Αχ, μωρέ Χριστίνα, αχ!

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΤΣΟΛΚΑ

Η τελευταία συνάντηση. Καλοκαίρι, με τα τζιτζίκια να ακούγονται πάνω απ το air condition. Έξω απ το μακιγιάζ στο Open. Πάντα κομψή. Με τα κόκκινα, μοντέρνα γυαλιά της και τα σκούρα κόκκινα, κοντοκουρεμένα μαλλιά. Ένα τσιγάρο όρθιο στο περίμενε για τον αέρα. Δεν έθιγε, δεν πρόσβαλε, δε κουτσομπόλευε, δεν έχανε την ευπρέπεια της. Ποτέ. Λίγα πράγματα για την τηλεόραση και πως εξελισσόταν, με τους πρωταγωνιστές της που κυριαρχούσαν. Εύστοχή, όχι δεικτική, με αγάπη για τους ανθρώπους, αν και συχνά αυστηρή. Ξανά, η θλίψη! Δεν την έκρυβε! Της έλειπε ο Μέμος Φαράκος, ο άντρας που λάτρεψε, με μια αγάπη, έναν έρωτα, απ αυτούς των μυθιστορημάτων. «Σαν το τραγούδι» μου λέγε, «όλα τον θυμίζουν! Δεν υπάρχει μέρα, λεπτό μπορώ να σου πω που δεν υπάρχει η σκέψη του, η ανάμνηση του! Οι τόποι, τα κέντρα, τα τραγούδια, τα χρώματα, τα βιβλία, όλα είναι αυτός». Βούρκωναν τα σκούρα, ζεστά καφέ, ματιά της, πίσω απ τα κόκκινα γυαλιά. Είχε κάνει μια μετακόμιση. Βρήκε ένα σπίτι όπως το ήθελε, «είμαι τυχερή» έλεγε. Ήξερα τη ζωή της, από άλλες συναντήσεις. Παιδί χωρισμένων γονιών, θεωρούσε έλλειμμα τις απουσίες γονιών στις παιδικές ηλικίες. Καλομεγαλωμενη, ήταν σχεδόν μοιραίο να γίνει δημοσιογράφος, μιας και μεγάλωσε μέσα στα γραφεία του παλιού, παλιού, πριν την Χούντα, «Έθνους», που ανήκε στον πατριό της. Μεγάλωσε ακούγοντας για τίτλους, ρεπορτάζ, πρωτοσέλιδα, με την μυρωδιά του μελανιού και την λαχτάρα για το πρώτο φύλο, της καθημερινής έκδοσης. Και Απογευματινή και πάντα Ελεύθερος Τύπος! Όσο κι αν ήταν η πρώτη γυναίκα που είπε δελτίο ειδήσεων στην δημοσιά τηλεόραση, όσο και αν υπερτησε την τηλεοπτική δημοσιογραφία, ή την έκρινε, η εφημερίδα ήταν για εκείνη, το μέγα πάθος, σαν τον Μέμο της.  Άλλωστε και εκείνον, σε εφημερίδα τον γνώρισε…  

Διάβαζε, δούλευε, αγαπούσε, βοηθούσε. Ήταν πάντα ενημερωμένη. Δεν ήταν ποτέ προσβλητική. Μια κυρία παλαιάς κοπής και στην τηλεόραση,  που η τσογλανιά και το αληταριό θεωρούνται κυρίαρχα και προσόντα! Και έλαμψε και σ αυτην. Κάποτε πήγαινε με τον Μέμο της, ταξίδι. Η κυρία στα διόδια την γνώρισε και επιδίωκε συζήτηση με έκδηλο θαυμασμό. Εκείνος της είπε, μόλις έφυγαν, «αμάν, ρε Χριστίνα, ούτε στην εθνική δεν μπορούμε να βγούμε πια», κρυφοκαμαρώνοντας την! Το λέγε γελώντας αυτή, χρόνια μετά, αναλογιζομένη την ψευδό δυσφορία. Θυμάμαι να ρωτάει για τις οικογένειες όλων μας, τα παιδιά μας και τα προβλήματα υγείας των γονιών μας. Όπου μπορούσε να συστήσει γιατρό ή να πει μια ιατρικής φύσης συμβολή το κάνε. Και θυμάμαι σε εκείνο το τελευταίο μας τσιγάρο, που δεν ξέραμε πως θα ναι τέτοιο, στα όρθια, στα βιαστικά να μου λέει «μου κάνει καλό αυτή η εκπομπή, η τηλεόραση τώρα. Με βγάζει απ το σπίτι. Μόνο για τη δουλειά θα βγαίναν». Φορούσε κοραλλί κραγιόν και πράσινη μπλούζα. Χωρίζοντας με φίλησε. Ποτέ δεν το χε κάνει! Ποιος ξέρει, τι, γιατί και πως αισθανόταν! Λίγο καιρό μετά έφυγα για Αμερική. Μιλούσαμε στο Facebook και στο Και Απογευματινή και πάντα Ελευθερος Τύπος! messengzer, τα τυπικά, της απόστασης, τα χρόνια πολλά και τις ευχές σε προσωπικές και μεγάλες γιορτές. Μιλούσαμε σα και θα βρισκόμασταν αύριο, μεθαύριο. Μετά πήρε τη καρδιά μου η είδηση του θανάτου της, αφού έγραψε το άρθρο της και το στείλε, λίγες μέρες μετά το νέο χρόνο, το 2020 και την τσαλάκωσε σα κακογραμμένο κείμενο εφημερίδας, όπως δεν έκανε ποτέ στους νέους συναδέλφους που αγαπούσε και προστάτευε. Δεν θα ανταμώσουμε ξανά! Αχ, μωρε, Χριστίνα!