ΑΝ(ν)ΑΛΥΣΕΙΣ: Μυκήνες κι από το αρχαίο κάλλος στους νεότερους κάλους!

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΝΑ ΣΤΕΡΓΙΟΥ

Η ιστορία του καψίματος… μερικών χόρτων σ΄ ένα από τα μνημεία της Παγκόσμιας Κληρονομιάς, όπως είναι οι Μυκήνες είναι ενδεικτική του πως αντιλαμβανόμαστε τον πολιτισμό μας, το μεγαλύτερο, ακόμη και με όρους αγοράς κι όχι συναισθηματικούς, brand name της Ελλάδας.  Διαφημίζουμε παντού και πάντα το αρχαίο κάλλος μας κι όταν φτάσει η δύσκολη ώρα να το προστατέψουμε, επιλέγουμε Big Brother. Αγαπάμε την αρχαία μας κληρονομιά, αρκεί να μη γειτνιάζει το οικόπεδό μας και δεν μπορούμε να χτίσουμε. Λατρεύουμε τον Περικλή και τον Οδυσσέα αλλά κάνουμε ό, τι μπορούμε, για να… μην τους μοιάσουμε!

Εν τέλει οι περικνημίδες και τα συλλαλητήρια περί ελληνικότητας της Μακεδονίας είναι μία απεικόνιση της νεοελληνικής πραγματικότητας, η οποία δεν έχει σχέση με ορθολογισμό, αλλά ένα μεγάλο φορτίο στους ώμους, οι οποίοι δεν μπορούν ν΄ αντέξουν το βάρος. Απομυζούμε τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, θυμόμαστε όποτε να΄ ναι και τα βυζαντινά, άμα λάχει και τα νεότερα. Ναι, ακόμη και η ιστορία με το γεφύρι της Πλάκας είναι μία υπόμνηση της γελοιότητας, που μας δέρνει, να ερχόμαστε κατόπιν εορτής, όταν πέσει κάτι, να θυμηθούμε πως πρέπει  να το στηρίξουμε. Η βαριά κληρονομιά της αρχαιότητας φαίνεται πως μας πέφτει βαριά στο στομάχι. Διότι τι σχέση έχει ο Ελληνάρας του σήμερα, που πάει να σου πάρει τη θέση στην ουρά, να παρκάρει στο δικό σου πάρκινγκ να σε ξεγελάσει με τις αποδείξεις, με τον φιλόσοφο του χθες; Τι σχέση η μαντάμ, που παίρνει αίγλη από την επαγγελματική ιδιότητα του συζύγου της, αντί να υπερηφανεύεται για το δικό της επάγγελμα; Υπατίες μας λείπουν, αντί για γυναίκες, που είναι έτοιμες να φορέσουν και σαμάρι επειδή το προτάσσει η μόδα. Τι σχέση έχει ο Έλληνας, που όλα τα ξέρει, αλλά έχει ν΄ ανοίξει βιβλίο να ξεστραβωθεί απ΄ όταν τελείωσε τσάτρα – πάτρα το λύκειο; Τι σχέση έχει ο μηχανικός της λακκούβας με το ευπαλίνειο όρυγμα; Τι σχέση έχει ο τύπος που τον νοιάζει τα σκουπίδια να πάνε σε άλλον δήμο από τον δικό του, σε άλλο νησί, σε άλλη περιφέρεια; Τι σχέση έχει ο Έλληνας ως συνειδητοποιημένος πολίτης, που πετά τη μάσκα από εδώ κι από εκεί, δημιουργώντας νέο σκουπιδαριό; Τι σχέση έχει ο Ελληνάρας, που ετοιμάζεται να πάρει την Αγιά Σοφιά, το μέγα μοναστήρι αλλά δεν σκαμπάζει, που βρίσκεται το βυζαντινό μουσείο της Αθήνας. Ξέρω ξένους, που δυστυχώς, είναι πολύ πιο «Έλληνες» από εμάς. Και λέω, δυστυχώς, γιατί όλοι όσοι αγαπάμε αυτόν τον τόπο, μάλλον τρώμε «βρώμικο ψωμί».

Ο Τζίμης ο Πανούσης, όταν μιλούσε για τον «Νεοέλληνα», αυτό το υβρίδιο, που χάνεται μεταξύ αρχαίου ελληνικού κλέους και νεοελληνικής σαχλαμάρας, είχε δίκιο. Ντροπιάζει αυτό το τρομακτικό υβρίδιο, αυτό, που υποτίθεται, τιμά. Χυδαιολογεί στη διαφορετική άποψη, τρομοκρατεί στον αδύναμο, στον φτωχό, στον μετανάστη,  σπουδαιολογεί στις νίκες και εξαϋλώνει τις ήττες του, πετά τα σκουπίδιά του μέσα στη θάλασσα, χωρίς αιδώ. Βρομίζει αυτόν τον υπέροχο τόπο, που απλόχερα η φύση του χάρισε τόσα στολίδια, για τα οποία δεν πλήρωσε μισό ευρώ κι όμως δεν τα προσέχει. Τα κακοποιεί, τα βιάζει κάθε μέρα, ο ελεεινός αυτός τύπος, ο σιχαμένος. Είναι όλοι έτσι; Όχι κι ευτυχώς. Όχι, αλλιώς θα έπρεπε να είχαμε πάρει όλοι τα βουνά. Αλλά αυτό το υβρίδιο του Ελληνάρα, το υπαρκτό, που υπάρχει στην καθημερινότητα, τρομάζει. Που κάνει ντου στους Τούρκους αλλά θέλει τα παιδιά του να υπηρετήσουν μέσα στο Πεντάγωνο. Που φωνάζει, να βγουν τα όπλα αλλά ψάχνεται πως θα βρει δικαιολογία να υπηρετήσει δίπλα από το σπίτι του. Που κατακεραυνώνει τους πολιτικούς αλλά στην πρώτη ευκαιρία πάει και τους γλείφει. Που μιλά για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και τη φιλοσοφία αλλά δεν ξέρει που πάνε τα τέσσερα, για το τι πρέσβευε ο Σωκράτης, ο Πλάτωνας και οι λοιποί μακρινοί πρόγονοι. Είναι αυτός, που δεν ξέρει ότι υπάρχει το Λύκειο Ελληνίδων ή το Θέατρο Δόρας Στράτου, που δεν έχει πατήσει στο Φεστιβάλ Χορού της Καλαμάτας αλλά ενθουσιάζεται με τις Cheerleaders, που πάνε να δημιουργήσουν νέου τύπου ιεραρχίες και μπούλινγκ, όπως έχει συμβεί στην Αμερική. Δεν είναι κακός ο αθλητικός χορός, κανένα είδος χορού δεν είναι κακό. Όμως, όταν ο στόχος δεν είναι η απόλαυση του χορού, η πνευματική άσκηση, η μαγεία του εξαϋλώνεται και μένει μόνο το εντυπωσιακό του πράγματος. Όχι, η αισθαντικότητα, η ανάγκη έκφρασης, η όψη του γυναικείου και του αντρικού σώματος ως πίνακας συναισθημάτων.

Σκυλεύουμε τους αρχαίους Έλληνες νεκρούς μας, όταν δεν τους αποδίδουμε τις τιμές που πρέπει. Βαυκαλιζόμαστε και χαιρόμαστε, λες και παίρνουμε κάτι από την αίγλη τους, «οι κύριοι ξέρεις ποιος είμαι εγώ», «ξέρεις ποιον ξέρω εγώ», «ξέρεις που βρίσκομαι εγώ;». Όλο αυτό το ελληνικό συνονθύλευμα της μαύρης συμφοράς, που την ίδια στιγμή, που περηφανεύεται για τα αρχαία ελληνικά μνημεία θα μπορούσε να χτίσει, για να μη φαίνεται η Ακρόπολη. Αυτό το τερατούργημα Νεοέλληνα, που προσπαθεί ν΄ απομυζήσει ό, τι όμορφο μας άφησαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι για να πορευόμαστε και να μπορούμε να ζούμε. Να βιώνουμε σ΄ ένα τόπο μαγευτικό, που γέννησε την ιδέα της δημοκρατίας, που καλλιέργησε τη μαθηματική σκέψη, που βρήκε τρόπο να δημιουργήσει την έννοια του θεάτρου, ως μία μορφή τέχνης και διαπαιδαγώγησης, την κωμωδία , τη σάτιρα. Που είμαστε εμείς οι θλιβεροί, χυδαίοι κι ανίκανοι να προστατέψουμε όλα αυτά; Η καταστροφή του χώρου των Μυκηνών από μία φωτιά είναι ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τις ρίζες μας. Είναι ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε εαυτόν και η υπόμνηση ότι είμαστε καραγκιόζηδες και άξιοι της μοίρας μας, αν δεν μπορούμε να προστατέψουμε αυτό το μοναδικό μέρος, που μας κληροδότησαν και μας έχει ξελασπώσει τόσες φορές με τουρίστες, με έσοδα, με ταξιδιώτες με φίλους σε όλους τον κόσμο. Αυτό το μέρος, που είναι η μεγαλύτερη επένδυση` το οικόπεδο δωρεάν και με θέα. είναι η απόλυτη γελοιότητα να περηφανεύεσαι, για κάτι που έφτιαξαν οι πρόγονοί σου και εσύ, αντί να το προχωρήσεις, να το αφήνεις να καίγεται. Αντί να το έχεις στο σαλόνι σου, στολίδι, να το δίνεις σ’ ένα παιδάκι να το σπάσει.

Σαφέστατα κάθε υπουργός δεν μπορεί να ελέγξει, που μπορεί να ξεσπάσει μία φωτιά. Έχει υποχρέωση, όμως, σ΄ ένα μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς να κάνει προσπάθεια, να το προστατέψει. Τόσο ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη, Μιχάλης Χρυσοχοΐδης όσο και η υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη δεν είναι άπειροι σε κυβερνητικές θέσεις. Η κυρία Μενδώνη γιατί προέρχεται από την πλευρά των αρχαιολόγων. Ο κύριος Χρυσοχοΐδης, διότι είχαμε ως χώρα πικρή πείρα, με όσα συνέβησαν στον Κρόνιο Λόφο στην αρχαία Ολυμπία, και πάλι δεν έχει δικαιολογία. Επομένως, η υποβάθμιση του θέματος ακόμη κι από την ΕΡΤ υπογραμμίζει το τραγικό του πράγματος και τις προσπάθειες εξοβελισμού των ευθυνών της πολιτείας, απέναντι στο σπουδαίο. Καταδικάζει όλες τις προσπάθειες της Μελίνας Μερκούρη και των επόμενων, για να επιστρέψουν τα γλυπτά του Παρθενώνα. Αλλά φαίνεται ότι η κυβέρνηση έχει εξαντλήσει εαυτόν, στο πως θα πληρώνουν 12άχρονα πρόστιμα, για τις μάσκες και σ΄ επικοινωνιακά σόου στη Σαντορίνη… Καλά, εντάξει, ας μην είμαστε και αγενείς. Να, μωρέ, κάτι χόρτα, κάηκαν…