπου; Άκουσα ότι παίρνουν κοινωνιολόγους». Που γλυκιά μου, πες το μου, γιατί η Κεραμέως ήθελε να ενισχύσει την κριτική σκέψη βγάζοντας ώρες των κοινωνικών επιστημών.
«Ε, μα, γιατί το λέτε αυτό; Αφού είναι δωρεάν οι εξετάσεις. Καλά δεν έχετε ιδιωτική ασφάλεια; Όλοι έχουν πια». Όλοι, που ευτυχώς, που είναι φίλος ο οδοντίατρος, αλλιώς δεν θα είχες καθόλου δόντια. Ψωμί, τυρί και ιδιωτική ασφάλεια, το φελέκι μου.
«Ε, μα καλά δεν έχετε να πάρετε στο παιδί σας ένα κουτί γάλα;» Όχι, την τρέλα μου, δεν είχε κοπέλα. Κι άλλοι δεν έχουν γιατί προτού τελειώσει ο μήνας έχει εξατμιστεί η σύνταξη των παππούδων.
«Καλά, δεν έχεις φτιάξει ακόμη το αυτοκίνητο; Αυτό πάλιωσε πια, με την πρώτη ευκαιρία να πάρεις καινούργιο». Κι εσύ σκέφτεσαι πως με τα λεφτά, που παίρνεις, είναι ζήτημα να πάρεις τις δυο μπροστινές ζάντες και αυτές χρησιμοποιημένες.
«Ε, δεν πειράζει να πηγαίνεις με τις συγκοινωνίες. Βολεύουν εκεί που είσαι». Ναι, βολεύουν αλλά ακόμη και το εισιτήριο του 1,20, το μειωμένο, σου φαίνεται τραγικά, μεγάλο έξοδο.
«Τι πήγες και ξενιτεύτηκες; Δεν μπορούσες να βρεις τίποτα εδώ; Βέβαια έξω είναι καλύτερα` ευτυχώς που έφυγες» Όχι, ρε φίλε αλλά κρίμα, που δεν με ρώτησες, αν εγώ ήθελα να φύγω. Κρίμα, που δεν με ρώτησες, αν πέθανε η μάνα μου στην Ελλάδα και δεν είχα λεφτά ούτε για το αεροπλάνο για την κηδεία.
«Τι λες ρε φίλε; Σας καθυστερεί τόσα χρόνια με την πτώχευση η Ελευθεροτυπία. Κρίμα, όμως, θα τα πάρετε μετά από 5 χρόνια και με τόκο. Μη στενοχωριέστε». Γιατί, αντί για 9 χρόνια να μην περιμένουμε 14, 15, 20; Γιατί όχι 30; Να μην πεθάνουν μόνο 5, αλλά κι άλλοι 5, 10, 20; Ο χρόνος είναι σχετικός μπροστά στην αιωνιότητα.

Εμείς φταίμε, εσείς, παρακαλώ, μην ταράζεστε…
Ιδού οι σωτήρες των τραπεζών: ο πατέρας με τον μισθό πείνας, η μάνα, με την υποαπασχόληση, ο συνταξιούχος, ο κτηνοτρόφος, που ανέβηκαν οι ζωοτροφές, ο νέος των 400 ευρώ, ο δημοσιογράφος με το μπλοκάκι, η δικηγόρος που έκλεισε το γραφείο, ο γιατρός, που ξενιτεύτηκε, ο ξεναγός, που δεν έχει τουρίστες, το κοριτσάκι, που δεν είχε σπίρτα αλλά λιποθύμησε, ο τύπος στο μετρό, που φώναζε, είμαι άνεργος κι έδινε χαρτομάντιλα. Μπράβο, βρε, παιδιά, έτσι. Ανάπτυξη κι αλληλεγγύη, μη χαθεί ένα ευρώ από τις τράπεζες.Γιατί εμείς της Ελευθεροτυπίας, του Κέρδους, του Άλτερ, του Μέγκα φταίμε, που κάναμε παιδιά. Εμείς ειδικά της Χ. Κ. Τεγόπουλος που δεν ρωτήσαμε την Άλφα και την Πειραιώς, οι χειρότεροι. Ακούστε αγαπητά χρυσά αγόρια, ακούστε μέτοχοι, ακούστε στελέχη με το αίμα μας, με τον μισθό μας, με τη σύνταξή μας, με τα όνειρά μας σώσαμε τις τράπεζές σας. Μέρα με τη μέρα δημόσιες τις κάνατε, τις ιδιωτικές σας. Και μην ανησυχείτε το εννιάχρονο, που λιποθύμησε γιατί δεν είχε να φάει. Μη στενοχωριέστε και χάσετε στο γκολφ. Που θα πάει, σε λίγες μέρες θα ξεχαστεί. Θα φάει το παιδί, θα συνέλθει.
Ακούστε, με, που γίνατε-γίναμε παχύδερμα και δεν το καταλάβαμε. Ακούστε με, που άνθρωποι αυτοκτονούν, γιατί δεν έχουν να πληρώσουν τις υποχρεώσεις τους. Ακούστε με, που νευριάζετε και με τους κακοπληρωτές. Δεν θέλαμε εμείς να μας κόψουν μισθούς και συντάξεις ούτε να είμαστε άνεργοι. Ούτε πανδημία θέλαμε. Ούτε να χρωστάμε στη ΔΕΗ. Ακούστε, που αποβλακωθήκαμε και τώρα πάμε να συνηθίσουμε και την εκ περιτροπής τροφή: πως δεν χρειάζεται να τρώμε κάθε μέρα. Το κοριτσάκι, που δεν κρατούσε σπίρτα, το εννιάχρονο μας δείχνει τον δρόμο.
Τον Σεπτέμβριο πολλοί θα χάσουν τα σπίτιά τους. Πολλοί θα μείνουν άστεγοι. Άμα βλέπεις πολλούς να πεθαίνουν από την πείνα, ε, ναι, δεν σου κάνουν εντύπωση. Γιατί λοιπόν να μας κάνει εντύπωση ένα εννιάχρονο, που λιποθύμησε, ένας καρκινοπαθής από την Ελευθεροτυπία, που δεν έχει χρήματα, για θεραπείες, ένα προσφυγόπουλο, που πνίγηκε; Το Neflix τι έχει, είπαμε;
