«… Οι άνθρωποι δεν είναι μηχανές που φτιάχτηκαν για να βγάζουν χρήματα, αλλά όντα προικισμένα με περισσότερες διαστάσεις, έτοιμα να θυσιαστούν και να στρέψουν ένα μέρος της δραστηριότητας τους προς την επίλυση των προβλημάτων των άλλων…»… διακηρύσσει ο οικονομολόγος και Νομπελίστας Μοχάμεντ Γιούνους, κάνοντας σαφές πως οι τράπεζες δεν φτιάχνονται μόνο από όλους όσοι συμμετέχουν σε καταστροφικά κερδοσκοπικά και αμετροεπή όργια, αλλά και από εκείνους που μπορούν και θέλουν να παίξουν ουσιαστικό κοινωνικό ρόλο προσφοράς. Ο σημαντικός αυτός άνθρωπος γεννήθηκε το1940 στο πάμφτωχο και γεμάτο φτωχούς Μπαγκλαντές. Όπως η τεράστια γειτονική και σε πολλούς τομείς αναπτυγμένη Ινδία, ή το Πακιστάν, το Μπαγκλαντές δεν έχει στο μεγαλύτερο μέρος του ηλεκτρικό ρεύμα, οι αγρότες του αυτοκτονούν μαζικά γιατί δεν μπορούν να ζήσουν τις οικογένεια τους και τους παίρνουν οι τράπεζες ότι έχουν και δεν έχουν, οι θρησκείες συγκρούονται μεταξύ τους και οι τοπικές δοξασίες ανάγονται σε αλήθειες.

Το όνειδος των θρησκειών και της φτώχειας
«Όπου κι αν στραφώ, υπάρχει πάντα κάτι που προκαλεί όνειδος» γράφει σε ένα απ τα τελευταία του βιβλία ο μέγας συγγραφέας που χει πολλά κοινά με τον οικονομολόγο μας, Σάλμαν Ρούσντι, «αλλά το όνειδος είναι οτιδήποτε άλλο. Ζήσε λίγο καιρό μαζί του και θα γίνεις μέρος του ντεκόρ». Ο Μοχάμεντ Γιούνους όμως, δεν έκλεισε τα μάτια στο όνειδος, ούτε έγινε μέρος του. Γεννημένος σε ευκατάστατη οικογένεια, μπόρεσε να σπουδάσει Οικονομία στη πατρίδα του και στις ΗΠΑ. Δίδαξε οικονομία στο κρατικό πανεπιστήμιο του Τενεσί και επέστρεψε στην χώρα του, για να διδάξει στο Cittagnong University. Μια μέρα του 1974, πήρε τους φοιτητές τους και τους οδήγησε σε ένα απ τα πάμπολλα πάμφτωχα χωριά της χώρας τους. Και ενώ τους ανάπτυσσε θεωρίες οικονομίας για τους αγρότες απ τον Κέινς έως τον Μάρξ, πρόσεξε μια φτωχή γυναίκα που έφτιαχνε καρέκλες από μπαμπού, στην όχθη ενός ποταμού όλο λασπόνερα. Η γυναίκα έκανε προσεκτική και καλλιτεχνική δουλειά και τα δουλεμένα, ροζιασμένες και με πληγές χέρια της, δούλευαν σαν μηχανή. Ο Μοχάμεντ Γιούνους μόλις είχε συλλάβει την ιδέα για μια καινούργια τράπεζα, μια τράπεζα αλλιώτικης απ τις άλλες, μια τράπεζα για τους φτωχότερους απ τους φτωχούς. Μελετά κάθε ενδεχόμενο και ως θεωρητικός άνθρωπος καταγράφει κάθε σκέψη του. Τρία χρόνια αργότερα ζητά την βοήθεια της Κεντρικής Τράπεζας του Μπαγκλαντές και αρχίζει να κάνει πράξη την ιδέα του. Έτσι, απλά, σχεδόν απλοϊκά, ξεκινάει τη λειτουργία της η Τράπεζα Γκράμιν, ή Τράπεζα των Φτωχών. Ο καθηγητής οικονομίας δεν κρύβει τα σχέδια του. Ιδεολόγος και ονειροπόλος δηλώνει: «Όνειρο μου είναι ένας κόσμος δίχως φτώχεια».

Τα λεφτά του Νόμπελ για τα μάτια και τη διατροφή των φτωχών
Η λειτουργεία της τράπεζας είναι τόσο απλή που καταντά περίτεχνη. Απευθύνεται στους φτωχότερους των φτωχών, άρα κυρίως στις γυναίκες. Κάθε πέντε γυναίκες –στην αρχή- λοιπόν, ή άντρες φτωχοί, ξεκινάνε μια επιχείρηση, χωρίς εγγυήσεις και χωρίς υποθήκες. Μόνος κανόνας και υποχρέωση τους είναι να είναι πέντε στον αριθμό. Αγοράζουν ας πούμε με το δάνειο τους μια ραπτομηχανή ή έναν αργαλειό. Δανείζεται μόνο η μια. Σε έξι βδομάδες αυτή αποπληρώνει με την βοήθεια και των υπόλοιπων. Μετά την αποπληρωμή είναι έτοιμες και οι άλλες να πάρουν δάνειο για να αυξήσουν την επιχειρηματική τους δράση. Η αλληλοβοήθεια και η ομαδικότητα είναι στόχος του Γιούνους που θέλει όχι μόνο οικονομικά να βοηθήσει τον λαό του αλλά και να αναπτύξει μορφωτικά και την κοινωνική παιδεία του λαού του. Ο μικροδανισμός αυτός αποδεικνύεται σωτήριος και δουλεύει ρόλοι, παρόλα αυτά μόλις το 1985 θεωρείται κανονικά τράπεζα η Γκραμίν και όχι φιλανθρωπικός οργανισμός. Είναι κερδοφόρα και έχει εξαπλωθεί σε όλο το Μπαγκλαντές άλλα και σε διπλανά κράτη. Δίνει, δε δάνεια ακόμα και σε επαίτες, με μηδενικό επιτόκιο αντί για 10% που είναι ο τόκος της κανονικά. Το 2006 ο Γιούνους τιμάται με το Νόμπελ Ειρήνης, με υποψηφιότητες από άλλες 192 διακεκριμένες και διασημότερες απ τον ίδιο, προσωπικότητες του κόσμου. Η επιτροπή του Νόμπελ δηλώνει στην ανακοίνωση της: «Η διαρκής ειρήνη, δεν μπορεί να επιτευχθεί αν ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού δεν βγει από την φτώχεια. Η μικροπιστωση είναι ένα μέσο για αυτό». Ο Μοχάμεντ Γιούνους μιλάει στο νορβηγικό ραδιόφωνο και δηλώνει ευτυχής γιατί ο κόσμος μπορεί πάντα να ελπίζει. Το βραβείο συνοδεύεται από 1,1 εκατομμύριο ευρώ. Θα το διαθέσει σε μια καινούργια εταιρεία τροφίμων με υγιεινές τροφές για να μάθουν οι συμπολίτες του να τρώνε φαγητά υψηλής διατροφικής αξίας και χαμηλού κόστους, θα χτίσει μια οφθαλμολογική κλινική και θα συμβάλει σε ένα τεράστιο έργο καθαρισμού του νερού.

«Το οικονομικό σύστημα είναι διάτρητο»
Η κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος του δυτικού κόσμου, θα τον βρει προετοιμασμένο και έτοιμο για δηλώσεις, όπως αυτές στο Spiggel on line: «Νοιώθω θλίψη. Η κατάρρευση έπληξε όλον το πλανήτη. Πρέπει να επικεντρωθούμε στις μεθόδους που θα μας επιτρέπουν να εξασφαλίσουμε την βεβαιότητα του ότι κάτι ανάλογο δεν θα συμβεί ξανά στο μέλλον. Το οικονομικό σύστημα είναι διάτρητο. Δε υπάρχει εμπιστοσύνη καμία στην αγορά και όλοι έτρεξαν στις κυβερνήσεις να σωθούν. Αυτό είναι λυπηρό, αλλά δεν υπάρχει καμία εναλλακτική λύση εκτός από την προσφυγή στην κυβερνητική εξαγορά». Θα πει ακόμα την φράση που έγινε σλόγκαν στις μέρες μας πως «ο καπιταλισμός κατάντησε καζίνο». «Όλες οι ανθρώπινες υπάρξεις είναι προικισμένες με απεριόριστες δυνατότητες. Ακόμη και οι πιο φτωχοί. Αυτοί ακριβώς δεν είχαν την ευκαιρία να τις ανακαλύψουν και για αυτό έγιναν φτωχοί. Όσο για τις δυνατότητες, δεν υπάρχει καμία διαφορά ανάμεσα σε εκείνους που ζουν στο δρόμο και τους πετυχημένους επιχειρηματίες. Οι πρώτοι δεν ανακάλυψαν τις δυνατότητες τους, ενώ οι δεύτεροι είχαν την τύχη να τις ανακαλύψουν. Ο,τι οι πρώτοι δεν κατάφεραν δεν είναι κάτι που μπορούμε να τους αποδώσουμε ευθύνη, επειδή το ίδιο το σύστημα δεν επιτρέπει σε όλους να καλλιεργούν τις δυνατότητες τους. Από δω πηγάζει η αναγκαιότητα να δημιουργήσουμε ένα ευνοϊκό περιβάλλον, στο οποίο όλοι να κατορθώνουν να αξιοποιούν όλα τους τα χαρίσματα, τις δυνατότητες. Τα χρήματα επομένως μπορούν να γίνουν ένα εργαλείο για την εξερεύνηση των δυνατοτήτων τους και μικροπίστωση μπορεί να γίνει αντιληπτή ως ένα σύστημα χρηματοδότηση όσο και ως ένα κίνημα που αποβλέπει στο να οικοδομήσει ένα περιβάλλον, στο οποίο μπορεί κανείς να ανακαλύπτει το ταλέντο του και να επωμίζεται έτσι την επιμέλεια του εαυτού του»… … Μουσουλμάνος σε ένα κράτος Ινδουιστών. Άνθρωπος προικισμένος με χιούμορ και για αυτό με απέραντη συμπόνια. Ζει φτωχικά και δεν έχει ανάγκη από πολλά πράγματα. Γράφει βιβλία. Έχει δει την ταινία που περιγράφει την ζωή του. Συνομιλεί με τα μεγάλα κεφάλια των οικονομικών θεωριών ανά τον πλανήτη, που όλο και περισσότερο τελευταία δείχνουν να συμφωνούν μαζί του. «Οι παραδοσιακές οικονομικές θεωρίες έδωσαν στον άνθρωπο έναν μόνο τύπο γυαλιών, με τα οποία βλέπει τον κόσμο από το πρίσμα της μεγιστοποίησης του κέδρους. Θεωρώ αναγκαίο να έχουμε την δυνατότητα να βγάλουμε αυτά τα γυαλιά και να βάλουμε τα άλλα, της κοινωνικής επιχείρησης» λέει και εξηγεί πως το «ίδιο το σύστημα είναι εχθρός του συστήματος».

«Πειθαρχεία, Ενότητα, Κουράγιο, Εργατικότητα»
Όσοι παίρνουν δάνεια από την Τράπεζα των Φτωχών, δεν βάζουν εχέγγυο κανένα σπίτι, δεν έχουν έσοδα, δεν είναι σίγουροι πελάτες. Αλλά όλοι τους, σχεδόν, αποπληρώνουν και η τράπεζα είναι ο καλύτερος τους φίλος, που συμμετέχει στην ζωή τους και βοηθά ουσιαστικά και όχι απρόσωπα. Η τράπεζα άλλωστε πάει να τους βρει στις επιχειρήσεις τους και όχι οι ίδιοι σε κάποια γραφεία. Άτομο – ομάδα – Κέντρο – Υποκατάστημα – Τράπεζα είναι το σύστημα λειτουργίας, όπου το άτομο ανήκει στην ομάδα των 5, οι 5 σε άλλες ομάδες με 5 που λέγονται κέντρο, τα κέντρα 20 χωριών περίπου σε ένα Υποκατάστημα Τράπεζας και όλοι αυτοί είναι η Τράπεζα. Για να λειτουργήσουν έτσι, όσοι εντάσσονται στο μικροπιστωτικό σύστημα δίνουν έναν όρκο, η καλύτερα υιοθετούν κάποιες αρχές. Τα εχέγγυα λοιπόν που ζητάει αυτή η τράπεζα είναι ηθικά. Ανάμεσα σε αλλά που προσυπογράφουν οι φτωχοί του Μπαγκλαντές ξεχωρίζουμε: «Τέσσερις είναι οι αρχές Πειθαρχεία, Ενότητα, Κουράγιο, Εργατικότητα που θα τηρούμε όχι μόνο στα επαγγελματικά μας αλλά σε όλους τους τομείς της ζωής μας. Θα καλλιεργούμε λαχανικά, θα τρώμε πολλά και θα πουλάμε όσα περισσεύουν. Θα μορφώσουμε τα παιδία μας αφού εξασφαλίσουμε τα χρήματα για την εκπαίδευση τους. Δεν θα δεχτούμε προίκα για τους γιους μας, αλλά ούτε και θα δώσουμε για τις κόρες μας. Θα προχωρούμε σιγά σιγά σε μεγαλύτερες επενδύσεις για να επιτύχουμε μεγαλύτερα εισοδήματα. Αν διαπιστώσουμε κακοδιαχείριση, ατοπήματα και απείθαρχες συμπεριφορές στην ομάδα μας, θα σπεύσουμε να αποκαταστήσουμε την πειθαρχία. Θα κάνουμε γυμναστική, θα περπατάμε πολύ και θα συμμετέχουμε σε κοινωνικές δραστηριότητες». Αν οι τραπεζικοί κολοσσοί των ΗΠΑ καταρρέουν, αν ο δυτικός κόσμος υπερχρεωμένος αντιμετωπίζει την ένδυα, αν η οικονομική κρίση είναι μια βόμβα που κοιτάνε όλοι να μην σκάσει στα χέρια τους, η Ντόκα, η πρωτεύουσα του Μπαγκλαντές έχει δικές της απαντήσεις. Και οφείλονται όλες σ έναν άνθρωπο. Άλλωστε στην ιστορία του πλανήτη, ο άνθρωπος, το άτομο, το ένλογο ον, δεν έκανε πάντα την διαφορά;

