Του Οσίου Αλμοδοβάρ ανήμερα, το βιβλίο του Θάνου Αλεξανδρή, αποχαιρετά μια εποχή προβλέποντας ό,τι ζούμε

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΤΣΟΛΚΑ

Είχα την μεγάλη τύχη, την ευλογία ίσως, την ευτυχία σίγουρα, εκτός από υπέροχα, φωτεινά παιδικά χρόνια, να χαρώ την φιλία εξίσου φωτεινών πλασμάτων. Ξεκινώ με φάουλ απ τα αποδυτήρια, ένα κείμενο που ξεκινά με πολύ προσωπικό ύφος και που θα αποθαρρύνει αναγνώστες διότι χωλοσκασίλα τους, αν ήταν ειδυλλιακή η δική μου εφηβεία στο Νέο Ηράκλειο. Όμως, πως να μιλήσω για έναν πολύ δικό μου άνθρωπο, τον Θάνο Αλεξανδρή, δεμένους μοιραία μαζί, από συνεντεύξεις, κοινούς φίλους, ίδιο κώδικα αστείων και συνεννοήσεων, αυτοκινητιστικά ατυχήματα, ξενύχτια, έρωτες, χωρισμούς, περιπετειώδεις επιστροφές σπίτι, δικαστήρια, αποχωρισμούς, κενά, πόνους, ανησυχίες; Πως να γράψεις για ένα κομμάτι του ίδιου σου του εαυτού, όταν αυτό αφορά σε έναν απ τους πιο σημαδιακούς ανθρώπους στα 50 και βάλε χρόνια σου; Θέλω να χαρώ και να φωνάξω για το νέο του βιβλίο και μετά με πιάνει συστολή λες και γραφώ για μένα, παιάνα! Και όμως, ο δικός μου φίλος, ο Θάνος Αλεξανδρής έγραψε το πιο σημαντικό βιβλίο των νέων εκδόσεων. ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΑΛΜΟΔΟΒΑΡ ΑΝΗΜΕΡΑ! Εκεί, που γελάς τρανταχτά, νυστεριές οι λέξεις, φέρνουν δάκρυα και όχι χαράς. Κοιτάμε πίσω, σε μια άλλη Ελλάδα και μια Αθήνα που αφελώς νόμιζε πως το πάρτι θα κρατήσει για πάντα και τα ξενυχτισμένα, λιωμένα ξημερώματα της επιστροφής στο σπίτι, νομίζαμε πως χουν συνέχεια και το έργο seguel και part 2. Από κει ο Θάνος πιάνει ξανά άρθρα του απ τα  Athens Voice,  Penthouse,  ΑΛΜΑΝΑΚ αλλά κι άλλα νέα, απ την πανίδα και τη χλωρίδα μιας ελάχιστης κουκίδας στο τεράστιο υπόλοιπο κόσμο, που όμως νόμιζε πως είναι το ίδιο το σύμπαν. Και μέσα εκεί, Αυτή η νύχτα μένει και παραδείσια σαν εξωτικά πουλιά πλάσματα και η πολυχρωμία των σκυλάδικων και όλοι εμείς, από δίπλα, αθώοι, νέοι, γελαστοί και τόσο μα τόσο γελασμένοι και κάποτε περίγελος μιας άλλης, νέας εποχής, που τότε ερχόταν και τώρα ήδη μας ξεπέρασε. Χρονικά, τίποτα δεν είναι μακριά μας. Είναι σαν χθες. Σε κανονικό χρόνο, μετρά από κρίσεις πολλαπλές, COVID19, απομονώσεις, φτώχειες, μοναξιές, ανεργίες, ME TOO αλά ελληνικά, με πρωταγωνιστές ανθρώπους θαυμάσαμε και κάποτε σε κάποιο ξενύχτι, τα ήπιαμε μαζί, ο Θάνος,  σα να προφήτευε αυτό που ζούμε. Γελαστά. Πιο πορτοκαλί, πιο στραφταλιζέ, με σεβασμό για κάθε άτομο που χαρακτηρίσαμε «trash» γιατί απ αυτά φτιάχνεται το μεγάλο σχέδιο της τέχνης και όχι τελικά απ τις βιτσιόζικες αυθεντίες! Το βιβλίο του Θάνου Αλεξανδρή, Του Οσίου Αλμοδοβάρ ανήμερα, κυκλοφορεί απ τις εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ και είναι υπόθεση μιας γενιάς ολόκληρης. Της δικιάς μου! -για να κλείσω και προσωπικά όπως άρχισα και σ όποιον αρέσει, ρε αδελφέ! Ακολουθεί μια συνέντευξη από το 2013 που είχα κάνει στον Θάνο και που δεν ήταν η πρώτη, ούτε και τελευταία μας, αλλά μια απ τις πιο αγαπημένες μου:

Θάνος Αλεξανδρής: «Trash είναι να παίρνεις παρατημένα υλικά και αν σου βγει στην πορεία, να φτιάχνεις ποίηση»

Μας γνώρισε την άγρια πλευρά του δρόμου, τις κακοφωτισμένες μαρκίζες σε παραπήγματα – αίθουσες διασκεδάσεως, τις βαριά βαμμένες σταρ του νυχτοκάματου, ιέρειες πόθου, σε κοινό σεκλετισμένο και πρόσκαιρα καψουρεμένο απ το μίνι στο ύψος του βλέμματος του, πάνω σε μια πίστα κάθε άλλο από φώσφορο! Μας έκανε τηλεοπτική βόλτα στα γλυκά πρόσωπα του περιθωρίου, μέσα από το trash tv του, μια φορά και έναν καιρό! Έγραψε βιβλία. Μας προειδοποίησε πως: «αυτή η νύχτα μένει». Είναι στην παραμεθόριο και στο περιθώριο της σοβαροφάνειας και στην άκρη των τρυφερών χαμόγελων μας, ένας πρίγκιπας σε λυρική αρμονία κλαρίνου και κακού μπουζουκιού, την ώρα που ξημερώνει. Όχι πια! Όχι άλλο! Ζει σε κωμόπολη της Ευβοίας, με την οικογένεια του, τον αδελφό του και τα ανίψια του, τον κολλητό του στην Χαλκίδα, επίσης αναχωρητή και εξίσου λατρεμένο Δημήτρη Βενιζέλο. Παρ όλα αυτά διατηρεί πάντα εκείνο το καυστικό βλέμμα του κομπέρ που κρίνει την παρακμή της όποιας Βαϊμάρης. Λοιπόν… ντραμς αγωνιάς και η εισαγωγή απ το καμπαρέ, σε νοερό σκυλάδικο στην άκρη των χιλιομέτρων των εθνικών οδών, να φωτίζεται πάντα από χρωματιστούς προβολείς… Κυρίες και κύριοι, ladies and gentlemen, madam and messier, υποδεχτείτε τον  Θάνο Αλεξανδρή!

-Δε ζεις πια στην Αθήνα, Θάνο;

«Ποιος θα το περίμενε! Εγώ που ήμουν φτιαγμένος να ζω μες στις κόρνες της Αθήνας, εδώ, δέκα μέτρα απ τη θάλασσα να σου μιλώ καθισμένος στη βεράντα και να αγναντεύω τα κύματα! Ποιος; Εγώ! Που σιχαινόμουν και τα κύματα και τη θάλασσα και τα ψάρια! Μόλις παίχτηκε η ταινία «Αυτή η νύχτα μένει», ήθελα να κρατήσω αποστάσεις. Έτυχε στη ζωή μου το αλτσχάιμερ. Ένα συγκλονιστικό πράγμα, που αν δε το ζήσεις δε περιγράφεται. Όταν ήρθα για επίσκεψη στο χωρίο μου, εδώ στην Εύβοια και ο πατέρας μου είπε εμένα «μπαμπά τι κάνεις»; Ένιωσα να πλησιάζω το θεό και στο λέω με συγκίνηση και ας ακουστώ μελό. Σαν να μην υπήρξε η Αθήνα, ποτέ, οι ταινίες, τα βιβλία, η δημοσιογραφία, η τηλεόραση. Έγιναν όλα υπέρτατη ανάγκη να τον φροντίσω σαν γιος. Και σα πατέρα μαζί! Έφυγε τελικά! Τώρα πλέον κάθε βράδυ βάζω τη μάνα μου να κοιμηθεί ακούγοντας τραγούδια της Χαρούλας και εγώ ένα μέτρο δίπλα της σε ένα στρώμα σαν ήρωας του Ντοστογιέφσκι, την αφουγκράζομαι μένοντας ξύπνιος. Αναπολώ κάθε νύχτα την ένδοξη κόλαση, που είχα τη τιμή να ζήσω στα μαγαζιά της επαρχίας. Είναι σαν ένας Θεός να διάταξε: «εσύ μάγκα, πέρασες πολύ ωραία στη ζωή σου, τώρα πέσε στα πατώματα να εξιλεωθείς». Κι όμως υπέροχα είναι στο χωριό μου! Φτιάχνω σουφλέ από σοκολάτα, γράφω πάντα στίχους και δεν αναπολώ καθόλου τη ζωή της Αθήνας, γιατί μάλλον δεν ήμουν φτιαγμένος για εκείνους που διαφεντεύονταν το δήθεν, είτε στη διανόηση, είτε στην ποπ τάχα κουλτούρα».

-Μέδουσα και Μαρίνος, θέατρο, σκυλάδικα σ όλη την Ελλάδα και η απενοχοποίηση τους στο βιβλίο σου, «Αυτή η νύχτα μένει», εκδόσεις, κινηματογραφική μεταφορά, τηλεόραση και trash tv. Τι μένει τελικά, Θάνο;

«Η θητεία στο Μαρίνο ήταν μια εκπληκτική εμπειρία. Πιστεύω πως όποιος είδε τον Μαρίνο στην Μέδουσα, τότε, της εγώ, δε θα μπορούσε να δεχτεί άλλο σόου και άλλο θέαμα, πλέον. Ήμουν μέλος στο ΕΚΚΕ και αυστηρός αριστερός, φοιτητής της Νομικής και μόλις τον είδα στη Μέδουσα, είπα «αυτό είναι ότι πιο κοντινό στην ποίηση». Μετά σαν φοιτητής στου Κουν, πήγαινα κάθε βράδυ με χιόνια και βροχές, τον έβλεπα και ξανάφευγε με τα πόδια. Ήπια ένα μπουκάλι κονιάκ και αποφάσισα να του μιλήσω. Εκείνος με έβαλε να πω ένα τραγούδι.  Μεγάλος Ερωτικός. Χατζιδάκις. Τέλειωσα! Και έμεινα μαζί του δυο χρόνια! Ήταν η μεγαλύτερη εμπειρία στη ζωή μου».

-Σου μένει ο Μαρίνος και η Μέδουσα πιο πολύ απ το «Αυτή η νύχτα μένει», τη ταινία, τα τραγούδια;…

«Μου μένει η διαδρομή ως το βιβλίο και την ταινία, ως ανεπανάληπτη. Η πορεία στα μπουζούκια. Οι νύχτες μου. Στα καμαρίνια, ανάμεσα στις εμφανίσεις, κρατούσα σημειώσεις και ήξερα πως κάποτε θα γίνουν βιβλίο αλλά και ταινία. Λοιπόν, είναι συγκλονιστική η μουσική της ταινίας, λατρεμένα τα τραγούδια, αλλά για μένα ήταν ήδη, πίσω μου, όταν όλα έγιναν πραγματικότητα. Είχα γυρίσει πλάτη. Και ήξερα πως ο Κραουνάκης θα είναι αυτός που θα βάλει ποιότητα, τέχνη, στο σκυλάδικο. Πήρα το τηλέφωνο του απ την Μαλβίνα και το έδωσα στον Παναγιωτόπουλο που έφτιαχνε το βιβλίο μου ταινία. Ήμουν σίγουρος. Και είχα δίκιο… Αλλά ήδη σου είπα, από όλα αυτά έχω τραβηχτεί μακριά…».

-Είμαστε πολλοί εκείνοι που κομματιαζόμαστε ακούγοντας, το «Αυτή η νύχτα μένει». Εσύ; Τι νιώθεις;

«Κομματιάζομαι και εγώ. Ήμουν ο πρώτος που το άκουσα. Το άκουσα σε τρεις εκδοχές από Λένα Αλκαίου, Πέγκυ Ζίνα και Δήμητρα Παπίου. Ήταν λατρεμένο, με το πρώτο άκουσμα και απ τις τρεις»!

-Νύχτα. Είναι ωραιότεροι οι άνθρωποι της, στα σκοτάδια;

«Με το αλκοόλ, με το σκοτάδι, τα ψεύτικα φώτα, ο άνθρωπος υπερβαίνει τον εαυτό του και τα παράξενα της μέρα φαντάζουν φυσιολογικά. Η χειρότερη γκόμενα δείχνει θεά. Η φωταγωγημένη ξεφτίλα, ξέρεις!».

-Μαλβίνα: την ξέχασαν λες; Αν ήταν εδώ σήμερα τι θα κάνε;

«Δε θα δούλευε. Καθόλου».

-Γιατί;

«Γιατί! Ψαχνόμαστε για ιδέες πάντα. Υποτίθεται! Η κάθε φρέσκια ιδέα υπερβαίνει το μέσο όρο του κάθε τεχνοκράτη συμβούλου που στα νιάτα του συγκλονιζόταν με τους Γουάμ η το «Καμαρούλα μια σταλιά». Η φρέσκια ιδέα ακυρώνεται από μόνη της! Πιστεύεις αλήθεια, πως η Μαλβίνα, θα μπορούσε να υλοποιήσει τα δικά της όνειρα; Ήταν αυτή που ήταν, η Μαλβίνα κι όμως έχω ζήσει από κοντά σε κάθε έναρξη του καινούργιου τη κόνσεπτ του διευθυντές παραγωγής και τα διοικητικά στελέχη να κάνουν το σταυρό του και να αναθεματίζουν τη  τρελή, πίσω απ την πλάτη της»!

-Ναι αλλά έγινε δεκτή και μετά μόδα η δική σου περιβόητη εκπομπή το Trash TV, τότε…

«Όταν εγώ με τον Θανάση τον Αναγνωστόπουλο κάναμε το trash tv, αν η ίδια η Μαλβινα δεν έπαιρνε τηλέφωνο τον Κουρή –που εδώ που τα λέμε εμπιστεύεται τους ανθρώπους του- και συγγνώμη για την αλαζονεία αλλά ήταν μια εκπομπή που τάραξε τα νερά, δεν θα την κάναμε ποτέ. Τα συνεργεία απειλούσαν με παραίτηση για να μη γίνει το γύρισμα και τα διοικητικά στελέχη κοκκίνιζαν από ντροπή. Αρχισυνταξία παραγωγή και όλα ήμασταν εμείς με φίλους και ξαδέλφια. Ούτε κασέτα δε μας έδιναν για γύρισμα. Κρατούσα τσίλιες και έκλεβε ο Θανάσης τις κασέτες. Και μια μέρα -να με συγχωρέσει ο Θεός- σβήσαμε τη κηδεία του Τρίτση, για να γράψουμε τα καλλιστεία με υποψήφιες την Σνάιτερ, την Βασιλάκη και την Καλή Φέρη. Στην ίδια κασέτα γράψαμε και τον «Ματωμένο γάμο» του Λόρκα, με πρωταγωνίστριες τις ίδιες κυρίες, που μάλωναν ποια θα ναι η νύφη και ποια η μάνα – πεθερά. Καμία δεν ήθελε φυσικά να είναι η μάνα και θέλαν και οι τρεις να είναι η νύφη. Έτσι αναγκάστηκα να βάλω το χέρι μου και να προσαρμόσω τον Λόρκα χωρίς πεθερά – ξανά Θεέ μου σχώρα με! Αυτά συνέβαιναν λοιπόν, ώσπου απ αυτήν την εκπομπούλα πολιτογραφήθηκε το τρας στο λεξιλόγιο».

-Τελικά, Θάνο, τι είναι τρας;

«Το να παίρνεις παρατημένα υλικά, φτηνά, και αν σου βγει, στην πορεία να φτιάχνεις ποίηση. Αυτό είναι το τρας. Στη πορεία, αυτό υιοθετήθηκε, έγινε μόδα, ευτιλίστηκε και δεν είχε νόημα να υπάρχει. Τα λαιφ στάιλ στις τηλεοράσεις, οι Πετρούλες και άλλες σαν αυτήν, κάναν όλη τη τηλεόραση τρας. Γίνανε πρωταγωνιστές αυτοί που υπογράμμιζαν τη φτήνια και την αυθεντικότητα. Το υιοθέτησαν και έγιναν πρωταγωνιστές. Τότε στην ουσία υπήρξε χυδαιότητα εκεί που υπήρχε ποίηση».

– Ξανά θα σε ρωτήσω για την Μαλβίνα. Υπάρχει μέρα που δε θα τη θυμηθείς;

«Όχι. Και λέω, να τανε κάπου, να την έπαιρνα ένα τηλέφωνο! Να μιλήσουμε λιγάκι! Την αναπολώ όχι στα χρόνια της μεγάλης δόξας του Μεγκα. Την αναπολώ, όταν ήταν η δική μου, η ιδιωτική μου, η προσωπική μου Μαλβίνα. Μιλάνε για αυτή άνθρωποι που δεν την ξέραν και που δεν τους μίλαγε, δεν τους υπολόγιζε. Μιλάνε για τους ρόλους που υποδυόταν. Όταν άφηνε αυτούς τους ρόλους, ήταν η δική μου Μαλβίνα. Που μισούσε το καλοκαίρι, τη θάλασσα, τις διακοπές. Που περνούσαμε τον Αύγουστο, κλεισμένοι σε ένα σπίτι σα παράνομοι. Που λέγαμε κουλά, μιλάγαμε καλιαρντά και τρώγαμε μακαρόνια της πλάκας παραγγελία. Την αναπολώ στο ραδιόφωνο του ΣΚΑΙ, όταν κάναμε το «Ντάλε – Ντάλε». Ήταν μια ένδοξη εποχή για τον ΣΚΑΪ, που ακόμα κι αν έβαζες Μαρινέλλα, θεωρούταν χαμηλό επίπεδο. Ένα άβατο της έντεχνης ελληνικής μουσικής, με Καγιαλόγλου, Βενετσάνου, Βασίλης Λέκκας, μόνο.  Το πρώτο βράδυ, με την Μαλβίνα, παίξαμε Μενδιάτη, Καφάση, Περπινιάδη, Ξανθόπουλο και η υπεύθυνη της δισκοθήκης κόντεψε να πάθει ή μπορεί και να πάθε κάνα ελαφρό εγκεφαλικό. Ο Αλαφούζος μέτρησε το χαμό που έγινε – νταλίκες να κορνάρουν απ έξω, κοτόπουλα, σουβλάκια, μπύρες κερασμένα, να σπάσει το τηλεφωνικό κέντρο με γραμμές απ όλη την Ελλάδα και μας έκανε από πέντε μέρες εκπομπή τη εβδομάδα σε επτά. Εξαντληθήκαμε! Ο Ηλίας Πετρόπουλος  έπαιρνε για συγχαρητήρια απ το Παρίσι. Χαμός…»…

-Πες μου ξανά –θυμάμαι αλλά μ αρέσει όπως το λες- πως την γνώρισες στη Χαλκίδα…

«Μαθητή γυμνασίου και αυτή η σταρ της πόλης. Πραγματική σταρ. Πως ήταν η Ναθαναήλ στο «Εκείνο το καλοκαίρι»; Έτσι! Την πρωτοείδα με ένα σιελ καφτάνι, μια θεά, στο βιβλιοπωλείο του Κάραλη, μέσα απ την βιτρίνα, να φιλιούνται συνεχεία και η πόλη απ έξω να βλέπει. Μαθήτρια εκεί, πήγαινε έγκυος με τη ποδιά, σχολείο! Για όλους μας ήταν το ίνδαλμα μας. Μια φορά τους είπε η καθηγήτρια να ζωγραφίσουν την Αγία Παρασκευή, πολιούχο της Χαλκίδας. Η Μαλβίνα τη ζωγράφισε γυμνή! Φυσικά έφαγε αποβολή. Κυκλοφορούσε με καυτό σορτς σε μια πόλη που σοκαριζόταν! Όποιος τολμούσε να την κοιτάξει φώναζε την αστυνομία! Την λάτρευα, φυσικά! Το μαγαζί μας ήταν απέναντι απ το βιβλιοπωλείο του άντρα της. Ξεκίνησε μια μεγάλη φιλία. Για πάντα. Τι να θυμηθώ; Τη μέρα που μπήκε το τανκς στο  Πολυτεχνείο ανέβηκε στην ταράτσα της πολυκατοικίας και ύψωσε μια μαύρη σημαία, ενώ ούρλιαζε μόνη της «Ψωμί – παιδεία – ελευθερία». Και την μάζεψαν στην ασφάλεια».

– Ποιοι ήταν οι άνθρωποι που γνώρισες και ήταν ταξίδι η επαφή μαζί τους;

«Ο δάσκαλος μου ο Κάρολος Κουν, ο ένθεος Γιώργος Μαρίνος, η Φλέρυ Νταντωνάκη, που δεν είχε που να μείνει και της είπα έλα να μείνουμε στη γκαρσονιέρα μου και ας έβγαζε όλα τα έπιπλα όπου κι αν έμενε στο δρόμο. Αυτή τραγουδούσε από πάνω και εγώ έκλαιγα από κάτω. Γνώρισα τη Λαμπέτη. Άλλη μεταφυσική αποκάλυψη. Έπαιζε Κοκτώ και από τότε αποφάσισα πω μετά απ αυτό δεν μπορώ να δω θέατρο. Οι γυναίκες στα σκυλάδικα, ήταν ταξίδι, με τη σάρκα και το γκλιτερ τους. Οι πελάτες της νύχτας, πιο έντιμοι από προσωπικότητες και διανοουμένους της μέρας, ήταν ταξίδι. Η Παλόμα, για την αυθεντικότητα της. Άνθρωποι χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς μπαλετίστικες ποζισιόν. Η Καίτη Ντάλη, η αδικημένη λαϊκή τραγουδίστρια. Φυσικά η Μαλβίνα. Φυσικά ο αγαπημένος Σπύρος Στάβαρης, ο μεγαλύτερος καλλιτέχνης στην χώρα στο είδος του, που φωτογραφίζει λασπόνερα και τα κάνει σονέτα. Δε λέω για εσάς τους φίλους. Δε θα μου το συχωρούσατε».

-Τι είναι πολιτισμός για σένα; Ποιοί κάνανε πολιτισμό;

«Όλοι αυτοί που τον ευαγγελίζονται είναι δικτυωμένοι με το κύκλωμα και κάνουν συμβιβασμό και παίρνουν επιχορηγήσεις. Ο Χατζιδάκις δε ζει, ο Χριστιανόπουλος δε μιλεί. Με εκνευρίζει η μυθοποίηση της Δημουλά, που την έχουν θεοποιήσει. 10 Δημουλάδες δε κάνουν έναν Χριστιανόπουλο. Εσύ βλέπεις πολιτισμό χριστιανή μου; Που; Στους νεόκοπους συγγραφείς, τους βραβευμένους που συνωστίζονται στα κανάλια και γίνονται πολιτικοί και μέλη επίτροπων; Δε δέχομαι κανέναν. Οι σημαντικοί δε μιλάνε. Πολιτισμό κάνουν, πια, οι σιωπηλοί».

-Τι απέγινε η δημοσιογραφία σου;

«Η τελευταία μου εξαιρετική συνεργασία ήταν με την Σταυρούλα Παναγιωτάκη. Δεν έχω λόγο, μετά απ αυτήν για καμία έκπτωση… για τίποτα πιο κάτω…»…

-Αν έγραφε κάτι η ιστορία για σένα τι θα θελες να ναι αυτό;

«Θα θελα, αν σας ήταν εύκολο, παρακαλώ, η ιστορία να με κατάτασσε στην χορεία των ωραίων ανδρών που πέρασαν στην αιωνιότητα, με φράσεις παροιμιώδεις. «Η γη γυρίζει» είπε ο Γαλιλαίος όταν έγραψε η Ιστορία, «τα πάντα ρέει» μνημόνευσε ο μακαρίτης Ηράκλειτος, ενώ ο Ελύτη γράφοντας το «Ένα το χελιδόνι» έκανε σουξέ και χόρτασε ποσοστά. Με το πέρασμα των αιώνων, θα μείνει στη ψυχή των Ελλήνων ο ποιητής της ρήσης «όταν είμαι στο βολάν με στενεύει το κολάν», αν και μου διαφεύγει τα όνομα του από συγκίνηση. Το 1993 έγραψα στην εφημερίδα Σταρ, αυτό που έμελλε να γίνει εθνικός ύμνος: από φωνή μ@@@ι και μ@@@ι φωνάρα. Δεν μου αποδόθηκε η πατρότητα, δε πήρα πνευματικά δικαιώματα, ούτε αξιώθηκα την τήβεννο που κι αυτή πρόλαβε να αρπάξει η Κική Δημουλά».

-Τελικά «αυτή νύχτα μένει» για να…

… «… για να ονειρευτούμε και να μοιραστούμε τα όνειρα που γέννησε μόνο μ αυτούς που αγαπάμε αργίτικα και μας αγαπάνε πίσω».