Μας έμαθε την ποίηση, το χιούμορ, την τραχύτητα, την τρυφερότητα της νύχτας στις εθνικές οδούς και στα λυόμενα κέντρα διασκεδάσεως με τις σκεπές από ελενίτ με τις καψούρες, τη λαγνεία, τον έρωτας της μιας βραδιάς που σχολάει, κάθε ξημέρωμα, με το λιωμένο μακιγιάζ να αποδεικνύει πως αυτά χείλη και τα μάτια φιλήθηκαν πολύ. Μας έκανε μια βόλτα στην άλλη μεριά του δρόμου, με ένα αλά ελληνικά κάλεσμα «hey Sugar, take a walk on the wild side. I said, hey babe, take a walk on the wild side, alright». Όταν το σκυλάδικο έγινε μόδα, μαγκιά και εξωτικός προορισμός για βουτυρόπαιδα που κάνανε τους περπατημένους, ο Θάνος Αλεξανδρής, πήγε στο σπίτι του, στην άκρη της θάλασσας, στην οποία κολυμπάει μονο νύχτες βλεποντας τα άστρα να κατρακυλάνε στην επιφάνεια του νερού και στην άκρη της ασφάλτου. Τρολ πριν ύπαρξη τους, ευγενής θιασώτης της πολύχρωμης, φαντεζί, στραφταλιζέ πίστας σε κάθε επαρχία, στο αποκορύφωμα κάθε σοδειάς, μελετητής μιας ανθρώπινης φύσης χωρίς άμυνες στο πιοτί, στο ξενύχτι, στην κραιπάλη, στην κάβλα της. Και νάτος, εδώ, μας παίρνει μαζί του, σε μια βραδινή εκδρομή… hey Sugar, take a walk on the wild side…

ΒΡΑΔΙΝΗ ΕΚΔΡΟΜΗ
Ένα χειμωνιάτικο βράδυ, λίγο πριν απ’ το Millennium, κατεβήκαμε παρέα με φίλους τα σκαλιά του υπογείου -όχι του Θεάτρου Τέχνης (τόσα χρόνια τόσο πολλή Κάτια Γέρου δεν αντέχεται)- αλλά του νυχτερινού κέντρου «Αννέτα» επί της οδού Αχαρνών. Στην αρχή οι πολλοί θέλανε Μελίνα Κανά γιατί είναι ποιοτικιά, αλλά τους απείλησα, πως αν απόψε ακούσω , όπως είναι τα νεύρα μου το ‘’Θα μπερδευτώ με τους εργάτες θα πω τον πόνο μου στις γάτες’’ δεν πρόκειται να με ξαναδούν στη ζωή τους και το σεβάστηκαν. Το πρώτο λοιπόν τραγούδι η αρχηγός του καταστήματος, Χριστίνα Δελλή, το ερμήνευσε μέσα από τα καμαρίνια και το σοκ το δικό μας ήταν πόσο σταρ και πόσο πρωτοποριακή καλλιτέχνης είναι η Χριστίνα. Το δεύτερο σοκ ήταν το ίδιο το τραγούδι της έναρξης. Βασισμένη στις αρχές της μαοϊκής πολιτιστικής επανάστασης ότι ο πολιτισμός είναι κτήμα όλων, τραγούδησε το «Θεός αν είναι» του Μπρέγκοβιτς και ενώ το κομμάτι αυτό συγκίνησε τη Χαρά Νέζερ και το Σπύρο, οι οποίοι είναι λιγάκι της ποιότητας, εγώ, που δεν είμαι και τόσο των Γραμμάτων, έχασα τις αισθήσεις μου. Παναγιά μου, είπα μέσα μου, αλλιώς το ’ξερα αυτό το κορίτσι , όταν δουλεύαμε μαζί στον «Τοξότη» της Πέτρου Ράλλη κι έστελνε με εγκεφαλικά τα Αιγαλιώτικα καψούρια. Πώς μου την κατάντησαν; Ήθελα να ’ξερα με ποιες κακές παρέες έμπλεξε και την έβγαλαν από τον ίσιο δρόμο, γιατί με Νικολακοπούλου δεν την παίρνεις την Πόλη. Ξέρεις λοιπόν τι θα συμβεί μ’ αυτή την τακτική; Θα σου φύγουν τα πολύ καλά τραπέζια με φορτωμένους πελάτες και άντε μετά εσύ στις λέσχες, να τους συμμαζέψεις. Πέρα από το δικό μου χιούμορ, η Χριστίνα Δελλή είναι σπουδαία λαϊκή φωνή με φοβερή σκηνική παρουσία και τα δικά της φαντασμαγορικά σόου στις πίστες μεγάλων μαγαζιών της Αθήνας έχουν αφήσει εποχή.
Τι έχουν πάθει όλα αυτά τα υπέροχα ξανθά κορίτσια και συμπεριφέρονται λες και είναι η Νένα Βενετσάνου στον «Σταυρό του Νότου»; Κάποτε πήγαινες στο «Χρυσό Βαρέλι» να δεις την Ξανθή Περράκη και να απολαύσεις το σουξέ της «Πόσους πόντους την έχεις, την καρδιά σου κι αντέχεις να με βλέπεις για θύμα σου» και τώρα σου βγαίνει η Ξανθή -φωνάρα, δεν το συζητάμε- και τραγουδάει Καββαδία. Άμα θέλω να ακούσω Νίκο, θα πάω Μικρούτσικο -θα πάω τώρα, που λέει ο λόγος. Στους πρωινούς καφέδες βγαίνουν οι καινούργιες και ανάμεσα σε ξέκωλα και σε μια έκπληκτη Ελένη τραγουδάνε εκστασιασμένες το «Δημοσθένους λέξις», ενώ όλες πια δηλώνουν σαν όνειρο ζωής συνεργασία με Ορφέα Περίδη και Φοίβο Δεληβοριά, που, μα την Παναγία, ούτε ο ίδιος ο Δεληβοριάς δεν αντέχει να ξαναπεί Φοίβο, δηλαδή τον Δεληβοριά που είναι ο ίδιος, γιατί τον άλλο τον Φοίβο της Βανδή που κάνει σουξέ τον θέλω κι εγώ. Η Άντζελα Δημητρίου με συγκίνηση αναφέρει πως η καλύτερη στιγμή της καριέρας της ήταν όταν αξιώθηκε κι αυτή να πει Σπανουδάκη.

Εκατό όμως Σπανουδάκηδες δεν μπορούν να γράψουν το «Όταν η νύχτα προχωρά σε συλλογίζομαι» και ούτε ένα αριστούργημα του κορυφαίου Τάκη Μουσαφίρη όπως είναι το «Μυστικέ μου έρωτα».

Τα κορίτσια που γνώρισα σε όλη αυτή τη μαγική διαδρομή στα σκυλάδικα ήταν αφημένα στο έλεος θεού, πελατών και γραφείων της πλατείας Βάθη. Πλάσματα απροστάτευτα, εκρηκτικά, μυημένα στη μεγάλη σχολή της κονσομανσιόν και εξαιρετικά γοητευτικά. Δημόσιες σχέσεις σήμαινε να ξετινάξεις τον πελάτη και να τον στείλεις φυλακή. Δημόσιες σχέσεις ήταν να περάσεις από μπαράκια και λέσχες, να συναναστραφείς κόσμο και το βράδυ να οδηγήσεις το κοπάδι στο μαγαζί, για να δικαιολογήσεις το χορταστικό νυχτοκάματο.
Τώρα ημίχαζες και παρτάλια των ριάλιτι με την έξοδο βγάζουν CD, κλείνουν πονηρά το μάτι και μιλούν για το μέλλον του ελληνικού τραγουδιού. Ακόμη και η τελευταία διαθέτει ατζέντη, ο οποίος δεν θα τη στείλει στο τελευταίο μπορντέλο του Έβρου για να της φάει ένα μεροκάματο, όπως επί των ημερών μου. Θα επιδιώξει σκανδαλάκι για να βγει στην Τατιάνα και σε μεσημεριανές, ενώ όλες ζουν, αναπνέουν, ντύνονται και τραγουδούν σαν τις σημερινές σταρ. Θα αντιγράψουν τα ρούχα της Βανδή, θα καλλιεργήσουν κοιλιακούς γιατί το κάνει η Βίσση, θα παραγγείλουν το ίδιο βυζί με την Κοκκίνου, όμως καμιά από δαύτες δεν θα θελήσει να περάσει την Ιλιάδα και την Οδύσσεια της Κατερίνας Στανίση και της Δημητρίου, όταν αυτά τα μοναδικά πλάσματα όργωναν την επαρχία και γνώριζαν πάνω στο κορμί τους την αγριότητα της νύχτας. Τώρα δισκογραφικές, μάρκετινγκ, δημοσιογράφοι του lifestyle και παρατρεχάμενοι δημιουργούν άφυλα αστεράκια που δεν είναι σε θέση να καυλώσουν ούτε και τον τελευταίο Μπαγκλαντεσιανό. Ένας κόσμος εξ ορισμού faux, που δεν είναι και εύκολο να καταρρεύσει γιατί τον συντηρούν καθημερινά πολλοί ανεπάγγελτοι.

Τότε οι ρόλοι ήταν σαφώς καθορισμένοι και το πρωτόκολλο απαραβίαστο. Ο άντρας ήταν άντρας, ο πούστης πούστης, η πουτάνα πουτάνα, η τραγουδίστρια ήταν τραγουδίστρια και η Σου Κύρκου δεν παρίστανε τον Ορφέα Περίδη. Η παγκοσμιοποίηση ήρθε και έδεσε και τίποτα πια δε θα είναι το ίδιο στο τοπίο που αγαπήσαμε. Γέμισε η πίστα αγοράκια-ρομποτάκια με τον αφαλό φόρα παρτίδα και το ενσωματωμένο με το σκουλαρίκι-μικρόφωνο της Μαντόνα που, άμα λάχει, μπορεί να σου ρίξει και έναν Αγγελόπουλο και να σου ’ρθει το εγκεφαλικό από κει που δεν το περιμένεις, πρωινιάτικα. Αυτά πια δεν είναι νυχτερινά μαγαζιά. Η χαρά του κωλομπαρά είναι. Καινούργια Στανίση, καινούργια Καίτη Ντάλη και Άντζελα δεν θα υπάρξει. Βέβαια σημαντικός παράγοντας που μας τέλειωσαν τα σκυλάδικα είναι ότι αλλοιώθηκε η σύνθεση του κοινού. Εκείνο το κοινό που περπατούσε μόνο τη νύχτα και ζούσε επικινδύνως, εξέλιπε. Tώρα μεταλλάχτηκε σε κάτι παραλίγο μαγκάκια που παραμονεύουν σαν τους αλιγάτορες να τζουρνέψουν τη σύνταξη της γιαγιάς, για να ντυθούν επώνυμα. Στην ουσία πρόκειται για κάτι δύστυχα, που περιμένουν να φωτογραφηθούν με την τελευταία πανελίστρια, γιατί πιστεύουν πως μόνο έτσι θα καταξιωθούν. Τα έχει γράψει καλύτερα ο κ. Ντίνος Χριστιανόπουλος «Όλο και λιγοστεύουν οι παράνομοι, όλο και περισσεύουν οι υπόνομοι». Οι παλιές ευλογημένες νύχτες του σκυλάδικου φοβάμαι ότι έχουν περάσει ανεπιστρεπτί και την επόμενη δεκαετία, θα υπάρχουν μόνο στο βιβλίο. Πολεμήθηκαν πολύ απ’ τους μορφωμένους, αλλά πιστεύω το σκυλάδικο, όπως συνέβη και με το ρεμπέτικο θα αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης των κοινωνιολόγων και οι φοιτητές θα προσεγγίσουν με ευλάβεια και συγκίνηση αυτό το κομμάτι της πολιτιστικής μας ιστορίας που χάθηκε. Παλιές γνώριμες τραγουδίστριες, έκπτωτες βασίλισσες, κάποτε τίναζαν δάνεια αγροτικά στον αέρα, ενώ σήμερα, μελαγχολικές φιγούρες παρελαύνουν από τα Παρατράγουδα της Αννίτας. Μια εναλλακτική πρόταση έτσι για την ανανέωση των έντεχνων, ώστε να περάσουν και αυτοί στην απέναντι όχθη, είναι να υιοθετήσουν για λίγο το ρεπερτόριο των ακατανόμαστων. Λοιπόν Ελευθερία Αρβανιτάκη σου έχω το καλύτερο, το οποίο παρεμπιπτόντως είναι δικό μου. Σου το δίνω μετά χαράς, αν και μου το έχει ζητήσει και η Άννα Φλωρινιώτη.

ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΚΟΙΛΙΑΚΟΥΣ (ΣΤΙΧΟΙ: ΘΑΝΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ)
Δεν θέλω κοιλιακούς
Βαρέθηκα, μ’ ακούς;
Με βρήκε δύσκολη κατάσταση
Ζητάω αποκατάσταση
Δείξε μου λοιπόν
Το μπλοκ επιταγών
Δεν θέλω πια αισθήματα
Με κούρασαν τα ποιήματα
Ακρίβυνε η ζωή
Να βλέπω επιταγή
Δεν είμαι για εργοστάσιο
Εγώ είμαι οπλοστάσιο
Βαρέθηκα τα ενοίκια
Ας έρθουν τα επινίκια

Σαν επιμύθιο παραθέτω τους θρυλικούς στίχους τραγουδιού που αποτέλεσε τον εθνικό ύμνο εκείνης της εποχής, για να δείτε πώς διασκέδαζαν οι παλιοί φαντάροι, η νεολαία και οι παράνομοι. Ένα τραγούδι ερμηνευμένο από την θεά Τάνια Ελληναίου, που δυστυχώς καμιά πουλημένη δισκογραφική δεν τόλμησε να επανεκδώσει. Ίσως το ανακαλύψουν οι σημερινοί dj, το κάνουν remix και το ψιθυρίσουν γλυκά στο αυτί της παρουσιάστριας, την ώρα που φτιάχνει την μπεσαμέλ και προσπαθεί να λύσει το πρόβλημα της τηλεθεάτριας που έπιασε τον άντρα της με τον αστυνομικό.

Η ΜΠΑΡΟΒΙΑ
Κι αν είμαι κάθε βράδυ μες τα μπαρ
η κοινωνία με καταδίκασε ισόβια
Σταμπάρισαν την κάρτα μου γι’ αυτό
και η ταυτότητά μου γράφει, η μπαρόβια
Στον πάγκο τα ποτήρια που μοιράζω
και που προσφέρω φευγαλέες ηδονές
Μαθαίνω τους πελάτες να διαβάζω
πάντα να τους κάνω στις κακές

