Food and love : Με τα όνειρα των φοιτητών…

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΝΑ ΣΤΕΡΓΙΟΥ

Τα παιδιά, οι νέοι,  οι  φοιτητές ανοίγουν ένα παράθυρο στον κόσμο. Σκέφτονται κι αγωνιούν για το μέλλον τους, αγαπούν, νοιάζονται, μοιράζονται κοινές εμπειρίες, σκέψεις, όνειρα. Δεν θέλω λοιπόν να μιζεριάσω σήμερα, γιατί μπολιάστηκα με το χαμόγελό τους. Δεν θέλω να σκεφτώ απλήρωτους λογαριασμούς, εισπρακτικές εταιρίες, κόκκινα δάνεια. Δεν θέλω να σκεφτώ τους εργοδότες, που δεν πληρώνουν, παιδιά, που είναι λιποθυμούν γιατί μειώνουν τις μερίδες οι γονείς, για να πληρώσουν τις δόσεις, δεν θέλω να μιλήσω για τα παιδιά των προσφύγων, που ζουν σε καταλύματα, για εκείνα τα παιδιά που ζουν σε ιδρύματα. Σήμερα θέλω να μιλήσω για τα όνειρα των νέων παιδιών.

Στο τραμ, ακούγοντας μια παρέα φοιτητών

Ζώντας τόσο κοντά και τόσο μακριά από τον κόσμο τους, από τις αναζητήσεις τους, από τις αγωνίες τους, από τους πρώτους έρωτες, από τις απογοητεύσεις τους. Μερικές φορές άσχημα πράγματα σου δίνουν όμορφες στιγμές. Ζώντας το μεγάλωμα ενός παιδιού, που δείχνει πως κάθε μέρα είναι μία νέα μέρα, που δεν ξέρεις τι θα σου φέρει, νιώθω πως την ευτυχία μου μπορώ να την αγκαλιάσω. Μα, μπορώ ταυτόχρονα να συμμεριστώ και τα όνειρα και τις αγωνίες άλλων. Έτσι, βρέθηκα τυχαία να κάθομαι στο τραμ ανάμεσα σε μία παρέα νέων παιδιών, Φαληριωτόπουλων, μίας φοιτήτριας Νοσηλευτικής, ενός φοιτητή της Παντείου κι ενός άλλου φοιτητή του Χημικού. Όνειρα όμορφα, πινελιές χαρούμενες σε μία γκρίζα πραγματικότητα. Σ’ έναν ουρανό, που έχει γκριζάρει από τους 7 στους 10 Έλληνες, που δεν έχουν ούτε 100 ευρώ στην άκρη, αν τους τύχει κάτι. Κι εγώ θα πω ότι υπάρχουν κι αυτοί, που δεν τους φτάνουν τα χρήματα, για να περάσουν τον μήνα. Αλλά όχι για τους Έλληνες φοιτητές θα μιλήσω, που ήταν με ένα βιβλίο στο χέρι μέσα στο τραμ, με σημαδεμένες τις σελίδες. Με χαρτάκια, όπως βάζαμε κι εμείς άλλοτε, για τα πιο σημαντικά θέματα. Τους καινούργιους, αυτούς, που δεν τρέχουν στα κολέγια αλλά με θυσίες μπήκαν στο ελληνικό πανεπιστήμιο. Κι υπάρχουν και παιδιά που διάβασαν αλλά δεν τα κατάφεραν. Αλλά όσοι πέρασαν καλώς πέρασαν. Με διάβασμα πέρασαν, με αγωνίες, των ιδίων, με προσπάθειες κι αυτών και των δικών τους ανθρώπων.   

Όνειρα, γνώση, εμπειρίες και να μπορέσουν να φτάσουν ψηλά, να μη χαμηλώσουν τον πήχη

Και τους άκουγα να μιλούν μ’ έγνοια για τα μαθήματα, για τις δυσκολίες στην εξεταστική, για τις σχέσεις, για τις γκρίζες ζώνες ανάμεσα στους δεσμούς, τους φοιτητικούς, τις δυσκολίες, τις απογοητεύσεις, τους ανεκπλήρωτους και τους τωρινούς έρωτες, για τους καλούς και τους λαθραίους, με την απιστία να είναι ερωτηματικό για την αφεντιά τους. Κι έτσι λαθραία τους άκουγα, θαύμαζα και καμάρωνα  τα ελληνικά φοιτητικά νιάτα, να μιλούν για τα όνειρά τους, να προχωρήσουν, να φτάσουν ψηλά, να μη χαμηλώσουν τον πήχη. Να δοκιμάσουν το καινούργιο και να μάθουν από το παλαιό, να γνωρίσουν τον έρωτα, την αγάπη, τη φιλία, τη συνεργασία, την απάτη, που βρίσκεται στην καθημερινότητα, να προχωρήσουν και σ’ άλλες σπουδές, να συναντηθούν στα θέματά τους, με άλλους συμφοιτητές. Να σχολιάζουν και να βάζουν ερωτηματικά πάνω στις διπλές, παράνομες σχέσεις, αυτές, που δεν φαντάζονταν πως υπάρχουν, να μιλούν για τους καλούς, τους κακούς και τους δύσκολους καθηγητές. Χαμογελούσα, κάθε που άκουγα, όλα αυτά, που για μας τους μεγάλους είναι καθημερινότητα, αλλά για εκείνους πρωτόγνωρα, σπουδαία, μοιραία κι ανακαλύψεις της ζωής. Κόλλησα, το σύνδρομο της νεότητας, όπως όταν ο γιος μου έρχεται περισπούδαστα να μου πει: «Μαμά το ήξερες αυτό;» Και ξέρω ότι μαθαίνω απ΄ αυτόν κάθε μέρα, βλέπω κάθε τι παλαιό με νέα οπτική κι είμαι δασκάλα του κι είναι δάσκαλός μου πια στο καινούργιο.

Εκείνη η νιότη που μας καθόρισε

Συνταξίδεψα μαζί τους, όσο διαρκεί αυτό το ημίωρο στο τραμ και ξαναγύρισα για λίγο, για τόσο δα, μία στάλα στα δικά μου φοιτητικά χρόνια και στις φωτογραφίες, που ανεβάζουν ακόμη και σήμερα «τα παιδιά» της δικής μου γενιάς, που πια είμαστε μεγάλοι, με εκείνα τα φουντωτά μαλλιά, τα ξασμένα, τους συνδυασμούς ρούχων της κακής και μαύρης συμφοράς, που σήμερα κάθε στυλίστας θα τράβαγε τα δικά του μαλλιά, αλλά εμάς δεν μας ένοιαζε. Η έγνοιά μας να μαζευτούμε, να περάσουμε καλά, να διαβάσουμε στην εξεταστική, να περάσουμε καλά σε ένα πάρτι, να μαγειρέψουμε να δούμε, αν θα καταφέρουμε να κάνουμε μεταπτυχιακές σπουδές, να βρούμε μία καλή δουλειά, να τα βγάλουμε πέρα μόνοι με τα καθημερινά, μακριά από τους γονείς μας.  Στην εποχή, που δεν υπήρχε διαδίκτυο και η ιδιωτική τηλεόραση ήταν στα σπάργανα. Τάβλι, μπιλιάρδο, χαρτάκι, χοροί και τραγούδια και γέλια με το κάθε τι.  Ένα τζιν και ένα πουλόβερ, ένα μπουφάν και τα μποτάκια και ο δρόμος ανοιχτός για μας που η ζωή ήταν μπροστά. Κι ερωτευτήκαμε κι απογοητευτήκαμε κι αγαπηθήκαμε και παντρευτήκαμε και χωρίσαμε και γίναμε γονείς και ταξιδέψαμε και μείναμε σε δουλειές και μείναμε άνεργοι και προχωρήσαμε ξανά. Η νιότη ετούτη μας καθόρισε. Αέναος ο κύκλος. Μα, το πιο σπουδαίο, απ΄ αυτό το Τμήμα Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης μείναμε φίλοι. Και χαιρόμαστε με κάθε γάμο με γεννητούρια, σε μεταπτυχιακά, σε ό, τι κάνει ο καθένας από εμάς. Και χαιρόμαστε, αν κάποιος ανεβαίνει τα σκαλοπάτια της ιεραρχίας σαν ο καθένας από εμάς, να είμαστε εμείς οι ίδιοι. Και στενοχωριόμαστε, όταν κάποιος χάνει δικό του άνθρωπο, όταν χάνει δουλειά, όταν δεν βρίσκει τον δρόμο του, όταν η οικογενειακή του ζωή δεν είναι, όπως τη φαντάστηκε. Ένα χέρι απλώνεται, για να μας βοηθήσει στα σκούρα, και μία καρδιά στην χαρά μας. Δεν ταιριάξαμε με όλους, μα, με τους πολλούς ταίριαξαν τα χνώτα μας. Απόφοιτοι του ’94, με άγνοια για το τι ξημερώνει στην αγορά εργασίας, ξένοι από ανταγωνισμούς χαιρόμαστε ο ένας για ό, τι καλό συμβαίνει στον άλλον. Πραγματική η έγνοια κι όχι για το θεαθήναι. Χανόμαστε και ξαναβρισκόμαστε. Και μέσα από το διαδίκτυο, πιο κοντά, είμαστε ξανά.  Μία μεγάλη φοιτητική οικογένεια.

Κάθε δεκαετία με τα δικά της -αλλά να μοιάζουν τόσο!- όνειρα

Κάθε δεκαετία έχει τα δικά της όνειρα, που όμως είναι κοινά. Θέλει να γνωρίσει τον κόσμο, να νιώσει πράγματα, να ερωτευτεί, να τακτοποιηθεί επαγγελματικά,  να έχει φίλους. Σ΄ ένα πλαίσιο στρεβλού αλλά υπαρκτού ανταγωνισμού,  προσωπικά ευτύχησα να είμαι πολλά χρόνια στην  «Ελευθεροτυπία», όπου καθένας ανταγωνιζόταν κυρίως τον εαυτό του κι άκουγες ένα μπράβο από συναδέλφους, όταν  έκανες κάτι πρωτότυπο ή επιτυχημένο. Όχι μόνο από την ιεραρχία. Απ΄ αυτούς, που μοιραζόσουν το γραφείο κι όταν έκανες κάτι όμορφο, είχαν ένα καλό λόγο να πουν. Όχι όλοι, αλλά οι πολλοί έτσι ήταν. Κι όταν έμεινες χωρίς δουλειά, πάλι δίπλα σου ήταν, μόλις σκάσει κάτι, να ξέρεις ότι σ’ έχουν στο μυαλό τους και δεν σε ξεχνούν ή να ακούσεις μία κουβέντα παρηγοριάς, που  την είχες ανάγκη. Κουμπάροι και παρακούμπαροι, ζευγάρια, φίλοι κολλητοί μια ζωή.

Όλοι χρειάζονται μία δεύτερη ευκαιρία, μα το πολιτικό σύστημα θέλει αλλά δεν μπορεί να βοηθήσει τα νέα παιδιά

Γυρνώντας πίσω, στην τρέχουσα πραγματικότητα, σ’ αυτά τα παιδιά χρωστάμε, που έρχονται και θέλουν να κάνουν πράγματα. Σ’ αυτά τα παιδιά, που νοιάζονται, για να γίνουν κάτι, εμείς χρωστάμε. Κάποιοι που θέλουν να προσφέρουν, να ταξιδέψουν και να μην κόψουν τα δικά τους όνειρα στη μέση. Να  μην τους κόψουμε τα φτερά. Να μην τους γεμίσουμε με τις δικές μας ενοχές, για όσα κάναμε κι όσα θέλαμε αλλά στο τρέξιμο και στον ανταγωνισμό αφήσαμε να μας φύγουν. Να μην τους κόψουμε τον δρόμο, να τους μάθουμε τις παγίδες αλλά να μη τους φρενάρουμε. Μας άλλαξε η ζωή, η πλανεύτρα, που αλλιώς τα λογαριάζεις κι αλλιώς στα φέρνει, η όμορφη και ρημάδα αλλά να μη γίνουν ίδιοι σαν κι εμάς. Κυνηγοί να γίνουν των ονείρων τους κι όχι θηράματα. Το πολιτικό σύστημα θέλει να βοηθήσει τα νέα παιδιά, να βρουν τον δρόμο τους. Αλλά δεν το κάνει σωστά. Τα νέα πτυχία, που χωρίς την έγκριση του ΔΟΑΤΑΠ, εις βάρος του άρθρου 16, θα μπορούν να τα παίρνουν χωρίς πάντα ιδιαίτερη προσπάθεια, σπουδαστές κολεγίων, είναι μία στρέβλωση απέναντι στο Σύνταγμα, που μιλά για το δημόσιο χαρακτήρα της ανώτατης παιδείας. Όλοι οι άνθρωποι χρειάζονται μία δεύτερη ευκαιρία. Και οι σπουδαστές κολεγίων χρειάζεται να έχουν την ευκαιρία τους. Όχι, γιατί το επιβάλλουν οι διεθνείς συμφωνίες, αλλά γιατί πρέπει. Γιατί κι αυτά τα παιδιά έχουν όνειρα και μπορούν να προσφέρουν. Γιατί υπάρχουν και παιδιά, που διάβασαν αλλά δεν τα κατάφεραν, με αυτό το δύσκολο σύστημα εισαγωγής. Γιατί υπάρχουν γονείς που δεν μπορούν πια να πληρώσουν για διαμονή σε ένα Πανεπιστήμιο, που είναι μακριά από την πόλη ή το χωριό τους. Χρειάζεται να μη φεύγουν αλλά νιάτα για το εξωτερικό, για να πάρουν ένα πτυχίο. Αλλά θα έπρεπε το σύστημα να εξασφαλίζει δικλείδες, ώστε αυτοί που παιδεύτηκαν, που κουράστηκαν, που οι οικογένειές τους επί χρόνια τροφοδοτούσαν με το αίμα της καρδιάς τους, για φροντιστήρια, να μη βρεθούν να συναγωνίζονται το στρεβλό είδωλό τους στον τοίχο. Και κυρίως να μπορούν αυτά τα νιάτα να βρουν δουλειά και να μπολιάσουν με τα όνειρά τους, τη δική μας πεζή πραγματικότητα. Να ξαναφέρουν την άνοιξη, στη βαρυχειμωνιά της κρίσης, που υπάρχει ακόμη στην πραγματικότητα και στις καρδιές μας…