Ο πιανίστας που συνέθεσε τραγούδια που έγραψαν την δική τους ιστορία, ο μουσικός που ταξίδεψε σε όλον τον κόσμο και πραγματοποίησε χιλιάδες εμφανίσεις είναι, το τελευταίο διάστημα, περισσότερο παρών από ποτέ στα εγχώρια, μουσικά πράγματα. Οι κατάμεστες εμφανίσεις του στην Σφίγγα και στις Γραμμές, παρέα με την μούσα του, Σοφία Μανουσάκη, η εμπνευσμένη μελοποίηση που έκανε σε ποίηση Καβάφη και έγινε χρυσός δίσκος, η μουσική για το θέατρο, αλλά και η αισιοδοξία του για την ζωή μετά την μάχη με τον καρκίνο αποδεικνύουν ότι ο Στέφανος Κορκολής ζει για την μουσική και υπογράφει επιτυχίες, ακόμα και αν-ή μήπως, επειδή ακριβώς;- πέρασαν ανεπιστρεπτί τα χρόνια της «απόλυτης δόξας».

– Ποιο ήταν το πρώτο κομμάτι που μελέτησες στο πιάνο και ποιο το πρώτο που συνέθεσες;
Όταν πρωτοκάθισα στο πιάνο, σε ηλικία πέντε ετών, έπαιξα. Μετά την πρώτη μου κινηματογραφική ταινία, που με πήγε ο πατέρας μου να δω (ήταν οι Ομπρέλες του Χερβούργου, ένα υπέροχο μιούζικαλ σε μουσική του Michel Legrand), η μητέρα μου με ρώτησε να της πω, πως μου φάνηκε η ταινία, καθότι ήταν, όπως προείπα, η πρώτη μου επαφή με το σινεμά. Της απάντησα πως μου άρεσε η μουσική και κάθισα στο πιάνο, όπου και την ερμήνευσα αυτούσια. Αυτή ήταν η αρχή της μουσικής μου διαδρομής. Το πρώτο κομμάτι, που συνέθεσα το είχα ονομάσει «Το ποταμάκι» και προέκυψε λίγες μέρες μετά το περιστατικό, που προανέφερα.

-Θα μπορούσες να ήσουν απλώς…τραγουδιστής;
Δεν θα μπορούσα, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν ήμουν ούτε είμαι τραγουδιστής. Απλά ερμηνεύω τα δικά μου κομμάτια με τον τρόπο, που ένας δημιουργός τα ερμηνεύει. Δηλαδή λιτά και απέριττα.
-Τι είναι αυτό ή αυτά που κάνουν ένα τραγουδιστή άριστο, κατά την άποψή σου;
Εκτός από τη φωνή, η οποία, πέρα από το είναι σωστή, πρέπει, κατά την άποψή μου πάντα, να έχει το δικό της ηχόχρωμα, η τεχνική κατάρτιση. Το ιδανικό, δε, θα ήταν να υπάρχουν και ανάλογες μουσικές σπουδές, τουλάχιστον οι στοιχειώδεις γνώσεις, να μπορεί δηλαδή να διαβάσει το κλειδί του σολ ή το κλειδί του φα σε μια παρτιτούρα. Εάν υπάρχουν σπουδές φωνητικής και ορθοφωνίας, τότε θα έλεγα πως φθάνουμε στο «λίαν καλώς». Το άριστα θα το έδινα, αν όλα τα προηγούμενα συνδυάζονταν μ’ έναν σοβαρό και ακέραιο χαρακτήρα. Μάλλον ζητάω πολλά μου φαίνεται, εκτός λίγων εξαιρέσεων!

-Εκτός από την συνάντησή σου με τους κορυφαίους Vladimir Horowitz και Astor Piazzola και την σύμπραξή σου με τον Μίκη Θεοδωράκη, ποια άλλη επαφή σου με κάποιον καλλιτέχνη αντίστοιχου βεληνεκούς έχεις θεωρήσει κομβική;
Σίγουρα αυτή, με τον ίσως σπουδαιότερο του 20ου αιώνα τενόρο Alfredo Kraus. Μου τον «σύστησε» ο Μάριος Φραγκούλης, ο οποίος υπήρξε, αν δεν κάνω λάθος, μαθητής του. Ο Μάριος του μίλησε για μένα κι εγώ του έστειλα μελοποιημένο ένα σονέτο, από τα σονέτα «Του Σκοτεινού Έρωτα» του F.G. Lorca. Ενθουσιάστηκε και μέσα σε μία εβδομάδα βρέθηκα στο σπίτι του, στη Μαδρίτη, όπου αρχίσαμε να προετοιμάζουμε ένα cd βασισμένο στα σονέτα, που προανέφερα. Σ’ αυτήν τη δουλειά θα συμμετείχαν εκτός από τον Alfredo Kraus και η σπουδαία Teresa Berganza και φυσικά ο αγαπημένος μου Μάριος Φραγκούλης. Δυστυχώς η λευχαιμία πήρε από κοντά μας αυτόν τον υπέροχο καλλιτέχνη και άνθρωπο και έτσι δεν προλάβαμε να ολοκληρώσουμε αυτό το έργο. Κρατάω τις υπέροχες στιγμές μαζί του σαν πολύτιμο φυλαχτό.

-Τι θα σου μείνει από τις εμφανίσεις στην Σφίγγα και τις Γραμμές οι οποίες υπήρξαν πραγματικά κατάμεστες; Περίμενες 12 sold out σερί;
Αυτό που κυρίως περιμένω είναι πρωτίστως να αρέσει η δουλειά, που παρουσιάζω. Βέβαια, πάντα η επιβράβευση της δουλειάς σου, σε γεμίζει ικανοποίηση και χαρά, όταν, δε, αυτό συνοδεύεται και από πληρότητα του εκάστοτε χώρου, με χαροποιεί ακόμη περισσότερο, διότι, κατά κάποιο τρόπο, οι ιδιοκτήτες και οι εργαζόμενοι μένουν και αυτοί ευχαριστημένοι. Άρα όλοι καλά – όλα καλά. Εν τω μεταξύ, η μετάβαση από την μία μουσική σκηνή στην άλλη έγινε τόσο ομαλά, που δεν κατάλαβα καν πως υπήρξε. Ίδια αγάπη, ίδιο κέφι, ίδια αισθητική ακροατών. Χώροι ερωτεύσιμοι…
-Τι άλλο, εκτός από το πιάνο σου, δεν θα άντεχες να στερηθείς στην ζωή σου;
Τους πολύ λίγους δικούς μου ανθρώπους, που έχω στη ζωή μου και τους υπεραγαπάω.

-Από τον Σάκη Ρουβά, στον Μητροπάνο, από την Μαρία Δημητριάδη, στην Μαρινέλλα και από την κλασική μουσική στην ποπ και την έντεχνη, είσαι ένας από τους ελάχιστους, αν όχι ο μόνος, Έλληνες δημιουργούς που έχουν επιτύχει αξιοσημείωτες ακροβασίες μεταξύ ειδών και συνεργατών, για να μην αναφερθούμε και στην κλασική μουσική. Το επιδίωξες; Και σε ποιες περιπτώσεις υπήρξες “περισσότερο Κορκολής”;
Δεν επεδίωξα κάτι, απλά από μικρός δεν είχα παρωπίδες. Ό,τι μου άρεσε μουσικά, το αγκάλιαζα, χωρίς να σκέπτομαι τις τυχόν επιπτώσεις προς σ’ ένα ακαδημαϊκού τύπου ακροατήριο. Άλλωστε θυμάμαι πως όταν ήμουν πολύ μικρός και έπαιζα κάτι κλασικού ρεπερτορίου στο πιάνο (να ακόμη μια μουσική μου ιστορία), μπήκε στα κρυφά μία φωνή, προφανώς από ένα ραδιόφωνο κάπου εκεί στη γειτονιά. Τότε ρώτησα τη μητέρα μου τι είναι αυτό που ακούω. Εκείνη μου είπε «ο Μητροπάνος, σου αρέσει;» Απάντησα πολύ. Και έμελλε αυτό το πολύ να καθορίσει μελλοντικά ένα σημαντικό και μεγάλο κομμάτι της πορείας μου ως τραγουδοποιό. Σίγουρα πάντως νιώθω πιο πολύ ο εαυτός μου, όταν συνθέτω ορχηστρικά και συμφωνικά κομμάτια, άσχετα αν μένουν στο περιθώριο. Άρα για να επανέλθω στην ερώτηση, ναι, μεν, διαφορετικά είδη αλλά πάντα με γνώμονα την κοινή αισθητική των τραγουδιών και ναι, μεν, διαφορετικοί σε είδος ερμηνευτές αλλά με γνώμονα πάντα την ψυχική επαφή μου μαζί τους.

-Πώς αισθάνθηκες την πρώτη στιγμή κατά την οποία έμαθες ότι επρόκειτο να παλέψεις με τον καρκίνο; Φόβο, θλίψη; Και σε σχέση με αυτό, πώς είσαι σήμερα;
Οργή, θα έλεγα. Κυρίως με τον εαυτό μου για την αμέλεια και την μη φροντίδα του οργανισμού μου. Με άλλα λόγια ή μάλλον μονολεκτικά τσιγάρο! Με κατέστρεψε, ήταν καθαρά η αιτία. Τώρα το αντιμετωπίζω με ψυχραιμία και με συχνές επισκέψεις στο γιατρό μου, προχωρώντας τη ζωή μου με συγκρατημένη αισιοδοξία.

-Πώς συγκρίνεις την σημερινή σου φάση με εκείνη της “απόλυτης δόξας”; Έχεις αναφέρει ότι ούτε που θες να θυμάσαι εκείνες τις εποχές…
Δεν είναι ακριβώς έτσι απόλυτο. Θυμάμαι με νοσταλγική και χαρούμενη διάθεση τα όμορφα εκείνης της περιόδου. Αλλά μέχρι εκεί. Σαν να ανατρέχεις σε κάποιο μικρό κεφάλαιο ενός βιβλίου, που είχε ενδιαφέρον. Σίγουρα προτιμώ την σημερινή μου φάση, όπως λες κι εσύ, κι αυτό διότι είναι πολύ συγκεκριμένα και συνειδητοποιημένα τα πράγματα. Απευθύνομαι σ’ έναν πυρήνα ανθρώπων, που τους αρέσει η μουσική μου συνειδητά κι όχι επειδή είμαι στη μόδα, όπως τότε. Άλλωστε κάποια τραγούδια, που είχα γράψει και ερμηνεύσει εκείνη την περίοδο, έχουν ισχυρό air play ακόμη στα ραδιόφωνα, κάτι που σημαίνει πως δεν ήταν εφήμερα «popάκια» κατά τα τότε λεγόμενα, αλλά κατόρθωσαν να περάσουν τις πιο σκληρές εξετάσεις, αυτές του χρόνου. Άρα, σε συνδυασμό με αυτά που κάνω τώρα, μου δημιουργούν μια καλλιτεχνική επάρκεια, που έχει σαν αποτέλεσμα να νιώθω όμορφα, όσον αφορά τον εαυτό μου. Προτιμώ να βιώνω την αποδοχή του πυρήνα παρά την απόλυτη δόξα, που σου προσφέρει η συγκυρία πραγμάτων, όπως τότε.

-Από την Γαλλία στην Ελλάδα και ύστερα πάλι έξω…Σήμερα, Ελλάδα ξανά. Πώς μοιάζει αυτού του είδους ζωή, μια ζωή με πατρίδα και έδρα ουσιαστικά την μουσική και την μουσική σου;
Ισχύει όπως πολύ όμορφα το έθεσες. Έδρα, όπου με πάει η μουσική. Ατελείωτες ώρες σε αεροπλάνα και τρένα, εναλλασσόμενες εικόνες, διαφορετικοί άνθρωποι και κουλτούρες, ενδιαφέρον και κουραστικό ταυτόχρονα, διότι δεν σου μένει χρόνος να γευτείς όλες αυτές τις παραστάσεις/εικόνες.
Παρίσι, η πόλη, που ανδρώθηκα μουσικά.
Βερολίνο, η πόλη, που τολμάει και τόλμησα καινούρια μουσικά πράγματα.
Πράγα, η αναβίωση του παραμυθιού και των ήχων της κλασικής μουσικής.
Αγία Πετρούπολη, μεγαλείο.
Ρίο ντε Τζανέιρο, η «επιτομή της τρέλας», υπέροχο ακροατήριο.
Αθήνα, η πόλη, που γεννήθηκα, οι αναμνήσεις μου, το τώρα ίσως το αύριο μέχρι τέλους. Η μουσική πάντα στο πρωταγωνιστικό ρόλο αυτού του ταξιδιού.

-Ο έρωτας και το σεξ πόσο σημαντικό ρόλο έχει υπάρξει για την ζωή σου και την διαμόρφωση της προσωπικότητάς σου;
Ο έρωτας, που αφορά όχι μόνο στις προσωπικές ερωτικές σχέσεις αλλά γενικότερα σαν έννοια, είναι καθοριστικός παράγοντας για τη ζωή όλων μας πιστεύω. Ο έρωτας δονεί τις χορδές της ψυχής και του μυαλού μας. Εκκρίσεις – εκρήξεις στο μέσα μας, μας οδηγούν στη δημιουργία.
-Και η ποίηση; Ο Καβάφης, ας πούμε…
Ο Κ.Π. Καβάφης, δεν είναι «ας πούμε…» για μένα. Είναι ό, τι πιο σημαντικό έχω κάνει μέχρι σήμερα, στο δικό μου ζύγι. Η ενασχόλησή μου με το έργο και την ψυχή αυτού του τεράστιου ποιητή για τρία χρόνια ασταμάτητα με άλλαξε ριζικά. Τις μελοποιήσεις μου τις έκριναν ή και θα τις κρίνουν. Η ψυχή μου, όμως, αναστηλώθηκε χάρη σε αυτήν την μεγαλοφυΐα. Η αποδοχή του εγχειρήματος από σημαντικούς ανθρώπους και το γεγονός ότι το ποίημα «Ένας γέρος» συμπεριλήφθηκε στις Playlists των ραδιοφώνων, με χαροποίησε ιδιαίτερα.

-Τι αισθάνεσαι περισσότερο; Σολίστ ή συνθέτης; Έχεις γράψει εκατοντάδες τραγούδια, αλλά έχεις πραγματοποιήσει και χιλιάδες εμφανίσεις σε Ελλάδα και εξωτερικό…
Πλέον πάνε μαζί. Αυτό διότι σαν σολίστ, ερμηνεύω δικά μου πλέον κατά κύριο λόγο έργα. Αυτές οι δύο έννοιες δεν έχουν να κάνουν με τα τραγούδια, που γράφω. Όταν γίνομαι τραγουδοποιός, είναι διαφορετικό το συναίσθημα, που με εκφράζει. Είναι πιο άμεσο, χωρίς, όμως, να στερείται γνώσης. Πάντως οι συναυλίες μου στο εξωτερικό αφορούν το συνθετικό μου έργο και όχι αυτό του τραγουδοποιού. Αισθάνομαι μουσικός, το μουσικός εμπεριέχει όλες αυτές τις ιδιότητες.
-Ποια είναι η σχέση που οφείλουν να έχουν ένας συνθέτης και ένας στιχουργός; Ποια δημιουργία από τις δύο προηγείται συνήθως στις δικές σου συμπράξεις;
Παλαιότερα υπήρχαν οι λεγόμενες καλώς εννοούμενες παρέες, ποιητές, μουσικοί, εικαστικοί, αντάλλασσαν απόψεις στα καφέ της Φωκίωνος Νέγρη, της Πανεπιστημίου, της πλατείας Βικτωρίας και άλλων τότε πανέμορφων περιοχών. Πρέπει να ήταν όμορφα, αν κρίνουμε από τα διαμαντένια έργα, που προέκυπταν. Μετά λιγόστεψαν οι παρέες και άλλαξαν οι ισορροπίες. Πιο μετά άρχισαν οι εμπορικές σχέσεις, μαζί με τις δημόσιες σχέσεις, άρα η μαγεία χάθηκε. Προσωπικά υπήρξα τυχερός, διότι ξεκίνησα τη συνεργασία μου, στον τομέα τραγούδι, μ’ έναν υπέροχο και υπερταλαντούχο άνθρωπο, τον ποιητή/στιχουργό Παρασκευά Καρασούλο. Φτιάξαμε τη δική μας παρέα, παρέα δύο ατόμων. Μία σχέση αγάπης και αλληλοσεβασμού, που κατέληξε σε μία αέναη φιλία. Το «Μαγικό κλειδί» με την αείμνηστη Μαρία Δημητριάδη. Η «Παλίρροια» με ερμηνεύτρια την αγαπημένη Δήμητρα Γαλάνη. Μαζί με αυτά και το «Λες και είσαι νύχτα», που ήταν η πρώτη ερμηνευτική μου απόπειρα, χωρίς ιδιαίτερη απήχηση. Μετά, η Ιφιγένεια Γιαννοπούλου, η Εύη Δρούτσα, ο Π. Φαλάρα, ο Β. Κωνσταντινίδης, ο Β. Μαστροκώστας και πολλοί άλλοι αγαπημένοι, εκείνο τον καιρό και κάποιοι ακόμη και σήμερα. Φιλικές πάντα οι σχέσεις, έτσι πρέπει να είναι. Δύο άνθρωποι δημιουργούν κάτι, μια ιστορία με νότες, που έχει σκοπό να συγκινήσει το λιγότερο. Ρεβέκκα Ρούσση, Νίκος Μωραΐτης, Γιώργος Παυριανός, οι σημερινοί συνεργάτες και φίλοι μου, η σημερινή μου «παρέα».

– Και ποια η σχέση του κοινού με τον μουσικό, τον τραγουδιστή, τον performer που βρίσκεται επί σκηνής με το έργο να ψυχαγωγήσει;
Αμφίδρομη. Ο επί σκηνής οφείλει να ξεκινήσει και να συντονίσει την «συνομιλία» με τον κόσμο, ώστε να δημιουργηθεί μια οικεία ατμόσφαιρα. Τουλάχιστον όσον αφορά εμένα, αυτό κάνω. Η αμεσότητα, η γλυκύτητα, σε συνδυασμό με την επιλογή των τραγουδιών (αναφέρομαι σε μουσικές σκηνές) είναι τα συστατικά, που εξαφανίζουν τις αποστάσεις μεταξύ μας και έχει σαν αποτέλεσμα να γινόμαστε ένα. Είναι πολύ σημαντικό να γνωρίζεις να «διευθύνεις» τις διαθέσεις και να κατευθύνεις τον κόσμο στο πότε πρέπει (μιλώ με μουσικούς όρους) να κάνει piano και πότε forte.

-Ποια είναι τα συστατικά εκείνα από τα οποία πρέπει να αποτελείται μια μουσική παράσταση για να την απολαύσεις με την καρδιά σου;
Τίποτε λιγότερο και τίποτε περισσότερο από ένα μεστό πρόγραμμα με καινούργιες ενορχηστρώσεις σε ήδη πολυακουσμένα τραγούδια, αυτοσχεδιασμούς, συνομιλία με τον κόσμο και το κυριότερο να είσαι αληθινός και άμεσος.
Πώς προέκυψε η συνεργασία με την παραγωγή της παράστασης “Ο Δρόμος Περνά από Μέσα”; Τι διαδικασίες ακολούθησες για να ντύσεις μουσικά το κείμενο του Καμπανέλλη, αλλά και την συγκεκριμένη δραματουργική προσέγγιση;
Το έργο «Ο δρόμος περνά από μέσα» δεν το γνώριζα, παρόλο που η σχέση μου με τον Ιάκωβο Καμπανέλλη ξεκινά από τα μαθητικά μου χρόνια, όταν σε μια σχολική θεατρική παράσταση μου ζητήθηκε να ερμηνεύσω το ρόλο του Στράτου, από την Αυλή των Θαυμάτων. Η παράσταση, στην οποία είχα γράψει και τη μουσική, έγινε, ενώπιον του ίδιου του Ιάκωβου Καμπανέλλη, ο οποίος με συνεχάρη τότε για τη μουσική μου και όχι για το υποκριτικό μου ταλέντο! Φυσικά, στην πορεία του χρόνου, βρέθηκα πολλές φορές κοντά στο έργο του, με αποκορύφωμα την υπέροχη «εμπλοκή» μου στην Μπαλάντα του Μαουτχάουζεν, την οποία μετέγραψα, κατόπιν προτροπής του ίδιου του συνθέτη Μίκη Θεοδωράκη, για φωνή και πιάνο. Όταν, λοιπόν, ο θεατρικός παραγωγός Κώστας Λαζόπουλος μου τηλεφώνησε, για να μου προτείνει να γράψω την μουσική για το συγκεκριμένο έργο, η χαρά μου ήταν απερίγραπτη. Πολύ περισσότερο, όταν έμαθα και ποιοι θα έπαιζαν (Ρούλα Πατεράκη, Πέρης Μιχαηλίδης, Κωνσταντίνα Κλαψινού, Πάρις Θωμόπουλος, Αλέξανδρος Βάρθης), σε σκηνοθεσία του βραβευμένου με το βραβείο Κάρολος Κουν Χρήστου Σουγάρη. Εάν σε όλο αυτό προσθέσουμε το συγκλονιστικό σκηνικό της Ελένης Μανωλοπούλου και τις φωτιστικές παρεμβάσεις του Γιάννη Δρακουλαράκου, ένιωσα πως είχα μπροστά μου όλα τα «στοιχεία», για να αναμετρηθώ μαζί τους. Ο Σουγάρης ενήργησε σαν μαέστρος ορχήστρας και νομίζω πως το τελικό αποτέλεσμα μας έχει δικαιώσει πλήρως. Θα μείνω σε μία φράση, που μου είπε κάποιος πολύ γνωστός του θεατρικού χώρου «πως είναι σαν να παρακολουθείς μονταρισμένη στην εντέλεια κινηματογραφική ταινία».

Πράγματι, διαπίστωσα βλέποντας την παράσταση ότι η μουσική είναι, από την μια πλήρως ενταγμένη στην παράσταση και από την άλλη έχει κάτι το αυτόφωτο, θα μπορούσε να σταθεί ανεξάρτητα.
Ουσιαστικά η μουσική μου, όπως και το σκηνικό -μια υπέροχη μικρογραφία ενός νεοκλασικού με την παραμικρή λεπτομέρεια- είναι δυο επιπλέον ρόλοι στον ήδη υπάρχοντα θίασο. Νιώθω πανευτυχής όταν γράφω μουσική που ντύνει εικόνες, πόσο μάλιστα, όταν συνεργάζομαι με τόσο ταλαντούχους ανθρώπους. Όσον αφορά στις διαδικασίες, που ακολούθησα, ήταν πολύ συγκεκριμένες κι αυτό γιατί η ταύτιση ιδεών, μεταξύ εμού και του σκηνοθέτη, ως προς το πώς θα είναι η μουσική, ήταν απόλυτη. Ουσιαστικά, όλη η μουσική βασίζεται σ’ ένα πειραγμένο πιάνο και στον ήχο που δημιουργεί το σαράκι, όταν τρώει τα ξύλα. Και για να μην φανεί περίεργο, σε όσους δεν γνωρίζουν το έργο, ο ήχος από τα σαράκια είναι κομβικό στοιχείο της παράστασης. Στο τέλος, δε, του έργου ασυναίσθητα, μου προέκυψε ένα τραγούδι (μην πάει ο νους σου στα γνωστά τραγούδια μου) και μάλιστα με αγγλικό στίχο, το οποίο έχει δεχτεί πολύ όμορφες κριτικές και έχει θεωρηθεί σαν μεγάλη έκπληξη. Εύχομαι και επιδιώκω να μου δίνονται περισσότερες ευκαιρίες σαν κι αυτή.

-Έχεις αισθανθεί ποτέ χειροπιαστά ότι άλλο είναι η ευτυχία και άλλο η επιτυχία;
Είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Η επιτυχία μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να σου δημιουργήσει το συναίσθημα της ευτυχίας αλλά είναι μια «ευτυχία» συνήθως εφήμερη και σίγουρα με πολλά ρίσκα. Η πραγματική ευτυχία είναι αυτή που σου δημιουργούν τα αληθινά συναισθήματα και όχι τα αποτελέσματα της δουλειάς σου.
-Πώς πίνεις τον καφέ σου; Ποιο είναι το ποτό σου;
Σκέτο τον καφέ. Το ποτό μου… είναι ανθρακούχο νερό με πάγο και λεμόνι!
-Ποια είναι η πιο κακή σου συνήθεια που δεν μπορείς να κόψεις;
Ήταν το τσιγάρο και το έκοψα.
-Ποιο είναι το όνειρο εκείνο που δεν έχεις πραγματοποιήσει ακόμα;
Το να γράψω μουσική για ένα μιούζικαλ!

