Το εξώφυλλο του νέου βιβλίου «Διηγήματα» της Ρέας Γαλάνακη, μας βάζει σε φιλοσοφικό οίστρο

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΤΣΟΛΚΑ

«Τίποτε δεν μεταβιβάζεται χωρίς απώλειες στον γραπτό λόγο» – φρασούλα της Γαλανάκη από το « Ένα σχεδόν γαλάζιο χέρι». Δε το πήραμε ακόμα στα χέρια μας, το νέο της βιβλίο με τίτλο ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ αλλά ότι κάνει η Ρέα Γαλανάκη, πάντα, το αγαπάμε! Σ αυτή την έκδοση του οίκου ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ, καταρχήν μας τραβά την προσοχή το εξώφυλλο. Είναι μια φωτογραφία τραβηγμένη απ τη Ρέα Γαλανάκη, στο Κάτω Καστρίτσι Πάτρας, τον Αύγουστου του 2019. Ένα έντομο, στην άκρη του χάους! Μπορεί να πετάξει προς την μαρμάρινη, φωτισμένη περιοχή κάποιου μπαλκονιού ή να χαθεί στην σκοτεινιά. Καημένο εντομάκι! Κάτι μέσα μας στοιχηματίζει για το κέρδος του μαύρου! Πρόκειται για την εικόνα ενός ορίου, που επιλέγεται πέταγμα και φτερούγισμα! Οι δικές μας σκέψεις με αφορμή το εξώφυλλο της Γαλανάκη, δεν ξέρουμε κατά πόσο συνταιριάζουν με τις έντεκα ιστορίες που λέει η συγγραφέας. Πρόκειται διαβάζουμε στο δελτίο τύπου «για διαφορετικές ματιές στην πραγματικότητα και στον μύθο, στα αισθήματα και στα πάθη, στο όνειρο ή στην τιμωρία, στα σύνορα μνήμης και λήθης. Και στα άλλα όμως σύνορα, αυτά που ενώνουν, που χωρίζουν, που σημαίνουν πόλεμο και προσφυγιά».

Η Γαλανάκη διαλέγει -για άλλη μια φορά- την σύντομη φόρμα των διηγημάτων, που το σύγχρονο αναγνωστικό κοινό, δείχνει να μην εκτιμά την υψηλή τους τέχνη της αφήγησης και την δεξιοτεχνία που αποκτούν, απολαμβάνοντας μια σύντομη καλή ιστορία. Οι συγγραφείς όμως, είναι πέρα απ τα γούστα του κοινού και η Γαλανάκη τραβά το δικό της δρόμο πάντα, μη κάνοντας χαρές της μόδας και των απαιτήσεων των καιρών, αναμετρούμενη με την λογοτεχνία που είναι διάρκειας. Αυτή η κυρία, μας έχει χαρίσει σωτηρία ψυχής με τα βιβλία της και πολύ της το χρωστούμε. Μεγαλωμένη στο Ηράκλειο της Κρήτης, κόρη γιατρών, έζησε στην Πάτρα και μετά στο κέντρο της Αθήνας, για να βρεθεί πια, στην περιοχή του Γηροκομείου να χει θέα και απλά. Έχει μεταφραστεί σε ξένες γλώσσες, έχει πάρει βραβεία και βραβεία, έχει ξεκινήσει να γράφει απ όταν ήταν στη Δευτέρα Δημοτικού που σκάρωσε εάν ποιηματάκι, το «Κόκκινο Ρόδο». Πάντα έγραφε. Κάποτε κατέστρεψε τα πάντα. Ήταν τα πρώτα χρόνια της Δικτατορίας. Μετά ξανάρχισε να γράφει και πάλι μικρά ποιηματάκια. Από γράφει, σώζει και φυλάει. Δεν έχει καταστρέψει τίποτα.

Ζηλεύοντας τώρα που είμαι τόσο μακριά και δε μπορώ να πάω σε βιβλιοπωλείο να πάρω το νέο της βιβλίο, λοιπόν, που μυρίζει το φρεσκοτυπωμενο χαρτί και έχει αγωνία πως θα ναι η ιστορία. Βλέπετε εδώ δεν έχει ελληνικά βιβλιοπωλεία και ένα που ήταν στη Νέα Υόρκη, νομίζω κάποιου που λάτρευε τα βιβλία, απ την Κένυα και είχε ελληνικές εκδόσεις, έκλεισε. Θυμάμαι, για παρηγοριά μου, το πρώτο της βιβλίο που διάβασα, μια εξαιρετική έκδοση απ’ την «Αγρα», το  «Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ πασά, Spina nel cuore», σα μια ζωή και μια νεότητα να μοιάζει πάντα σε μια παραλία Αυγουστιάτικη απ τον χρόνο -ξέρω, δεν ήταν έτσι λέμε, αλλά η νοσταλγία εξιδανικεύει! Φαντάζει προφητικός για τη ζωή μου, εκείνο το κρητικόπουλο του βιβλίου, που αποχωρίζεται με τη βία από την οικογένεια και τον αδερφό του και καταλήγει στην Αίγυπτο. «Όχι, δεν μπορούσα πια στην ηλικία μου ν’ αλλάξω τα πεδία της μνήμης. Η ιδέα και μόνο της Αιγύπτου σαν χαμένου τόπου με ξάφνιαζε πολύ. Δεν ήταν δυνατόν. Και σίγουρα θα τρελαινόμουν, αν είχα δυο χαμένους τόπους αντί για έναν στην υπόλοιπη ζωή μου· ο δεύτερος μάλιστα ν’ απλώνεται σ’ όλα τα χρόνια της ωριμότητάς μου» λέει ώριμος πια ο Ισμαήλ Φερίκ πασάς. Και η Ρέα Γαλανάκη γυρεύει την ισορροπία του ήρωα ανάμεσα στο για πάντα χαμένο και σ’ αυτό το οποίου ο χαμός μοιάζει να έρχεται. Πάντα λοιπόν, καραδοκεί, αυτό το έντομο της, στην άκρη του χάους,  που μπορεί να πετάξει προς την μαρμάρινη, φωτισμένη περιοχή κάποιου μπαλκονιού ή να χαθεί στην σκοτεινιά. Αυτό το καημένο το εντομάκι λοιπόν, με την φαινομενική επιλογή πετάγματος, που ισορροπεί στο απολυτό όριο του σκότους με το φως!