Ναι! Ναι! Ξέρω! Μένουμε σπίτι και ροζ πλαίσιο στο facebook, λες και τις άλλες μέρες μας είχαν φάει οι κοσμικότητες και τα γκαλά και οι σελέμπριτι να κάνουν βίντεο να μας πουν τι ωραία είναι να είσαι, μέσα και να μη βγούμε και να ακούσουμε αυτούς, που ξέρουνε καλύτερα, εμείς οι ηλίθιοι. Λες και τις άλλες μέρες μας είχαν φάει σαν αυτούς τα τσαμπέ καλέσματα και γυρνάγαμε παραπατώντας απ την κραιπάλη, στις 7, με το που σχολάγαμε απ τη δουλειά! Παρακαλώ δηλαδή, όχι άλλος σελέμπριτι να μου πει να καθίσω σπίτι και τι να κάνω! Έχω μια στοίβα ρούχα για σίδερο και άλλη μια για πλύσιμο και φαγητό να φτιάξω και κατσαρόλες να πλύνω και τζάμια να καθαρίσω, μη φοβάστε! Θα απασχοληθώ!

Και μετά, έχουμε όλες αυτές οι κατάρες και την απαξία από την ανώτερη κάστα της διαδικτυακής μας ράτσας τύπου «βγήκατε έξω φονιάδες, ελληνάρες -αυτοί είναι καταγωγής Λιχτενστάιν- ζώα»! Πήγανε κάποιοι άνθρωποι, σε ανοιχτό χώρο, σε θάλασσα, ναι, λάθος τους! Θεώρησαν όλοι χρέος τους, να τους σκυλοβρίσουν στα social media, τόσο άγρια, όταν οι ίδιοι πάνε βόλτα στο κλειστό χώρο του σούπερ μαρκετ για να πάρουν χαρτιά υγείας λες και δε θα ζήσουν, από δω και μπρος, ποτέ σε κανένα άλλο δωμάτιο του σπιτιού εκτός απ το μπάνιο.

Καθυβρίζεται, διαδικτυακά και όποιος είναι στο δρόμο, ακόμα και αν πάει στη δουλειά του. Χωρίς συναίσθηση καμία εκείνων, που ίσως ζουν με το μεροκάματο και που και αυτό πάει τώρα! Όλοι αυτοί που κάνουν στα social media τους σπουδαίους και τους υπεράνω σε σχέση με τον «λαουτζίκο», τους «γελοίους», τα «μαλακισμένα», θα κάνουν κάνα ταψί φαΐ να πάνε στην οικογένεια του μουσικού, του σερβιτόρου, του μπάρμαν, της τραγουδίστριας στο ρεμπέτικο, της μπαριστας στο καφέ, όλων αυτών που ζουν με το μεροδούλι -μεροφάι; Η μόνο θα «κάτσω σπίτι, θα μείνω σπίτι και άμα πεινάσω τηγανίζω κάνα αβγό» τύπου ευαίσθητης Εύα Αντωνοπούλου θα κάνουν και ξόφλησαν ήσυχοι με τη ναρκισσιστική συνείδηση τους;

Είναι απογοητευτικό για το είδος μας, ακόμα και σε μια τέτοια δύσκολη στιγμή για όλους, ερήμωσης, μοναξιάς, τεράστιας αλλαγής, εγκλεισμού, θανάτου και αρρώστιας να καθόμαστε σα τις κουτσομπόλες στις κουρελούδες της εξώπορτας του ίντερνετ για να κράξουμε κάθε περαστική «πομπεμένη», τύπου «γεμάτες οι καφετέριες, οι πλατείες και πήγαν και στην θάλασσα και είχε ουρές σε ένα υπαίθριο μπαράκι στη Θεσσαλονίκη!». Λάθος τους, αλλά κοιτάξετε λιγάκι τη πάρτι σας, με αυτή τη συνεχόμενη γκρίνια, διδαχή και απαξία πια! Και αφήστε και λίγο ήσυχη την ράτσα για όλα τα κακά! Και εδώ οι Αμερικανοί στα μπαρ είναι και μπίρες πίνουν και για πίτσα πάνε και τα μολ είναι γεμάτα, αλλά δε βγήκαν άλλοι Αμερικανοί να τους λένε «Αμερικαναράδες» στις ρούγες των social!

Α! Επίσης λειτουργεί γραμμή τηλεφωνική κρατική, για να καλούμε να καρφώνουμε όποιον παραβιάζει τα μέτρα. Ακόμα και σε ζήτημα ζωής – θανάτου, ρουφιάνοι, χαφιέδες και καρφιά να είμαστε! Γιατί, τα είπαμε, «η κόλαση μας είναι οι άλλοι» και φταίει πάντα ο διπλανός, πότε εμείς και η όποια εξουσία!

Και ναι! Είναι μια δύσκολη κατάσταση παγκόσμια. Κανείς δε την ήθελε, ούτε την επιδίωξε. Και οι μεγάλοι και οι ηλικιωμένοι φυσικά και θέλουν την βόλτα και παρέα και άντε με τους εφήβους να τους κρατήσεις σε τέσσερις τοίχους απ το Ιράν και το Πακιστάν μέχρι την Νέα Υόρκη και το Παρίσι και η καρδιά σου πονάει να βλέπει αυτή την ερημία στις πόλεις των ανθρώπων, που είναι εκεί, αλλά χωρίς αυτούς, είναι άψυχες. Κατανοητό που οι Ισπανοί κρεμάστηκαν στα παράθυρα και οι Ιταλοί τραγουδούν το Bella Ciao στα μπαλκόνια τους.
Όχι, κατανοητό που εμείς βριζόμαστε, ενώ αυτή η κούκλα, αυτός ο αιώνιος έρωτας, εκείνη η πιο ωραία των ωραίων, η αρχαία, η σοφή, η πανέμορφη, με το πιο γλυκό φως, τις πιο έναστρες νύχτες και όλες τις στιγμές της Ιστορίας να συναντιούνται φυσιολογικά η μια πλάι στην άλλη, η Αθήνα, να ναι Σάββατο βράδυ, τόσο ερημική, άδεια, κατάμονη της. Κατανοητό, αλλά τόσο δυστοπικό, τόσο φοβικό, αυτό το ρήμαγμα της ωραιότερης πόλης στο κόσμο -γνώμη μου! Σα να έπαψε η ανάσα της ανθρωπότητας μοιάζει η απουσία σ αυτή την πόλη… Και θυμίζει αυτή η στιγμή της ανθρωπότητας πιο πολύ από ποτέ τη «Ρημαγμένη Χώρα» και το ποιητικό της τέλος, που έδωσε ο Τ.Σ. Έλιοτ:

«…αυτή είναι η νεκρή χώρα, αυτή είναι του κάκτου η χώρα, εδώ τα πέτρινα είδωλα σηκώνονται, εδώ λαμβάνουν την ικεσία ενός χεριού νεκρού ανθρώπου, κάτω από το σπίθισμα σβησμένου άστρου… …Μεταξύ ιδέας και πραγματικότητας
μεταξύ κίνησης και δράσης πέφτει η Σκιά.
Γιατί, δικό σου είναι το βασίλειο
Μεταξύ αντίληψης και δημιουργίας μεταξύ κίνησης και απάντησης, πέφτει η Σκιά. Η ζωή είναι πολύ μακριά.
Μεταξύ πόθου και σπασμού, μεταξύ δύναμης και ύπαρξης, μεταξύ ουσίας και πτώσης πέφτει η Σκιά,
Γιατί δικό σου είναι το βασίλειο
γιατί δική σου είναι η ζωή, γιατί η ζωή είναι δική σου, δική σου,
αυτός είναι ο τρόπος που ο κόσμος τελειώνει όχι με ένα πάταγο, αλλά με ένα λυγμό».

