Ρε Μινόρε και Σπαλομπριζόλα ή 5 καλλιτέχνες παίρνουν θέση

ΑΠΟ ΤΗΝ ΓΕΩΡΓΙΑ ΔΡΑΚΑΚΗ

Κοψίδια μετά μουσικής, αγχωμένα πάλκα απέναντι σε αδηφάγα μάτια και αυτιά που θέλουν σε μια νύχτα να χορτάσουν από φαγητό, ποτό, παρέα και μουσική. Οι μουσικοί είναι καλλιτέχνες ή διασκεδαστές; Σε ποιο σημείο παύει να ισχύει το «ο πελάτης έχει πάντα δίκιο» και ποια είναι η θέση που πρέπει να κρατήσουν οι επιχειρηματίες; Πέντε εργαζόμενοι στα αθηναϊκά –και όχι μόνο- ρεμπετολαϊκά πατάρια απαντούν και δίνουν την δική τους οπτική πάνω σε αυτό το ζήτημα που συχνά περνάει στα ψιλά γράμματα γιατί «έτσι είναι τώρα, τι να κάνουμε;»…                                                                                                                   

Χαρούλα Τσαλπαρά, πιάνο/ακορντεόν-φωνή

«Το να λειτουργείς ως μουσικός μέσα στα πλαίσια του πανάρχαιου θεσμού της ταβέρνας έχει πολλές πλευρές, θετικές κι αρνητικές. Θετικές γιατί είναι μια χρυσή ευκαιρία να εξασκήσει ο καλλιτέχνης πολλές μουσικές και μη δεξιότητες, όπως το να βελτιώσει το ρεπερτόριο του, την απόδοσή του, τα αντανακλαστικά του, καθώς και την επικοινωνία του με το κοινό. Αρνητικές γιατί σίγουρα αυτό φτάνει μέχρι ένα σημείο, κι ένας μουσικός που θέλει και προσπαθεί να γίνεται καλύτερος σίγουρα δεν μπορεί να αρκεστεί σε αυτό. Ο θόρυβος από τις φωνές και τα πιρούνια μπορεί να είναι σωτήριος, μπορεί να’ ναι και μαρτύριο. Η ύπαρξη της ταβέρνας και μόνο που υπάρχει αδιάλειπτα τόσους αιώνες σχεδόν με την ίδια μορφή σαν ένας  χώρος που μπορεί κανείς να ευχαριστήσει περισσότερο από μία αισθήσεις, σαν ένα συνολικό πακέτο, δεν μπορεί παρά να εμπνέει το σεβασμό στο μουσικό που δρα μέσα σε αυτή γνωρίζοντας ότι με τον ίδιο τρόπο έχουν υπάρξει γενιές πριν από αυτόν στον ίδιο χώρο με τον ίδιο τρόπο. Στην εποχή μας είναι τόσα τα ερεθίσματα κι ο καταιγισμός της πληροφορίας, που οι άνθρωποι επισκέπτονται τέτοιου είδους χώρους, έχοντας την ανάγκη περισσότερο να βρεθούν, να μιλήσουν και να αλληλεπιδράσουν μεταξύ τους, ενώ η μουσική στην πλειονότητα των περιπτώσεων αν δεν έχει υπερβολική ένταση τοποθετείται αναγκαστικά σε δεύτερο πλάνο, κάτι που συμβαίνει κι εκτός ταβέρνας ( η μουσική υπάρχει σαν χαλί των αυτιών μας σχεδόν παντού, στο σπίτι, στη δουλειά, στο αυτοκίνητο, στο σουπερμάρκετ, στο μετρό, κάτι που κάνει την ησυχία πράγμα αληθινά δυσεύρετο αν προσθέσουμε σε όλο αυτό και τους θορύβους της πόλης). Όποτε μάλλον βρισκόμαστε σε ένα στάδιο επαναπροσδιορισμού, παλιών θεσμών και τρόπων σκέψης μέσα σε εκ διαμέτρου αντίθετες και ριζικά καινούργιες συνθήκες».

Βαγγέλης Παπαστάμου, κρουστά

«Σχεδόν 30 χρόνια που κάνω αυτή την δουλειά. Στις πρόβες που μπορεί να κάνω εγώ ένα μήνα ένα πρόγραμμα και να σκέφτομαι και την τελευταία λεπτομέρεια στον ήχο, στο πιάνο φόρτε, στο χρώμα που θέλει ο μαέστρος κι ενώ είναι όλα τέλεια, ξάφνου έρχεται ο κόσμος! Ένας κόσμος που καλείται να ακούσει και να χειροκροτήσει ή να αποδοκιμάσει την προσπάθεια ενός μήνα και ίσως περισσότερο καθημερινών προβών… Τότε, ενώ περιμένεις χειροκρότημα ακούς μια παρέα να φωνάζει και να γελάει γι’ άσχετα πράγματα ή να χαζεύει τα κινητά και  αναρωτιέσαι : έχει πληρώσει κάποιος έναν σκασμό λεφτά στον μετρ για να βρει τραπέζι, έχει εν γνώσει του επιλέξει να δει αυτό το πρόγραμμα που ξέρει ότι περιέχει και  κάποια ονόματα με κάποια ποιότητα, κι όμως βρίσκει την ώρα να κάνει οτιδήποτε άσχετο εκείνη ακριβώς την ώρα; Πραγματικά δεν ξέρω πώς σκέφτονται κάποιοι! Αν μη τι άλλο, πρέπει να σέβεσαι τον χώρο που είσαι, τον καλλιτέχνη και το πρόγραμμα που κάποιοι μόχθησαν για να στο παρουσιάσουν …Προσωπική μου άποψη; Αν θες να κάνεις το κέφι σου και να χαλαρώσεις, δεν επιλέγεις ένα μαγαζί με πρόγραμμα πας σε ένα χώρο που παίζει ραδιόφωνο».

Αθηνά Λαμπίρη, κιθάρα- φωνή

«Κανείς δεν έχει πάντα δίκιο, ούτε ο πελάτης. Ο μουσικός μπορεί να είναι και καλλιτέχνης και διασκεδαστής. Η μία ιδιότητα δεν αναιρεί την άλλη. Τώρα, αν μπορεί να κάνει υψηλή τέχνη την ώρα που δίπλα του κάποιος τρώει μπριτζόλα αυτό είναι μια άλλη κουβέντα. Το φαγοπότι, η φασαρία και η ζωντανή μουσική στην ταβέρνα είναι κάτι που υπάρχει πολλές δεκαετίες σ’ αυτήν την χώρα. Πριν και μετά τον ηλεκτρικό ήχο. Αυτό που πρέπει να αντιμετωπίσουμε εμείς οι σημερινοί μουσικοί που παίζουμε και σε τέτοια “πατάρια” είναι μία νέα τάξη πραγμάτων. Για την ακρίβεια, βιώνουμε την μεταβατική περίοδο, πριν τη νέα τάξη πραγμάτων. Πελάτες που δεν έχουν την δυνατότητα να πάνε σε μεγάλες πίστες, με μεγάλες εντάσεις και έχουν συνηθίσει σε άλλους είδους διασκέδαση με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Άνθρωποι που έρχονται και κλείνουν πρώτο τραπέζι, αλλά έχουν μόνο μια μέρα να βρεθούν, να τα πουν, να αποφορτιστούν, να γελάσουν και συχνά ξεχνάνε τους τρόπους τους. Κάμερες που ανοίγουν ανά πάσα στιγμή (κάτι που είναι και καλό και κακό) αλλά μη γελιόμαστε, από τη στιγμή που θα μπει η οθόνη ανάμεσα στο μάτια και τη ζωντανή performance υπάρχει αυτόματη αποσύνδεση. Ο εκάστοτε καμεραμάν μπαίνει σε άλλη διάσταση πια. Και να μην ξεχνάμε και τον συνεχή βομβαρδισμό πληροφορίας και θεάματος, όπου πια με μερικά κλικ μπορείς να δεις ό, τι θες. Ό, τι θες όμως… Απ΄ την άλλη πλευρά, ένα μεγάλο μέρος των χώρων που βάζουν ζωντανή μουσική, δεν έχουν ξαναβάλει στο παρελθόν, δεν έχουν εμπειρία από την διαδικασία της ζωντανής μουσικής, δεν έχουν ιδέα γιατί βάζουν ζωντανή μουσική και συχνά δεν τους ενδιαφέρει καν να μάθουν πώς η ζωντανή μουσική μπορεί να λειτουργήσει επικερδώς (όχι μόνο οικονομικά) για την επιχείρησή τους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα έναν αχταρμά γενικό που κανείς δεν ξέρει γιατί βρίσκεται εκεί που βρίσκεται και πώς να λύσει τα προβλήματα που προκύπτουν. Αν δει κανείς ένα από τα ατέλειωτα βιντεάκια που κυκλοφορούν θα δει συνήθως 2-3 άτομα να χτυπιούνται σαν τα χταπόδια στο “πάλκο” μπας και τους ακούσει κανείς. Από κάτω φωνασκούν ασυστόλως προσπαθώντας να ακούσει ο ένας τον άλλον, γιατί η μουσική που παίζει δίπλα τους “ενοχλεί”. Και το αποτέλεσμα είναι μία χάβρα δίχως αύριο. Παρ’ όλα αυτά, μιλώντας φυσικά για νορμάλ συνθήκες, πιστεύω πως η μεγαλύτερη ευθύνη στο πώς θα κινηθεί μία ζωντανή περφόρμανς, βρίσκεται στα χέρια του καλλιτέχνη. Όχι όλη, αλλά η μεγαλύτερη. Η “δουλειά” μου σαν καλλιτέχνης, είναι να συντονιστώ και να συνδεθώ! Με τον ίδιο μου τον εαυτό, μ’ αυτό που κάνω, με τον συνεργάτη μου και με τον κόσμο που έχει έρθει να με ακούσει, αλλά και να μη με ακούσει. Ο μαγαζάτορας μέχρις ενός σημείου μπορεί να θέσει κάποιες βάσεις και κάποια όρια. Ο “πελάτης” βγαίνει έξω για να περάσει καλά. Είτε αυτό το έξω λέγεται μεγάλη σκηνή, είτε λέγεται ταβερνούλα. Αυτό που εγώ προσωπικά βιώνω ως επιτυχία από μία βραδιά είναι να καταφέρω να κάνω αυτούς που παρευρέθηκαν να φύγουν ελαφρύτεροι. Σα να τα ‘παμε για 3-4 ώρες. Δεν είναι καθόλου εύκολο για τους περισσότερους από μας. Κάποιοι συνάδελφοι έχουν έμφυτο ταλέντο στο να αιχμαλωτίζουν την προσοχή. Πάντως, είναι εφικτό ακόμα και στην εποχή μας που όλοι σχεδόν πια έχουμε διαταραχή ελλειμματικής προσοχής».

Κώστας Έκι Τζινιόλης, μπουζούκι-φωνή

«Στην ερώτηση αν με ενοχλεί, όντας στο πάλκο, να ακούω τον κόσμο να μιλά δυνατά, να γελάει, να κάνει φασαρία, τέλος πάντων, η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί έτσι απλά. Σέβομαι εξίσου το πατάρι και την τέχνη μας με την ανάγκη του κόσμου που έχει έρθει για να διασκεδάσει. Θα ήταν πολύ όμορφο, η μουσική παιδεία στην Ελλάδα να ήταν πιο ανεπτυγμένη, ώστε οι πελάτες-ακροατές να καταλάβαιναν από μόνοι τους ότι, όταν πάμε σε έναν χώρο που έχει ζωντανή μουσική, σεβόμαστε και την μουσική και τον χώρο. Και σε συναυλιακούς χώρους που έχω παίξει, δεν έχω εντοπίσει ιδιαίτερο σεβασμό και αντίστοιχη διάθεση. Ο κόσμος, κατά βάση, θέλει να επικοινωνήσει μεταξύ του και αντιμετωπίζει τη μουσική ως χαλί, τελικά. Φυσικά, υπάρχουν και οι πολλές περιπτώσεις των ανθρώπων που, σε εμάς τους μουσικούς, δείχνουν όχι μόνο σεβασμό, αλλά και αγάπη.  Δεν θυμάμαι ποτέ μέχρι σήμερα να μου έχει τύχει μαγαζάτορας να επέμβει για να κάνουν ησυχία πελάτες. Πάντως, προσωπικά, δεν με ενοχλεί καθόλου να τραγουδάω και να παίζω όσο ο κόσμος τρώει. Θέλω πολύ να παίξω σε μουσική σκηνή, έχω την εντύπωση ότι εκεί το πάλκο και το κοινό γίνονται ένα, χωνεύονται πολύ όμορφα. Αυτό που δεν θα ξανακάνω, αν και καθόλου δεν το έχω μετανιώσει, είναι να παίξω «σκέτα», χωρίς ήχο δηλαδή. Εκεί, ο τρόπος να «φέρεις» την ηρεμία και να χαμηλώσεις την οχλαγωγία, είναι να χαμηλώσεις εσύ ο ίδιος πρώτα. Αν φωνάζεις και παίζεις στα τέρματα, το’ χασες, νομίζω».

Χριστίνα Λάμπρου, φωνή

«Δεν θεωρώ ότι αυτό που συμβαίνει στους χώρους εστίασης με μουσική είναι κάτι καινούργιο-ανέκαθεν, το φαγητό προδιέθετε για ομιλία και αλληλεπίδραση γύρω από ένα τραπέζι. Σε κανέναν καλλιτέχνη που βρίσκεται στο πάλκο και τραγουδά ή παίζει μουσική δεν αρέσει να ακούει φασαρία, να νιώθει ότι δεν τον σέβεται ή δεν τον ακούει κανείς… Όπως είναι γνωστό, πλέον η σύγχρονη εποχή χαρακτηρίζεται από έλλειψη ελεύθερου χρόνου που αυτό έχει ως αποτέλεσμα από την λαχτάρα του ο κόσμος να θέλει να μιλήσει, να χαρεί τους φίλους του, να περάσει καλά… να ξεχνάει κάπου αυτούς που συμβάλλουν για την διασκέδασή του (καλλιτέχνες). Εμείς αυτό το κατανοούμε αρκεί βέβαια να υπάρχει σεβασμό, ώστε να επέλθει η ψυχική ανύψωση και των δύο πλευρών, καλλιτεχνών και πελατών, δηλαδή. Μην ξεχνάμε γενικώς ότι οι καλλιτέχνες (τραγουδιστές, μουσικοί, ηθοποιοί, ζωγράφοι κλπ), όταν εκφράζουν τα συναισθήματά τους και τις ανησυχίες τους ή παρουσιάζουν τον κόσμο με μια άλλη οπτική, δεν είναι απομονωμένοι, αλλά επηρεάζονται κατεξοχήν από το περιβάλλον τους. Χρειαζόμαστε, εν ολίγοις, την προσοχή των ανθρώπων… Δεν ξέρω αν μπορώ να επιλέξω ανάμεσα σε ταβέρνα και μουσική σκηνή, έχω εργαστεί και νομίζω θα συνεχίσω και στις δύο αυτές κατηγορίες χώρων. Στη μουσική σκηνή, το πράγμα είναι πιο συμπαγές, εξ ου και το παρομοιάζω με το θέατρο. Τι εννοώ; Στην μουσική σκηνή, επειδή ο άλλος έχει έρθει για να ακούσει κάτι συγκεκριμένο, ό, τι του «δώσεις» θα το δεχθεί έτσι ή αλλιώς. Στην ταβέρνα, οι πελάτες έχουν τη δύναμη να αλλάξουν το σκηνικό, μέσα από το αν χορεύουν ή όχι, μέσα από τις παραγγελιές τους… Έχει άλλη διάδραση και ζεστασιά η ταβέρνα! Μαζί, φυσικά, με όλες τις δυσκολίες στις οποίες αναφέρθηκα και όχι μόνο…».

Το κείμενο, κάπως έτσι, έχει δημοσιευτεί στο περιοδικο «Η ΠΟΛΗ ΖΕΙ»