Ο μοναδικός κύριος Αποστολόπουλος στο μαγικό Μαρίνσκι της Αγίας Πετρούπολης

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΤΣΟΛΚΑ

Υεμένη, στη κορυφή των Ανδεων, Αλάσκα και στην άκρη των απόκοσμων φασματικών χρωμάτων του Σέλας, σε έναν πύργο στα βουνά των αθάνατων της Σκωτίας, ή στο Σιάτλ να βρέχει και να νυχτώνει αλλόκοτα. Στο Μπαλί, ναοί πολύχρωμοι, γυναίκες με σαρόγκ και καρέ, σκούρα μαλλιά, παραλίες σε έκρηξη χρωμάτων και άπειρες αποχρώσεις μπλε και πράσινου, που πόσο αδιανόητο είναι να υπάρχουν και εσύ να μην  τις υποψιάζεσαι καν. Κάπου στην έρημο με το κεφαλι του τυλιγμένο σαν βεδουίνος για κάποια γεωμετρική σε σχήμα, αμμοθύελλα. Και κάθε λίγο, ένας βράχος στο Αιγαίο που το μπλε του πληγώνει από διαύγεια και ηλεκτρισμό σχεδόν και αναγνωρίζεται ανάμεσα σ΄ όλα τα μπλε του κόσμου. Ο Νίκος Αποστολόπουλος, ο άνθρωπος με τις αρνήσεις και τις αντιφάσεις, ο εκκεντρικός ουσιαστικά και φυσικά και όχι εξεζητημένα, ο εχθρός των κοινοτοπιών, ο μποέμ, έχει μια ψυχή που προτιμά τις εμπειρίες απ’ την ιδιοκτησία και τα υλικά, αγοραία καταναλωτικά, αγαθά και ενώ -κι όμως!-ξέρει να εκτιμά τις θεότητες των μικρών πραγμάτων, να στολίζει κορμιά, να κάνει τέχνη από υφάσματα και σχήματα και χρώματα, να αναγνωρίζει την ποιότητα απ’ το θρόϊσμα, έχοντας στη δουλειά – τέχνη του, τις αισθήσεις του ακονισμένες, ώστε να αγγίζει, να βλέπει, να ακούει τον ήχο του υλικού, του ψαλιδιού, της σύστασης, να μυρίζει, ακόμα ακόμα την αυθεντικότητα, εκτιμά ως ζωή του, πως ταξίδεψε με τρένο, κρεμασμένος στο κενό και μετά έγινε πεζοπόρος ως τα 2.350 μέτρων για να δει ανατολή ενός πορτοκαλί σα στροβιλιζόμενου ήλιου, στο Μάτσου Πίτσου και να σταθεί στο κέντρο της Ιντιουατάνα,  «εκεί που ενώνει ο ήλιος», στον άσπρο γρανίτη, που οι Ινκας καθόνταν και μελετούσαν τα άστρα, κάτω απ’ τη σκιά του λαξεμένου στη πέτρα, προστάτη Κόνδορα. Ο Νίκος Αποστολόπουλος απ’ την Πάτρα, που έζησε χαϊδεμένο παιδί στα Ψηλά Αλώνια και έφηβος χόρεψε “τα πιο ωραία λαικά σε σπίτια με μωσαϊκά” των παλιών νέο κλασσικών των σταφιδέμπορων γύρω απ’ το Ρωμαϊκό ωδείο, ή σε μοντέρνα διαμερίσματα στην παραλία είναι εκείνος που μεγαλούργησε, ίσως μόνο αυτός από Ελληνες σχεδιαστές, στην Νέα Υόρκη. Από τη μια τέλειωσε την Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, βρέθηκε στο Παρίσι για να γίνει Διπλωματικός Ακόλουθος, έκανε δύο διδακτορικά στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο και στις Πολιτικές Επιστήμες στη Σορβόννη, διέπρεψε ως εργαζόμενος στα γραφεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Παρίσι, όταν του πρότειναν από το Υπουργείο Εμπορίου της Γαλλίας να αναλάβει τη Διεύθυνση στο Εμπορικό Επιμελητήριο. Διάλεξε να παίζει με τα σχήματα της κομψότητας του ανδρικού κορμιού, τα εσώρουχα και τα  αξεσουάρ ή τα αρώματα και ενώ η υψηλή του αισθητική τον κάνει γνώστη και φανατικό του ωραίου, μια τσιγγάνικη ψυχή, τον ευχαριστεί με φυγές και προβοκατόρικες ενστάσεις. Τη μια σου μιλά για το Ημερολόγιο του Αντρέ Ζιντ και την υπαρξιακή αιώρηση μεταξύ αυτοκυριαρχίας και απόλυτης ελευθερίας, σεβασμού στο παλιό και ανταρσίας, ασκητισμού και ηδονισμού και την άλλη συζητιέται για την άποψη του για τις επιλογές ζωής της Ελένης Μενεγάκη, ή ως καλεσμένος στην Αννίτα Πάνια, την ρωτά για την σεξουαλική της ζωή και το νέο της σύντροφο, ενώ θεωρεί πως αυτός έπρεπε να ‘χει παντρευτεί τον Καρβέλα!  

Ένας παλιός βιομηχανικός χώρος στην Ιερά Οδό έγινε ένα απίθανο σπίτι, που καλεί στο άδυτο του, λίγους καλούς φίλους που υποδέχεται ως οικοδεσπότης άλλων αρχοντικών εποχών της Κεντρικής Ευρώπης. Περπατάει στην πόλη, πετάγεται στην διπλανή του Ταινιοθήκη της Ελλάδος και παρακολουθεί αφιερώματα στον γαλλικό κινηματογράφο, φοράει μπέρτες και καπέλα,  κάποτε είναι δανδής και άλλοτε κοζάκος δίπλα σε έναν  θεωρητικό ήρεμο Ντον. Τώρα, μια φωτογραφία του στο facebook του τον δείχνει στη κρυσταλλική από πάγο Αγία Πετρούπολη, μπροστά απ’ την σκηνή του θρυλικού θεάτρου Μαρίνσκι, του αρχιτεκτονικού στολιδιού της πόλης, της κιβωτού του μπαλέτου, της όπερας, του πολιτισμού, όπου πρωτοακούστηκαν έργα Τσαϊκόφσκι, Ρίμσκι Κόρσακοφ και Μουσόρσκι, ενώ παραστάθηκε μοντέρνα και επαναστατικά η όπερα Μπόρις Γκουντούνοφ! Η σκηνή πίσω απ’ τον Νίκο Αποστολόπουλο που θυμίζει έναν σύγχρονο Οσκαρ Ουάιλντ στο στιλ, έχει αυλαία, όχι  βελούδινη,  κατακόκκινη, αιματί, αλλά χειροποίητες κουρτίνες, υφάσματα εκλεκτά και  σπάνια, άγρια μεταξωτά σε σπασμένο λευκό… Το μάτι μέσα στη βοή του ναρκισσισμού των social media, αργεί να συνηθίσει στο ημίφως της αυτόφωτης ωραιότητας. Ο Νίκος Αποστολόπουλος για άλλη μια φορά μας προβοκάρει, γελώντας με το συνηθισμένο της οπτικής μας και των  μικρών, κονσερβέ απολαύσεων μας. Αύριο θα ναι Αθήνα μάλλον και μεθαύριο, ποιος ξέρει; Ισως στη τροπική ζώνη να ανακαλύπτει ξύλινα έργα τέχνης ή στον Αμαζόνιο να κάνει μανιασμένο ακτιβισμό για τα δάση…