Σουζάν Βαλαντόν: Το γυμνό μοντέλο του Ρενουάρ ήταν η μια απ τις πλέον σπουδαίες ζωγράφους

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΤΣΟΛΚΑ

Να, η μετα-ιμπρεσιονίστρια γυναίκα ζωγράφος, πολύ μπροστά απ τον καιρό της, που συγκλόνισε τον κόσμο της τέχνης των αρχών του 20ου αιώνα,  με τα απίστευτα πρωτοποριακά γυμνά της. Ήταν μια ακροβάτισσά του τσίρκου, μια ανύπαντρη έφηβη μητέρα, μοντέλο τέχνης και μούσα, που αποκαθήλωσε ινδάλματα, μια γυναίκα που έζησε έτσι όπως η εποχή δεν τολμούσε καν να διανοηθεί! Προτίμησε το πάθος, την ειλικρινά, τη σύγκρουση, την περήφανη, την ελεύθερη επιλογή στον έρωτα, ώστε ο καιρούς της να την εκδικηθεί, μη αναγνωρίζοντας μια τεράστια αλήθεια: Πόσο τεράστια ζωγράφος ήταν Σουζάν Βαλαντόν! Με πιο παστελ και ήπιες διαθέσεις, υπήρξαν λίγες διακεκριμένες γυναίκες ζωγράφοι, εκείνη την εποχή, όπως οι Μαρί Κασσάτ καιΜορισότ, αλλά σε αντίθεση με εκείνες η Βαλαντόν δεν ερχόταν από ευκατάστατες, υψηλής κοινωνικής θέσης οικογένεια, αλλά απ την απόλυτη φτώχεια.

Το παιδί της χήρας και η περιφρόνια

Η Μαρί Κλεμεντίν, μετέπειτα Σουζάν, γεννήθηκε το 1865 στο Μπεσινές σερ Γκάρντεν, ένα χωριό στην καρδιά της αγροτικής Γαλλίας. Η μητέρα της, Μαντλέν, ήταν χήρα με ένα κορίτσι, που δούλευε ως καμαριέρα, πριν αποκτήσει την Σουζάν. Το χωριό σκανδαλίστηκε απ την διαγωγή της και την απομόνωσε, αλλά εκείνη αρνήθηκε να κατονομάσει τον πατέρα του παιδιού της. Παλεύοντας να μεγαλώσει μόνη της τα δύο κορίτσια, συναντούσε μόνο απαξία και περιφρόνηση, ώσπου με τη Σουζάν στα πέντε της πια, έριξε μαύρη πέτρα πίσω της και πήγανε στο Παρίσι αναζητώντας όχι περισσότερες ευκαιρίες ευημερίας, αλλά απλά την επιβίωση τους. Ήταν λάθος! Με το που έφτασαν στη τεράστια πρωτεύουσα, η Γαλλία βρέθηκε σε πόλεμο με την Πρωσία και τα Πρωσικά στρατεύματα  πολιορκήσαν το Παρίσι, με αποτέλεσμα οι κάτοικοι να λιμοκτονούν. Οι Παριζιάνοι άρχισαν να τρώνε σκυλιά, γάτες, αρουραίους και τέλος όλα τα ζώα του μεγάλου ζωολογικού κήπου της πόλης. Η Γαλλία παραδίδεται, γινεται συνθηκολόγηση και ανακωχή το 1871 και στην ταραγμένη εποχή, φτιάχνεται η Κομμούνα του Παρισιού, με την εργατική τάξη να λαμβάνει για λίγο τα ινία της πόλης, για να συνθλίβει μέσα σε νέα αιματοκυλισματα. Μέσα σε όλη αυτή την επαναστατική όμως, διάθεση, η Μαντλέν, λαμβάνει από τους εργάτες ένα σπίτι στη Μονμάρτρη για να στεγαστεί ή ίδια και τα κορίτσια της.

Ακροβάτισσα στο τσίρκο

Η Μαρί Κλεμεντίν θα πάει σχολείο στο Σεν Βινσετ Ντε Πολ, αλλά θα ναι ατίθαση, ανυπάκουη, επιθετική στα αλλά παιδιά και θα αποβληθεί στα 11 της. Από τότε αρχίζει να δουλεύει όπου βρει. Μοδίστρα, λαντζέρισα, σε πάγκο φρούτων και λαχανικών στη λαϊκή, ακόμη και στεφάνια κηδειών έφτιαχνε και περιποιόταν τους νεκρούς. Σε ηλικία 15 ετών, όμως, αρχίζει να δουλεύει στο Λε Σιρκ Μολιέρ, ένα διάσημο τσίρκο, πολύ της μόδας για την Γαλλική αριστοκρατία. Το κορίτσι της ιστορίας μας, ισορροπεί πάνω σε όμορφα άλογα που καλπάζουν, περπατά σε τεντωμένο σχοινί στο κενό και πηδά μέσα σε μεγάλα δαχτυλίδια που φλέγονται. Κάποτε, σε μια πρόβα ρουτίνας, χάνει την προσοχή της και πέφτει. Τραυματίζει σοβαρά τη πλάτη της, με ένα χτύπημα που θα τη βασανίζει πάντα. Το τσίρκο με τα φώτα του, τις παγιέτες και τα αστραφτερά ρούχα, τα πούπουλα και τα φτερά και τα όμορφα ζώα, που εκείνη νικούσε την βαρύτητα και έκανε άλματα στο κενό, είναι πια παρελθόν. Όπως ο θαυμασμός του κοινού και τα χειροκροτήματα…

Το γυμνό μοντέλο

… Όταν το κορίτσι μετα από πόνους και μεγάλη προσπάθεια αναρρώσει, αντιμετωπίζει, για άλλη μια φορά τη σκληρή πραγματικότητα! Πρεπει να βρει αμέσως δουλειά και το τσίρκο που αγάπησε δεν αποτελεί πια επιλογή. Μια μέρα η μητέρα της, που δουλεύει και ως πλύστρα, την στέλνει να παραδώσει ένα καλάθι με μπουγάδα στον καλλιτέχνη Πιερ Πουβίς ντε Χάβαν. Το κορίτσι τράβηξε προσοχή του ζωγράφου, που ήθελε τη νέα, ως μοντέλο για  κάποιο πίνακά του. Της ζήτησε να ποζάρει γυμνή, πράγμα απίστευτα απρεπές για την εποχή, προσφέροντας πολύ καλά λεφτά. Εκείνη δέχεται. Ως Μαρία, λοιπόν, γινεται σύντομα περιζήτητο μοντέλο, ποζάροντας για αμέτρητους καλλιτέχνες απ όλη την Ευρώπη, που συρρέουν, εκείνη την εποχή και ίσως, ακόμη και σήμερα, στη Μονμάρτρη. Συνεχίζει να ποζάρει για τον ντε Χάβαν, αλλά και για τον Βότζτεκ Χέινες, όπου μάλιστα είναι η φτερωτή φιγούρα στον τεράστιο πίνακα του στο Εθνικό Θέατρο της Τσεχίας. Ποζάρει ακόμη για το διάσημο Φιλί των Σειρήνων του Γκούσταβ Γερτεϊμερ και για έργα του διάσημου εικονογράφου Ζαν Λουί Φορέν, ενώ είναι το μόνιμο και αγαπημένο μοντέλο για τα θέματα του μέγα Πιερ Ογκάστ Ρενουάρ.

Έφηβη μητέρα, ο Λωτρέκ και πως έγινε Σουζάνα

Μόλις άρχισε να ποζάρει για το Ρενουάρ, η κοπέλα μένει έγκυος και όπως η μητέρα της, αρνείται να κατονομάσει τον πατέρα. Στη Μονμάρτη τα καλλιτεχνικά πηγαδάκια κουτσομπολεύουν τη σκανδαλώδη εγκυμοσύνη του εφήβου κοριτσιού υποθέτοντας για πατέρα ή τον Πιέρ Πουβίς ντε Χάβαν, ή τον Ρενουάρ, ή τον Ισπανό ιμπρεσιονιστή Μιγκέλ Ουτρίλο. Απλώνεται και μια φήμη, πως ίσως πατέρας να είναι ένας λογιστής, ο Άντριεν Μπουισί, ο οποίος φέρεται να τη βίασε κάποιο βράδυ που την βρήκε μόνη της. Η Μαρί δεν θα πει ποτέ της ποιος ήταν, τελικά, ο πατέρας του γιου της, του Μορίς, που γεννιέται Δεκέμβριο του 1883. Σύντομα, τον αφήνει στην απόλυτη φροντίδα της μητέρας της και επιστρέφει στα ατελιέ των διάσημων ζωγράφων.

Τότε είναι που θα γνωρίσει τον σπουδαίο Τουλούζ Λουτρέκ. Η σχέση του θα υπάρξει καταλυτική. Εκείνη θα γίνει η άτυπη οικοδέσποινα των πολυτελών δείπνων του στον πύργο του, μιας και είναι γόνος ενός από τους πιο ευγενείς οίκους της Γαλλίας. Η Μαρί θα αδιαφορήσει για την αναπηρία του -πιθανότατα αποτέλεσμα ενδογαμίας!- με το πάνω μέρος του κορμού του ενός ενήλικα και τα πόδια ενός παιδιού, που είχαν σταματήσει να μεγαλώνουν αφού έσπασε και τους δύο γοφούς σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών. Παρόλα αυτά –ή ίσως γι’ αυτά– ήταν ένας αδιόρθωτος, αχόρταγος μπον βιβάν, με όλο τον οικονομικό εκείνο πλούτο, ώστε να ζήσει όλη την αστραφτερή νυχτερινή ζωή του fin de siècle Παρισιού. Ο Τουλούζ – Λωτρέκ με σαρκαστική διάθεση βαφτίζει τη μούσα του, Σουζάνα, απ τη βιβλική ιστορία της ωραίας γυναίκας που ποθούσαν οι Πρεσβύτεροι, επειδή πόζαρε συχνά για ηλικιωμένους ζωγράφους, που αφήνονταν στη λαγνεία τους για αυτήν. Και είναι εκείνος που θα εκτιμήσει πολύ τα σχέδια της και θα την παρακινήσει να ασχοληθεί με την ζωγραφική αφοσιωμένα. Θα αγοράσει μάλιστα έργα της και θα τα κρεμάσει, με περηφάνεια, στο στούντιο του, όπου θα αρέσκεται να αιφνιδιάζει τους επισκέπτες, όταν έκπληκτοι μάθαιναν πως αυτά τα αριστουργήματα ήταν δημιουργίες μιας γυναίκας και μάλιστα αυτοδίδακτης.

Ο γιός της ο Μορίς

Η Βαλαντόν όμως, έχει ήδη περάσει στον επόμενο καλλιτεχνικό της μέντορα, τον μέγα Έντγκαρ Ντεγκάς, ο οποίος μάλιστα, κόντρα σε όλους και όλα, θα παρουσιάσει έργα της στο Salon de la Societé Nationale des Beaux-Arts , την πιο διάσημη αίθουσα εκθέσεων στο Παρίσι. Ήταν ανήκουστο για το συγκεκριμένο χώρο να δεχθεί το έργο μιας ανεκπαίδευτης γυναίκας της κατώτερης τάξης, αλλά ο Ντεγκάς ήταν παθιασμένος και τα κατάφερε, έχοντας στο πλευρό του, πολύτιμο σύμμαχο τον γλύπτη Πολ Αλμπέρτ Μπαρθολομέ. Η Σουζάν πια, παλεύει να ισορροπήσει την αναπτυσσόμενη καλλιτεχνική της καριέρα, την άστατή ερωτική της ζωή και τις ευθύνες της ως μητέρα. Όταν ο Μορίς γινεται πέντε ετών, φαίνεται ξεκάθαρα πως μάνα και παιδί δεν επικοινωνούν. Εκείνος ασυνήθιστα ντροπαλός και συνεσταλμένος, ξεσπούσε ξαφνικά σε ανεξήγητες κρίσεις μανίας, πετώντας πράγματα σε ανθρώπους και σπάζοντας ότι μπορούσε. Η Βαλαντόν θεώρησε πως χρειαζόταν μια πατρική φιγούρα και πλησίασε τον Ουτρίλο, ο οποίος συμφώνησε να δώσει στον Μορίς το επίθετό του και να τον αναγνωρίσει νομικά, ως γιο του, αλλά δεν τη παντρεύτηκε, ούτε  θέλησε να έχει καμία συμμετοχή στην ανατροφή του Μορίς. 

Ερωτες, πάθη, χωρισμοί και ένας πλούσιος γάμος

Από τον Ουτρίλο, η Σουζάν γνωρίζει τον εκκεντρικό Ερίκ Σατί, του οποίου οι πειραματικές συνθέσεις προκαλούσαν τον κόσμο της μουσικής. Η σχέση τους υπήρξε ακαριαία και θυελλώδης. Το πρώτο βράδυ που κοιμήθηκαν μαζί, εκείνος της κάνει πρόταση γάμου. Η γυναικά γελά και του αρνείται λέγοντας του πως δεν υπήρχε παπάς στις 3 το πρωί, να τελέσει μυστήριο. Από εκείνο το βράδυ όμως, μένει μαζί του. Εκείνος γινεται το μοντέλο για την πρώτη της ελαιογραφία και αυτή με τη σειρά της, ενέπνευσε μερικές από τις πιο δυνατές του μουσικές συνθέσεις. Ο Σατί όμως, είναι απαιτητικός, ζηλιάρης, κτητικός και η Σουζάν μια γυναίκα ελεύθερη, που νιώθει να πνίγεται σ αυτή τη σχέση. Τον εγκαταλείπει και εκείνος δεν ακούμπησε, ούτε καν κοίταξε άλλη γυναίκα στη ζωή του. Αντίθετα, εκείνη βρίσκεται αμέσως στην αγκαλιά του Πολ Μοουσίς, ενός βαθύπλουτου επιχειρηματία, που της χρηματοδότει στούντιο, της παραχωρεί δικό της σπίτι και παίρνει όλη την οικογένειά της υπό την προστασία του.

Για πρώτη φορά, η Βαλαντόν αρχίζει να απολαμβάνει μια ζωή ευκατάστατη, στο ακριβό προάστιο Πιερεφίτ, έχοντας μεγάλους χώρου, πολλά υπνοδωμάτια, κήπο, όμορφα αντικείμενα.  Το στούντιο της, βέβαια, βρίσκεται στην καρδιά της Μονμάρτης, σε θέση αξιοζήλευτη. Το 1895 παντρεύονται. Είναι λοιπόν η Σουζαν Βαλαντόν ευτυχισμένη; Ω, μα όχι! Φαίνεται τα υλικά που την είχαν φτιάξει είχαν περίσσευμα από τόλμη, διαφορά και ταλέντο, αλλά όχι εκείνα για βίο αν όχι στρωμένο με ροδοπέταλα, τουλάχιστον έναν χωρίς κοφτερούς βράχους.

Ο Αντρέ Ουτέρ, ο σύντροφος ζωής και η «καταραμένη τριάδα»

Ο Μορίς ανακατεύει χάπια, ξεσπά σε ακραίους θυμούς, μπλέκει σε καβγάδες και στα 15 του είναι ήδη εξαρτημένος από το αλκοόλ. Κάποτε γινεται τόσο  βίαιος που η Βαλάντον δέχεται να τον μεταφέρει σε ειδική κλινική. Εκεί ένα ψυχίατρος της προτείνει να του μάθει να ζωγραφίζει ώστε να απελευθερώσει την ενέργεια του. Ο Μορίς θα αποδειχθεί υπερ ταλαντούχος, με στυλ αξιοσημείωτα διαφορετικό από εκείνο της μητέρας του. Αργότερα θα γίνει αρκετά γνωστός για τις ονειρεμένες σκηνές του στη Μονμάρτρη. Μια μέρα το αγόρι είναι στην εξοχή αρκετά μακριά απ το σπίτι, όπου πίνει ασταμάτητα και ζωγραφίζει. Θα καταρρεύσει και θα χάσει τις αισθήσεις του. Κατά τύχη, ένας άλλος ζωγράφος, ο Αντρέ Ουτέρ, που δούλευε επίσης στον ίδιο αγρό, θα τον βρει, θα προσπαθήσει να τον συνεφέρει και θα τον επιστρέψει στο σπίτι του. Θα γίνει ο μοναδικός φίλος της ζωής του Μορίς. Θα γίνει και ο παράφορος εραστής της Σουζαν, που τους χωρίζουν 20 χρονιά διαφοράς ηλικίας, ενώ είναι μόλις τρία χρόνια μεγαλύτερος από τον γιο της. Ο Σουζάν δεν νοιάστηκε για άλλες κοινωνικές συμβάσεις δε θα την ταράξει φυσικά ο αριθμός της διαφοράς χρόνων. Εγκαταλείπει τον σύζυγο της και τις ανέσεις, επιστρέφει στη Μονμάρτρη και ζει με τον Ουτέρ, τον Μορίς και τη μητέρα της. Ζωγράφισε τους τέσσερις μαζί, μια ασυνήθιστη ανάμεικτη οικογένεια, με την ίδια, τη γυναίκα ως επίκεντρο.

Αναγνώριση

Η Βαλαντόν όσο ζούσε στο πολυτελές της σπίτι στα προάστια, δεν είχε δημιουργήσει σχεδόν κανένα έργο. Τώρα, πίσω σε μια ζωή φτωχική, βυθίστηκε στη ζωγραφική. Ο Ουτέρ ποζάρει γυμνός ως Αδάμ, οπού μαζί με την Εύα, κόβουν μαζί το μήλο. Ο πίνακας σόκαρε τόσο την κοινή γνώμη της εποχής, που η Σουζαν αναγκάστηκε να προσθέσει ένα φύλλο συκής για να καλύψει τα γεννητικά όργανα του Αδάμ -αλλά όχι της Εύας!-  ώστε να μπορέσει να το εκθέσει δημόσια. Ο Ουτέρ δεν θα είναι ο μόνος άνδρας γυμνός που ζωγράφισε. Ο τεράστιος πίνακας της του 1914, Casting the Net , περιλαμβάνει τρεις γυμνούς άνδρες σε φυσικό μέγεθος, αντιστρέφοντας τους παραδοσιακούς ρόλους των φύλων, να είναι γυμνές οι γυναίκες και οι άνδρες να τις ζωγραφίζουν, ως αντικείμενα απροκάλυπτης λαγνείας. Ο Αντρέ Ουτέρ επιστρατεύτηκε στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Παντρεύτηκαν λίγο πριν φύγει για το μέτωπο. Τραυματίστηκε. Επέστρεψε και οικογενειακά μεταφέρθηκαν βόρεια της Λυών, για να αναρρώσει. Εκείνη τη χρονιά, η διάσημη παριζιάνικη γκαλερί Galerie Bernheim-Jeune εξέθεσε έργα της Σουζάν, του γιου της Μορίς και του συζύγου της Αντρέ. Μετά τον πόλεμο, όταν οι πωλήσεις των πινάκων τους αυξήθηκαν, η γκαλερί πρόσφερε στη μητέρα και στο γιο, ετησίως, την αστρονομική αμοιβή ενός εκατομμυρίου φράγκων για όλους τους μελλοντικούς πίνακές τους.

Ω! Πόσο ξεχωριστή!

Το τεράστιο εισόδημα από την γκαλερί επέτρεψε στη Βαλαντόν να κάνει ότι επιθυμούσε, κόντρα σε όλες της αντιλήψεις, φυσικά, της εποχής. Μια μέρα, πήγε όλα τα παιδιά της γειτονιάς στο τσίρκο. Κάποτε, πέταξε από το παράθυρο χαρτονομίσματα των 100 φράγκων για να τα πάρει ο κόσμος, που δεν ήταν τυχερός όσο η ίδια οικονομικά. Διαβόητη εκκεντρικότητα της, ήταν το είχε μια κατσίκα στο στούντιο της στη Μονμάρτρη, που την τάιζε με τα σκίτσα της, που δεν της άρεσαν. Συνέχισε να δημιουργεί τολμηρά έργα που έδειχναν τις γυναίκες ως αυτόνομα πλάσματα και κυρίαρχες της ζωής τους. Σε έναν από τους πιο διάσημους πίνακές της, το Μπλε Δωμάτιο, μια γυναίκα ξαπλώνει σε ένα κρεβάτι, σε μια εμφανή αντιδιαστολή, ιδεολογικής φύσης, με το Ολυμπία του Εντουάρ Μανέ . Αντί να βγάζει σεξουαλική διαθεσιμότητα και επιθυμία, δείχνει απόλυτα ικανοποιημένη από μόνη της. Ντυμένη με ριγέ πιτζάμες με ένα τσιγάρο να κρέμεται από τα χείλη της, δεν την ενδιαφέρει τι πιστεύει κανείς άλλος. Αντί να της φέρνει λουλούδια μια υπηρέτρια, έχει ένα σωρό βιβλία σε μια γωνιά. Πρόκειται για έναν πίνακα, φεμινιστικό μανιφέστο…

Η μοναξιά, το τέλος

Η Μαρί Κλεμεντίν, για λίγο, Σουζάν, για πάντα Βαλαντόν, που δεν εντάχθηκε σε κανένα κίνημα, που δεν τα είχε καλά με γκαλερίστες και κριτικούς, πικραίνονταν χωρίς να το παραδέχεται που οι πίνακες του γιού της, του Μορίς πουλιόντουσαν ακριβά και διατηρήσουν ένα κύριο εισόδημα για την οικογένεια, όσο περνούσε ο καιρός. Μέχρι την ηλικία των 70 ετών η υγεία της εξασθενούσε και έμπαινε για μεγάλα διαστήματα στο νοσοκομείο. Κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης στο νοσοκομείο, μια παλιά φίλη, η Λουσίλ Πάουελς, προσφέρθηκε να φροντίσει τον Μορίς. Σε σύντομο διάστημα ο Μορίς έγινε σφοδρός χριστιανός και παντρεύτηκε με την Λούσιλ. Η Βαλαντόν ένιωθε σαν να έχασε τον γιο της. Ζήλευε τη Λουσίλ και ανησυχούσε ότι την ενδιέφεραν μόνο τα χρήματα που είχε συγκεντρώσει ο Μορίς. Είναι, μόνη! Άλλωστε έχει χωρίσει από τα 60 της περίπου, με τον Ουττέρ, όσο και αν παραμένουν φίλοι. Ζωγραφίζει, λοιπόν και εκθέτει, περισσότερο από ποτέ. Το πρωί της 7ης Απριλίου 1938, ζωγράφιζε λουλούδια στο καβαλέτο της όταν έπαθε εγκεφαλικό και πέθανε. Τάφηκε δίπλα στη μητέρα της στο νεκροταφείο του Σεντ Κουίν στα βόρεια προάστια του Παρισιού. Όλοι οι ζωγράφοι της Μονμάρτης και αναμεσά τους ο Πάμπλο Πικάσο, παρευρέθηκαν στην κηδεία της αποδίδοντας τιμή σε μια ξεχωριστή γυναίκα, φτιαγμένη από τέχνη για τέχνη.

… μετά από εκείνην

Ο γιος της έγινε ένας από τους διασημότερους ζωγράφους της Μονμάρτης. Το 1928, η γαλλική κυβέρνηση του απένειμε μέγιστη τιμητική διάκριση, τον Σταυρό της Λεγεώνας του Ονείρου. Σ όλη του τη ζωής του, έμπαινε και έβγαινε σε ψυχιατρικά άσυλα, παλεύοντας με τις εξαρτήσεις, την κατάθλιψη και την μανία. Σήμερα, εκεί που γεννήθηκε και έζησε, οι τουρίστες βρίσκουν πολλούς από τους πίνακές του σε ταχυδρομικές κάρτες, με θέματα πάντα τους δρόμους και τη ζωή στη Μονμάρτη. Αν και είχε ευαίσθητη πάντα υγεία, έζησε μέχρι τα 70 του, πέθανε από μια πνευμονική νόσο και θάφτηκε στο Κοιμητήρι του Σαντ Βινσέτ, στην -που αλλού;- αγαπημένη του Μονμάρτη, μακριά από τη μητέρα του. Στο πλευρό του ήταν μέχρι τέλους η αγαπημένη του Λουσίλ! O Αντρέ Ουτέρ, της γνωστής «καταραμένης τριάδας», λόγω των μεθυσιών, των τσακωμών και των παθιασμένων επανασυνδέσεων, που πήρε διαζύγιο με την Σουζάν, το 1934, πέθανε δέκα χρονιά μετα από εκείνη και τράφηκε, ακριβώς, δίπλα της.

Η σιωπή της Ιστορίας

Λόγω της συνδυασμένης ποιότητας των έργων τέχνης της και της πρωτοποριακής μεταχείρισης και αναπαράστασης του γυναικείου γυμνού, η Σουζάν Βαλαντόν αναγνωρίστηκε από τους καλλιτέχνες, από τότε, ως μία από τις σημαντικότερες γυναίκες ζωγράφους. Ως μούσα πολλών από τους πιο διάσημους ιμπρεσιονιστές, επίσης, με το πρόσωπο και την φιγούρα της στα έργα των σημαντικότερων καλλιτεχνών του 20ου αιώνα, είναι από τις πλέον επιδδραστικες μορφές της τέχνης, ενώ αποτέλεσε σημαντικό πρότυπο για τις επόμενες γενιές γυναικών καλλιτεχνών. Δεδομένης της προκατάληψης της δυτικής κουλτούρας για φετιχοποίηση του γυναικείου σώματος, το γυμνό αποτελεί δύσκολο είδος για τις γυναίκες καλλιτέχνες. Εκείνη μόνη της, κατάφερε να αμφισβητήσει το παραδοσιακό ανδρικό βλέμμα ηδονοβλεψίας. Σε ηλικία 67 ετών, ζωγράφισε τον εαυτό της, γυμνό, φορώντας μόνο ένα κολιέ, εξετάζοντας  αμείλικτα, όλες τις επιπτώσεις της γήρανσης. «Δεν μπορώ να κολακέψω με την τέχνη», είχε δηλώσει και αυτή η ακλόνητη ειλικρίνεια  στο έργο της, είναι που την κάνει τόσο μοναδική. Η Ιστορία για όλα αυτά δεν της χαρίστηκε. Την αποσιώπησε ως σπουδαία ζωγράφο. Έκανε το όνομα της να ξεχαστεί. Την υποβίβασε στη μνήμη ως «μοντέλο του Ρενουάρ» και  «μητέρα του Μορίς Ουτρίλο», ή «στενή φίλη του Τουλούζ-Λωτρέκ που πίνει τρελά αλκοόλ», ή «ερωμένη του Έρικ Σάτι». Όμως η Σουζάν Βαλαντόν, ήταν πάντα η πρωταγωνίστρια της ιστορίας της και ποτέ συμπληρωματική. Στάθηκε μόνης της μόνη της στη ζωή και στην τέχνη και όσο κι αν απ την εξουσία του παρελθόντος δεν της αναγνωρίστηκε είναι μια σπουδαία, μοναδικής αξίας, ζωγράφος.