Ένα Βήμα για το Τέλος – Α’ Μέρος

ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΠΡΑΤΑΝΟ

Ο Κυβερνήτης της Ελλάδας, Ιωάννης Καποδίστριας, βρίσκεται υπό ασφυκτική πίεση. Εννέα μήνες αφότου έχει ανοίξει μέτωπο με τον Μαυρομιχαλαίους, συλλαμβάνει τον 66χρονο Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, Μπέη της Μάνης. Ο απεσταλμένος του, Κωνσταντίνος Κανάρης τον παραπλανεί και τελικά τον φυλακίζει στο φρούριο του Ιτς-Καλέ (Ακροναυπλία) με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας για υποκίνηση σε στάση κατά του Κυβερνήτη. Όταν οι Μανιάτες μαθαίνουν τα καθέκαστα ξεσηκώνονται. Ο αδελφός του, Κωνσταντίνος, πηγαίνει στο Ναύπλιο, για να διαπραγματευτεί την αποφυλάκιση του Πετρόμπεη και την απόσυρση των κατηγοριών. Ακολουθεί ο δευτερότοκος γιος του, Γιώργης (ή Μπεϊζαντές). Ταυτόχρονα στην Ύδρα, έχει οργανωθεί η αντιπολίτευση, υπό τον Ανδρέα Μιαούλη, ο οποίος έχει κάψει δύο ελληνικά πλοία στο ναύσταθμο του Πόρου. Η εφημερίδα «Απόλλων» δημοσιεύει εμπρηστικά άρθρα εναντίον του Καποδίστρια με αιχμή του δόρατος τον Αλέξανδρο Σούτσο, ενώ ηχηρό ράπισμα στη δημοφιλία του κυβερνήτη αποτελεί και η μεταστροφή του Αδαμάντιου Κοραή, που από ένθερμος υποστηρικτής του μετατρέπεται σε φανατικός πολέμιος.

Κυβερνείο, Ναύπλιο, Ώρα 21.30

Περιφερόταν στο λιτό δωμάτιο των 30 τετραγωνικών χωρίς εμφανή προορισμό, αφηρημένος τόσο που δεν άκουγε τον μικρό λυγμό που προκαλούσε το κάθε του βήμα στο ξύλινο δάπεδο. Βημάτιζε με τα χέρια δεμένα στη μέση του, με αργό -σχεδόν ακανόνιστο, ρυθμό. Η χρησιμότητα της λάμπας που ήταν ακουμπισμένη στο γραφείο ήταν υπό αμφισβήτηση: Κάποιος παρατηρητής θα θεωρούσε πως χρησιμεύει μόνο στη δημιουργία σκιών. Στάθηκε μπροστά στο παράθυρο και την επόμενη στιγμή το πρόσωπό του άλλαξε, τα ζυγωματικά χαλάρωσαν, τα μάτια στρογγύλεψαν, η τραχύτητα υποχώρησε… Το σκοτάδι που απλωνόταν πέρα από το τζάμι σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να προκαλέσει αυτή την ευγενική μετάλλαξη. Έστριψε απότομα, βημάτισε γρήγορα -με τους λυγμούς στο πάτωμα να γίνονται πλέον πνιχτοί, μέσα στη λευκή φαρδιά νυχτικιά που τον έκανε να μοιάζει σαν να αιωρείται στο σκοτάδι. Κάθισε στην καρέκλα του γραφείου του απέναντι από το τζάκι που σιγόκαιγε και βιαστικά βούτηξε την πένα στο μελανοδοχείο. Χωρίς δισταγμό σχημάτισε τις πρώτες χαρακιές στο χαρτί «ματώνοντάς» το με στρογγυλά, καλλιγραφικά γράμματα.

«Αγαπητή μου φίλη Ρωξάνδρα» έγραψε και καθώς το τελευταίο γράμμα σχηματίστηκε ένιωθε την εσωτερική του ορμή να καταλαγιάζει. Αν σε κάτι ήταν εξαιρετικός, ήταν η τέχνη να τιθασεύει τα συναισθήματά του. Το μελόδραμα και οι εύκολοι συναισθηματισμοί του προκαλούσαν αρχικά δυσφορία και μετέπειτα μια ολική αδιαφορία για το πρόσωπο που τα εκδήλωνε. «Σε όλη μου τη ζωή, κάθε μου κίνηση ήταν πλήρως υπολογισμένη, κάθε μου απόφαση λεπτομερώς ζυγισμένη. Συγκεκριμένες αποφάσεις και ενέργειες με έφτασαν εδώ. Θυσίασα πολλά! Εσύ το γνωρίζεις καλύτερα από όλους, το τίμημα είναι μοιρασμένο ανάμεσά μας. Τα όρια, όμως, είναι χαραγμένα δεκαετίες τώρα. Σε ό, τι αφορά την πατρίδα, δεν πρόκειται να πραγματοποιήσω σπιθαμή υποχώρησης. Αυτός είναι ο πυρήνας μου, δεν μπορώ να αλλάξω αυτό από το οποίο είμαι σφυρηλατημένος». Η επόμενη εκπνοή ερχόταν από πολύ χαμηλά. Μετά την ορμή ένιωθε να χάνει σταδιακά και το βάρος που πλάκωνε το στήθος του. «Στις τόσες μοναχικές νύχτες μου εσύ ήσουν εκείνη που μου κρατούσες συντροφιά. Σε είχα δίπλα μου και μου χαμογελούσες, συζητούσαμε για ώρες, για την Ελλάδα, τον Τσάρο Αλέξανδρο, την Επανάσταση… Κάποιες ιδιαίτερες νύχτες, χαρούμενες, σε έβλεπα να σηκωνόσουν από τον καναπέ, να γεμίζεις το δωμάτιο με το πράσινο βελούδο του φορέματός σου και να κάθεσαι στο πιάνο, κάνοντας μελωδίες όλα όσα ήθελα να σου πω». Ακούμπησε ανακουφισμένος την πένα στην ατραυμάτιστη μεριά του χαρτιού. Είχε για τόσα να αγωνιά και να που ασχολούταν με μια χαμένη υπόθεση. «Τι θα γινόταν αν έκλεβα τη Ρωξάνδρα και εξαφανιζόμασταν σε ένα φτωχικό σπίτι;» σκέφτηκε -όχι για πρώτη φορά, και οι εικόνες όρμησαν στο μυαλό του. «Δεν θα άντεχε» είπε φωναχτά, φράζοντας τες, κυνικά επαναφέροντας τον εαυτό του στην πραγματικότητα, απογοητευμένος και σίγουρος για την παλιά του απόφαση. Η Ρωξάνδρα, κόρη πάμπλουτου Έλληνα ευγενή, προοριζόταν να παντρευτεί έναν άνδρα αντάξιο της τάξης της και της οικονομικής της επιφάνειας. Αυτό είχε κάνει, άλλωστε, πριν από δεκαπέντε χρόνια -με την αποτυχία προδιαγραμμένη. Άντεξε μόλις ένα χρόνο ως σύζυγος του υπουργού Εξωτερικών της Βαϊμάρης, κόμη Έντλινγκ, προξενιό της Τσαρίνας την οποία υπηρετούσε ως Κυρία των Τιμών. Στη θέα της φωτιάς που πάλευε να κρατηθεί ζωντανή, έβαλε την πένα και πάλι ανάμεσα στα δάχτυλά του… «Φοράς ακόμη το δαχτυλίδι;» έγραψε βιαστικά και τα κουρασμένα μάτια του έκλεισαν για μόλις δύο βαριές εκπνοές, ανοίγοντας βίαια στο χτύπημα της πόρτας, βγάζοντάς τον από τη νοσταλγική και τραυματική αναπόληση.

-Κύριε Κυβερνήτα.

-Παρακαλώ, απάντησε αργοπορημένα και έσκυψε και πάλι πάνω στο γράμμα για να διαβάσει την τελευταία παράγραφο.

Η πόρτα άνοιξε και ο γραμματέας του, Τάκης Σπηλιάδης, εμφανίστηκε αναστατωμένος.

-Σας ενοχλώ κύριε;

-Όχι Σπηλιάδη πέρασε, τι συμβαίνει;

-Ήμουν στην αγορά κύριε. Μου είπαν νέα που πρέπει να μάθετε!

Ο Κυβερνήτης ύψωσε το βλέμμα του.

-Τι θα πρέπει να ξέρω Σπηλιάδη;

Ο Σπηλιάδης έριξε για μια στιγμή το βλέμμα στο πάτωμα, στραβοκατάπιε και άρχισε να ψελλίζει…

-Να, οι Μαυρομιχαλαίοι αγόρασαν μπιστόλα το απόγευμα.

-Ποιοι Μαυρομιχαλαίοι, ρώτησε με ενδιαφέρον ο Κυβερνήτης.

-Ο Γιώργης, ψέλλισε ξανά ο τρομαγμένος γραμματέας.

Ο Κυβερνήτης δεν φάνηκε να εκπλήσσεται, ούτε να δυσαρεστείται, λες και το συναίσθημα να μην έβρισκε καμία δίοδο για να φτάσει στο πρόσωπό του. Ο Κοζώνης, ο έμπιστος μονόχειρας υπηρέτης του Κυβερνήτη, άκουσε τις φωνές και μπήκε με τη σειρά του στο γραφείο.

-Μην πάτε κύριε, φώναξε ο Κοζώνης και αμέσως έσκυψε το κεφάλι του.

-Να μην πάω πού, Κοζώνη, ρώτησε με στεντόρεια φωνή.

-Να μην πάτε στην Εκκλησία. Ή να δώσετε εντολή να τους πιάσουμε τώρα, απάντησε ο Κοζώνης που πλέον δεν χαμηλώνει το βλέμμα, ούτε ψελλίζει.

-Μα πώς να τους συλλάβουμε; Με τι στοιχεία, αναρωτήθηκε ο Κυβερνήτης.

-Αγόρασαν μπιστόλα. Θα το έχουν πάνω τους! Οι φρουροί που τους φυλάνε πρέπει να πάνε και κείνοι φυλακή, πετάχτηκε ο Σπηλιάδης.

Δεν είχε ακουστεί ξανά τόσο βροντερή η φωνή του γραμματέα του Κυβερνήτη. Ο Κυβερνήτης τον κοιτούσε με το στιβαρό του βλέμμα, το πηγούνι του ψηλά.

-Τι φοβάσαι Σπηλιάδη, ρώτησε μειλίχια ο Κυβερνήτης.

-Θέλουν να σε σκοτώσουν, απάντησε κοφτά εκείνος.

Ο Κυβερνήτης χαμογέλασε αυθόρμητα.

-Δεν θα το κάνουν… Μπορεί να ετοιμάζονται, αλλά στο τέλος θα σεβαστούν τα λευκά μου μαλλιά και δεν θα το κάνουν, απάντησε εκείνος με μια επίπλαστη χροιά σιγουριάς, γνωρίζοντας πως ούτε ο πιστός του υπηρέτης, ούτε ο γραμματέας του ήταν σε θέση να αντιληφθούν.

Οικία Μαυρομιχάληδων, κάποια μέτρα μακριά από το Κυβερνείο

Το σκοτάδι δεν τον εμπόδιζε να κρατά τα μάτια ανοιχτά, ξαπλωμένος ανάσκελα στο κρεβάτι του. Ανάσαινε ηχηρά, καθώς τα άλματα στη σκέψη του ξεπερνούσαν γρήγορα τις λογικές τροχιές. Σηκώθηκε και άρχισε να περπατά στις μύτες των ποδιών του, αθόρυβος και διεισδυτικός σαν καλοκαιρινή αύρα. Ανοίγοντας προσεκτικά την πόρτα του δωματίου βρέθηκε απέναντι από μία άλλη, την οποία και άνοιξε μέχρι τη μισή διαδρομή, χώνοντας ερευνητικά αργά το κεφάλι του. «Δεν κοιμάμαι, μπες», ακούστηκε από την άλλη άκρη ένας ψίθυρος, που προκάλεσε νέα βήματα, αθόρυβα, που έφτασαν μέχρι το κρεβάτι.

«Δεν μπορείς να κοιμηθείς, ε», ρώτησε ο μουσαφίρης ανακουφισμένος, αφού δεν είναι ο μόνος που πάσχει, και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού.

«Κάνω τους υπολογισμούς μου», είπε ο κάτοχος του δωματίου και ανασηκώθηκε.

Καθόταν δίπλα, αλλά όχι αντικριστά, μην συναντηθούν τα βλέμματά τους και πέσουν ντροπιασμένα στο πάτωμα.

«Θείε, πες μου… Γιατί δεν δέχτηκε να δει τον πατέρα μου», ρώτησε ο εισβολέας με παράπονο.

«Γιατί θέλησε να τον εξευτελίσει περιφέροντάς τον με τις χειροπέδες και τις αλυσίδες σε όλο το Ναύπλιο, σαν να ήταν άγριο ζώο ή Τούρκος; Μέχρι και η γιαγιά τον παρακάλεσε να τον ελευθερώσει. Του δώσαμε όλες τις εγγυήσεις που ήθελε. Τι κάναμε λάθος;». Στο μυαλό και των δύο γύριζαν οι ίδιες σκηνές, σαν να παρακολουθούσαν την ίδια παράσταση. Η μάνα του μπέη της Μάνης, που η οικογένειά της έδωσε πάνω από σαράντα νεκρούς στον Αγώνα ικέτευε από έναν άντρα που δεν έχει πυροβολήσει Τούρκο για τον οίκτο του! Αυτή που είδε να χάνεται μια τεράστια περιουσία για να ελευθερωθεί η πατρίδα, τώρα δεν μπορεί να δει τον γιο της στη φυλακή. Η σιωπή απλωνόταν στο δωμάτιο παρέα με την οργή. «Ανιψιέ» είπε ψιθυριστά ο γηραιότερος, «δεν μάθαμε σήμερα τον Κυβερνήτη. Αν δεν ήταν τύραννος, ο πατέρας σου δεν θα ήταν φυλακή, ούτε εμείς θα κοιμόμασταν σε ξένα σπίτια, βάζοντάς μας φρουρούς να μας ακολουθούν σε κάθε μας βήμα, λες και είμαστε εγκληματίες». Η αποδοχή των λεγομένων από τον μουσαφίρη ήρθε με ένα ξεφύσημα. «Ανιψιέ άκου με», επέμεινε γυρνώντας απότομα και πιάνοντάς τον από το μπράτσο.

«Πού ακούστηκε ο πρώτος πρωθυπουργός της χώρας να φυλακίζεται από τον Κυβερνήτη; Έτσι θα μας κάνει σύγχρονο κράτος; Πρώτη είναι η υπογραφή του πατέρα σου στο γράμμα που τον καλεί να έρθει εδώ να κυβερνήσει. Πρώτος υπέγραψε, πρώτος παραιτήθηκε για χάρη του Κυβερνήτη, που δεν ήθελε βουλευτές, δεν ήθελε εμάς που δώσαμε το αίμα μας, τους συγγενείς, τους φίλους μας, το χρήμα μας. Ήθελε στο πλευρό του τα αδέλφια του, να αλωνίζουν όσο εκείνος δεν δεχόταν να πληρωθεί για τις υψηλές υπηρεσίες του». Ο συντονισμός της μνήμης των δύο επανήλθε με νέες κοινές εικόνες και οργή, που ξεκινούσαν εννιά μήνες πριν, από απέναντι, την Ύδρα, εκεί που πάρθηκε η απόφαση για τη δολοφονία του Κυβερνήτη. Από τις συζητήσεις στα πηγαδάκια φαινόταν πως η πανίσχυρη οικογένεια των Κουντουριώτηδων θα αναλάμβανε την «τυραννοκτονία». Κατά τη διάρκεια του δείπνου, όμως, ο ναύαρχος Μπουντούρης είχε διαφορετική γνώμη την οποία όλοι ασπάστηκαν: «Αδελφοί, η τιμή της δολοφονίας του Τυράννου ανήκει στην οικογένεια που προσέφερε το περισσότερο αίμα στον αγώνα, όχι χρήμα. Είναι η οικογένεια των Μαυρομιχαλαίων». Είχαν προηγηθεί και άλλες απόπειρες, που στέφθηκαν με αποτυχία, αφού οι επίδοξοι δολοφόνοι μόνο επαγγελματίες δεν ήταν. Οι αντιπολιτευόμενοι της Ύδρας είχαν επικηρύξει το κεφάλι του Κυβερνήτη, αλλά το ευτελές ποσό δεν κίνησε το ενδιαφέρον των επαγγελματιών. Οι μνήμες αυτές αγρίεψαν τα πρόσωπα της παρέας των δύο.

«Του στειλα και αγγελιοφόρο να του πει πως θα τον σκοτώσω. Αντρίκεια», ψέλλισε ο ανιψιός και τα μάτια του μίκρυναν, σαν να παρακολουθούσε τη σκηνή της δολοφονίας. «Ανιψιέ… Εσύ είσαι σπουδαγμένος στο Φανάρι, είσαι μικρός, έχεις να κάνεις πράγματα ακόμη εδώ. Εσύ μια μέρα θα γίνεις πρωθυπουργός της χώρας, σαν τον πατέρα σου. Άσε με εμένα να κάνω τη δουλειά», του είπε ο γηραιότερος χαϊδεύοντας τη μουστάκα του. Ο νεαρός χαμήλωσε το κεφάλι του. Γνώριζε πως ο θείος του είχε δίκιο, πως κανένα λογικό επιχείρημα από εκείνα που είχε διδαχθεί στη Μεγάλη του Γένους Σχολή δεν είχε θέση στην αποτρόπαια πράξη της δολοφονίας. Ο πατέρας του τον προόριζε για μια πολιτική καριέρα που θα έκανε την οικογένεια ίσως την πιο σημαντική της χώρας. Για αυτό και όταν ήταν να ανακηρυχθεί Μπέης της Μάνης από τον Σουλτάνο, δεν δίστασε να τον δώσει όμηρο στο Σουλτάνο -εγγύηση πως δεν θα υπάρξει κάποια προδοσία. Έτσι, ο νεαρός ανδρώθηκε στην Υψηλή Πύλη και ήταν υπό την προστασία του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε’, ο οποίος και οργάνωσε την απόδραση του νεαρού από την Πόλη, λίγο πριν τον πιάσουν οι Οθωμανοί και τον κρεμάσουν. «Πάνω από τα αξιώματα και τη δόξα, είναι το χρέος στους γονείς. Τι πρέπει να κάνει ένας γιος που βλέπει τον πατέρα του ντυμένο με αλυσίδες, που τον σέρνουν για να τον ρεζιλέψουν στην πόλη; Διάβημα; Συζήτηση; Παρακαλετά» ήταν το ρητορικό ερώτημα του νεαρού. Η ζυγαριά του είχε αφήσει τη λογική και έγερνε στο συναίσθημα. «Μην λερώσεις τα χέρια σου» τον ικέτεψε ο γηραιότερος με τη μουστάκα. «Ο πατέρας σου έχει εμένα, τον αδελφό του, για να πάρει την εκδίκηση».

«Τι θα λένε για μένα μετά; Θα κάνουν πρωθυπουργό τον “κιοτή” που είδε τον πατέρα του στα σίδερα, αλλά δεν θέλησε να πάρει εκδίκηση; Ποιος Έλληνας θα παρακολουθούσε ασυγκίνητος τη διαπόμπευση του πατέρα του σαν να είναι θέαμα ψυχαγωγικό; Ποια περιθώρια άφησε σε εμάς ο Κυβερνήτης; Να αναπολούμε τις εποχές της Τουρκιάς, γιατί τότε ζούσαμε καλύτερα; Αυτό έχει καταφέρει ο άξιος Κυβερνήτης. Είμαστε μήπως οι μόνοι που τον αντιπαλεύουμε; Τόσοι άξιοι αγωνιστές βλέπουν την κατάρα στο πρόσωπό του». Οι ψίθυροι μπερδεύτηκαν, καθώς ο θείος θέλησε να βάλει και άλλους δυσαρεστημένους στο «παιχνίδι», στην προσπάθεια να δώσουν μια ηθική υπόσταση σε μια δολοφονία. «Ανιψιέ μου, εσύ είσαι ο γραμματιζούμενος. Αλλά δεν είναι μόνο οι αγωνιστές που είναι εναντίον του. Είναι και οι γραμματιζούμενοι. Ο Κοραής, σπουδαγμένος και σεβάσμιος, στην αρχή στήριζε τον Κυβερνήτη και τώρα τον καταριέται. Αυτός βλέπει άλλα από μένα, που το φτωχό μου μυαλό δεν καταλαβαίνει. Εγώ ξέρω αυτό που είπε ο Μακρυγιάννης: Ξεσηκωθήκαμε για να φύγουν οι Τουρκαλάδες και φέραμε έναν Έλληνα στη θέση τους. Αυτός θεωρεί την Ελλάδα τσιφλίκι του, κάνει τους λογαριασμούς του καταπώς του βολεύει. Θα προστάζει και εμείς θα σκύβουμε το κεφάλι». Για άλλη μια φορά οι ψίθυροι μπλέχτηκαν, μέχρι που εκείνος του ανιψιού έκανε τον αντίστοιχο του θείου να σωπάσει.«Ούτε οι Τουρκαλάδες δεν θα έκαναν τέτοια μπαγαμποντιά, όπως αυτή που έκανε ο Κανάρης για να συλλάβει τον πατέρα μου. Έχει κάνει τους Έλληνες αγωνιστές σαν τα μούτρα του. Στο τέλος, ή εμείς θα ζούμε ή εκείνοι. Είναι γδικιωμός, τέλος! Το είπε και ο Κουντουριώτης: “Ένα πιστόλι θα μας σώσει από τούτο τον άνθρωπο”». Στο χτύπημα των χειλιών του ξεθυμαινόταν ένα πολύ μικρό ποσοστό της οργής που φώλιαζε μέσα του, ανήμπορο να ικανοποιηθεί μόνο με λέξεις. Ο θείος του δεν έμοιαζε ξαφνιασμένος, ούτε και ικανοποιημένος, αφού θα έπρεπε να εξωτερικεύσει τον ενδόμυχο φόβο του. «Κωνσταντή, προτιμώ να πεθάνω εγώ και ο πατέρας σου, παρά να πάθεις κάτι εσύ», ψέλλισε. Προσπάθησε πολύ για να ακουστεί η φωνή του επίπεδη, χωρίς σπασίματα ή τρέμουλα. «Εσύ θα κυβερνήσεις τη χώρα». Είδε στο σκοτάδι το κεφάλι του ανιψιού του να κουνιέται ελαφρά, αριστερά – δεξιά και κατάλαβε…

Κυβερνείο, Ώρα 22.10

Το κόκκινο της φωτιάς έμοιαζε να τον είχε υπνωτίσει, καθώς προσπαθούσε να την αναζωπυρώσει. Θυμήθηκε το δαχτυλίδι που της έστειλε πριν το γάμο της. «Ποιος στέλνει δαχτυλίδι στην αγαπημένη του λίγο πριν παντρευτεί κάποιον άλλον;» αναρωτήθηκε χαμογελαστός. «Αυτός που ξέρει πως ό, τι και να συμβεί εκείνη θα είναι παντοτινά δική του», απάντησε μόνος του στον εαυτό του. Πώς αυτή η νύχτα μετατράπηκε σε απολογισμού, δεν το κατάλαβε, αλλά δεν του έμοιαζε και παράξενο… «Να το φοράει άραγε ακόμη», αναρωτήθηκε φωναχτά, λες και δοκίμαζε τα στενά όρια του δωματίου. Το δαχτυλίδι ονομαζόταν, «Η πεταλούδα που καίγεται στη φωτιά» και ήταν παραγγελία του ίδιου. Εκείνη του είχε υποσχεθεί πως αυτό το χρυσοκόκκινο κόσμημα – σύμβολο του έρωτά τους δεν θα έμενε ποτέ στην αφάνεια. Έβαλε ακόμη δύο ξύλα στο τζάκι. Αυτή η βραδιά απαιτούσε παραπάνω καύσιμα για να βγει. Είχε την πλάτη του γυρισμένη στην πόρτα που άνοιγε με ορμή. «Μην ετοιμαστείς να πας στην εκκλησία αύριο», είπε βροντόφωνα ο άντρας που είχε εισβάλλει στο χώρο του. Ο Κυβερνήτης στήριξε τη βέργα στο πλαϊνό του τζακιού και γύρισε προς την πλευρά του άντρα που τώρα βαριανάσαινε.

«Αδελφέ μου, όχι. Αυτό συνέβη την περασμένη Κυριακή. Επέμεινες και δεν πήγα. Αύριο όμως θα πάω», απάντησε και η αποφασιστικότητα στη φωνή του δεν επιδεχόταν παρερμηνειών.

«Είσαι τρελός; Οι άλλοι πήραν μπιστόλα, δεν σου το είπαν» εμφανίζοντας τις φλέβες του λαιμού του -ίσως σαν ένα πιο πρακτικό επιχείρημα για να πείσει τον συνομιλητή του.

«Ναι, μου το είπαν. Αυτό δεν σημαίνει πως θα με σκοτώσουν κιόλας» απάντησε σαρκαστικά ο Κυβερνήτης. «Από τη σκέψη μέχρι την εκτέλεση η απόσταση είναι αποτρεπτική» συνέχισε χαμογελώντας αμυδρά.

«Νομίζεις πως είναι δύσκολο για αυτά τα ζώα να σε σκοτώσουν; Γελιέσαι!» φώναξε επιστρατεύοντας και μια φλέβα στον αριστερό κρόταφο.

«Δεν θα κάνουν τέτοιο κακό στη χώρα. Ακόμη και αυτοί ξέρουν πως σκοτώνοντάς με, σκοτώνουν κάθε ελπίδα να αναστηθεί η χώρα» απάντησε με σταθερή φωνή ο Κυβερνήτης, τσεκάροντας κάθε λίγο τη φωτιά στο τζάκι.

«Αλήθεια, θεωρείς πως το μυαλό τους φτάνει ως εκεί;» συνέχισε να αναρωτιέται, χαμηλώνοντας τώρα τους τόνους, ο άντρας με τις φλέβες στο λαιμό και τον κρόταφο.

«Το ένστικτό τους φτάνει» ήταν η κοφτή απάντηση του Κυβερνήτη που βημάτισε προς το γραφείο του με έναν ράθυμο ρυθμό.

«Να παραγγείλω τώρα τη σύλληψή τους» πρότεινε με χαλαρό ύφος ο άντρας, ο Βιάρος, ο αδελφός του κυβερνήτη, που τον ακολούθησε προς το γραφείο και κάθισε στην αντίθετη πλευρά του επίπλου.

«Όχι», βροντοφώναξε ο μικρός το δέμας ασπρομάλλης Κυβερνήτης και το βλέμμα του έπεσε επιθετικό πάνω στον αδελφό του.

«Αρκετά ξέφυγε η κατάσταση από τα χέρια μας. Είχα παραγγείλει να ελέγχουμε τις κινήσεις του Μπέη όταν έφυγε για τη Μάνη και έστειλες τον Κανάρη να τον συλλάβει με δόλο και είναι εννιά μήνες φυλακισμένος χωρίς δίκη. Τον ηρωοποιούμε, την ώρα που εγώ φαίνομαι σαν να είμαι τύραννος» απάντησε μιλώντας κοφτά, με παύσεις πιο ηχηρές από την ένταση της φωνής του.

«Δεν είχαμε άλλη επιλογή» απάντησε απολογητικά ο Βιάρος.

Ο Κυβερνήτης έβαλε τη δεξιά παλάμη στο μέτωπό του που είχε γείρει προς την επιφάνεια του τραπεζιού, με το βλέμμα του χαμένο.

«Δεν μπορείς να τους εμπιστευτείς αυτούς» συνέχισε ο Βιάρος.

«Θέλουν παράδες, εξουσία, γη, θέλουν να συγκυβερνούν και δεν σε αναγνωρίζουν ως Κυβερνήτη τους, κατάλαβέ το αδελφέ μου» συνέχισε να ξιφουλκεί παρουσιάζοντας με επιχειρήματα το χάος ανάμεσα τους.

«Κάθισα στα πιο αφιλόξενα τραπέζια, συναναστράφηκε με τους πιο αλλοπρόσαλλους και καιροσκόπους ηγέτες της Ευρώπης, θα με φοβίσουν τώρα αυτοί οι χωρικοί» αναρωτήθηκε υψώνοντας και πάλι το μέτωπό του αντίκρυ σε αυτό του αδελφού του.

Η επιθυμία του Βιάρου να απαντήσει, καταποντίστηκε από την ορμητική φωνή του Κυβερνήτη, ο οποίος απώλεσε την ψυχραιμία του -φαινόμενο πολύ σπάνιο παλιά, εντεινόμενο με γεωμετρική πρόοδο τις τελευταίες ημέρες.

«Δεν καταλαβαίνεις πως αν δεν εμφανίζομαι πουθενά, ο λαός θα χάσει την πίστη του σε εμένα. Δεν καταλαβαίνεις πως θα έχουν κερδίσει; Είμαι ο νόμιμος Κυβερνήτης, δεν θα παραδώσω τη χώρα στους αντάρτες. Ποιο το νόημα να είμαι Κυβερνήτης κρυπτόμενος; Καλύτερα νεκρός, αν το θέλουν έτσι». Τα είπε όλα σε μια ανάσα. Χωρίς το στόμφο του ηγέτη, τις παύσεις του ρήτορα, το ύφος του νικητή.

«Νεκρός; Με τι ευκολία το εκστομίζεις αυτό;» αντέτεινε ο αδελφός του, σχεδόν τρομαγμένος.

«Με την ευκολία που κάποιος μπορεί να σκοτωθεί σε τούτη τη χώρα», του απάντησε αμέσως και η σιωπή που απλώθηκε βοήθησε να ακουστούν οι αναστεναγμοί των ξύλων που καίγονταν.

«Είναι πολύ εύκολο να σκοτωθείς εδώ, δυστυχώς ή ευτυχώς», ψέλλισε και γύρισε το πρόσωπό του προς τη φωτιά για να ξεραθούν πιο γρήγορα τα υγρά του μάτια.

«Τι είναι αυτά που λες; Για τον Θεό!» απάντησε σοκαρισμένος ο Βιάρος, αντιλαμβανόμενος πως δεν είχε σταθμίσει σωστά τα γεγονότα και την ψυχολογική κατάσταση του αδελφού του.

«Ακριβώς! Αν ο Θεός θέλει να με πάρει είμαι έτοιμος. Πόσες απόπειρες έγιναν εναντίον μου; Δεν τις μετράμε πλέον, έγιναν συνήθεια. Ο Θεός γνωρίζει τις αγνές μου προθέσεις, τον τρόπο που πολιτεύτηκα. Δεν θα παρεκκλίνω τώρα, στα γεράματά μου».

«Ποια γεράματα; Είσαι 55! Θα κυβερνάς για χρόνια, στο υπογράφω εγώ» του απάντησε ο Βιάρος προσπαθώντας να του αναπτερώσει το ηθικό.

«Είμαι στα γεράματα από τότε που άσπρισαν τα μαλλιά μου, κυνηγώντας τον Ναπολέοντα στη Ρωσία. Όταν έχουν γεμίσει τα μάτια κάποιου, τότε είναι στα γεράματα».

«Άκουσέ με! Θα πάρω 12 άντρες και θα πάω να τους συλλάβω. Ο οπλοπώλης θα καταθέσει πως αγόρασαν όπλο» του απάντησε ο πρακτικός αδελφός του, που συνήθιζε τέτοιες απερίσκεπτες αντιδράσεις.

«Και τι μ’ αυτό; Όποιος αγοράζει όπλο θέλει να σκοτώσει τον Κυβερνήτη» αναρωτήθηκε ο κυβερνήτης σαν να ήταν η υπεράσπιση του κατηγορουμένου στο δικαστήριο.

«Θα φέρουμε και τον Πάνο Ράγκο να καταθέσει. Ο ίδιος ο Γιώργης Μαυρομιχάλης του ζήτησε να σου μεταφέρει πως έχει ορκιστεί να σε σκοτώσει» συνέχισε απτόητος ο Βιάρος.

«Δεν γίνονται αυτά! Έχουν ξεσηκώσει τη μισή Ελλάδα και μ’ αυτά που με συμβουλεύεις να κάνω θα ξεσηκωθεί και η υπόλοιπη» του απάντησε ο Κυβερνήτης, φανερώνοντας πως έχει ζυγίσει την κίνηση πολύ πριν.

«Ωραία! Για να μην γίνει τίποτε από όλα αυτά, δέξου να μην πας αύριο στην εκκλησία και από Δευτέρα να δεχτείς τη φρουρά που θέλουν να σου δώσουν οι ξένοι πρεσβευτές. Δεν είναι δυνατόν να κυκλοφορείς με τον μονόχειρα υπηρέτη, δεν το καταλαβαίνεις» αναρωτήθηκε ο Βιάρος με μια δόση απελπισίας να δίνει τον τόνο στις λέξεις.

«Εσύ δεν καταλαβαίνεις πως μπορούν να χρηματίσουν οποιονδήποτε φρουρό», του απάντησε με αφοπλιστική νηφαλιότητα.

Ο Βιάρος, ο αδελφός του κυβερνήτη, έμοιαζε σαστισμένος. Κάθε φορά που μιλούσε για ζητήματα διοίκησης μαζί του έμοιαζε με σχολιαρόπαιδο που πήγαινε να το παίξει έξυπνος στον δάσκαλό του. Ο Κυβερνήτης είχε ήδη σηκωθεί και σταθεί μπροστά στο παράθυρο, με την πλάτη γυρισμένη στον αδελφό του, ατενίζοντας και πάλι το άμορφο σκοτάδι έξω από το παράθυρο, όταν εκείνος βρήκε το σθένος για ένα τελευταίο επιχείρημα.

«Προσπαθείς να ασκήσεις υψηλή πολιτική σε αγροίκους. Απορώ πώς δεν αντιλαμβάνεσαι ότι αυτοί καταλαβαίνουν μόνο από δύναμη και εξουσία; Δεν είναι διπλωμάτες διεθνούς επιπέδου, όπως έχεις συνηθίσει!» του απάντησε σε υψηλούς τόνους ο Βιάρος, απορημένος με την αδυναμία του αδελφού του να κατανοήσει το προφανές της οπτικής του.

«Αν το κάνω αυτό, πέφτω στο επίπεδό τους. Βουτάω στη λάσπη μαζί τους και αυτοί ξέρουν να το κάνουν πολύ καλύτερα από εμένα. Έχουμε εκτεθεί από τους ανθρώπους που μας εκπροσωπούν επειδή απάντησαν στις προκλήσεις τους. Γιατί εξακολουθείς να μην το βλέπεις; Κερδίζουν γιατί μας πάνε εκεί που είναι καλοί! Είναι λάθος τακτική, τέλος!».

Τα ισχυρά επιχειρήματα είχαν τελειώσει, μαζί με τη συζήτηση. Η ολοκλήρωσή τους φέρνουν τις πράξεις πιο κοντά. Ο Βιάρος κατέθεσε τα όπλα και οι γωνίες του πρόσωπού του χαλάρωσαν… Ο έλεγχος είχε χαθεί προ πολλού, ο Κυβερνήτης το γνώριζε, ο αδελφός του το συνειδητοποίησε μόλις.

Το διήγημα του Γιώργου για τις τελευταίες ώρες του Καποδίστρια γράφτηκε για λογαρισμό του artscript.gr.