Ζούμε και βρισκόμαστε στην εποχή που τα social media διέπουν πλέον τη ζωή μας. Χρησιμοποιούνται ως πλατφόρμα προώθησής μιας επιχείρησης, μιας σκέψης, μιας προσωπικής ιστορίας και ένας χώρος ο οποίος ο καθένας εκφράζει την άποψη του με την ψευδαίσθηση μιας πολυτέλειας, με την ψευδαίσθηση ότι είμαστε σοβαροί, πνευματικοί ταγοί του τόπου, λαϊκοί δικαστές και συνάμα επαναστάτες. Με αυτό τον τρόπο, θα τραβήξουμε τα βλέμματα των υπολοίπων χρηστών και θα δημιουργήσουμε μια κουβέντα με σχόλια κάτω από την κεντρική δημοσίευση και με την δυνατότητα μάλιστα να διαγράψουμε, να επιβραβεύσουμε ή να αποδοκιμάσουμε με «αντιδράσεις» (προκαλεί μια προκατάληψη αυτό σε όσους πέφτουν πάνω σε μια δημοσίευση) τα σχόλια και τα πρόσωπα που τα κάνουν. Επίσης τα social media, μας δίνουν τη δυνατότητα να γίνουμε influencers (επηρεαστές δηλαδή), με οποιοδήποτε τρόπο, για οτιδήποτε πλασάρουμε, κυρίως τη ζωή μας (λες και είναι κάτι τρομακτικά σπουδαίο), ώστε να αποκτήσουμε followers (ακόλουθους) και να γίνουμε διάσημοι (για κάποιο λόγο) και να επηρεάσουμε τη ζωή εκείνων που μας ακολουθούν. Το επιστέγασμα δηλαδή της οικοδόμησης του ατομικού ναρκισσισμού. Άκρως δαιμονικό και καπιταλιστικό. Το επικίνδυνο εδώ είναι ότι κάποιος μπορεί να γίνει άτομο επιρροής αλλά χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η επιρροή που ασκεί είναι απαραίτητα ποιοτική και ουσιαστική, κάποιος δηλαδή μπορεί να γίνει «διάσημος» προσβάλλοντας ανθρώπους εν είδει αστεϊσμού, εξαγοράζοντας κυριολεκτικά ακόλουθους πληρώνοντας από την τσέπη του και «εξαγοράζοντας» ακόλουθους μέσα από διαγωνισμούς και δωρεάν παροχές κατόπιν κλήρωσης ή κατόπιν «μαραθωνίου», αφού θα πρέπει να κάνει κάποιος tag (ετικέτα) ένα σωρό άτομα ώστε να αποκτήσει αυτός λαό και ο συμμετέχων περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας (Εξίσου δαιμονικό και καπιταλιστικό).

Έχει δημιουργηθεί λοιπόν ένας μικρόκοσμος, ο οποίος είναι τόσο εικονικός και πλανευτής που σου δίνει την αίσθηση ότι δεν υπάρχει καμία επίπτωση από οποιαδήποτε δραστηριότητα εντός του. Οι χρήστες έχουν διαμορφώσει μια μάζα η οποία εμφορείται από άμεμπτη ηθική, υπεράσπιση των δικαιωμάτων κάθε μορφής μειονότητας, κράχτες του Αγίου Βαλεντίνου (σχεδόν ψυχαναγκαστικά μη κακολογηθούν από τους υπόλοιπους) και μοιάζουν σε όλα μεταξύ τους (εικόνες προφίλ, βιογραφικό, ατάκες, ), όπου μπορεί εκεί να αλληλοεπιδρούν, αλλά στον πραγματικό κόσμο υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να μη χαιρετηθούν καν. Γιατί; Γιατί πολλοί από αυτούς ενδεχομένως και να ντρέπονται για τις δραστηριότητες τους εντός των social. Η θετική πλευρά είναι ότι αυτή η μάζα, όταν τίθεται ένα πολύ σημαντικό ζήτημα στην επικαιρότητα (απόπειρα βιασμού, γυναικοκτονίες, οπαδική βία, αυθαιρεσίες εργοδοτών κλπ), αντιδρά άμεσα με εκτόξευση χολής και θυμωμένων προσώπων με αποτέλεσμα να δημιουργείται μια φωνή άκρως υπολογίσιμη, όπου μάλιστα παίζει καθοριστικό ρόλο στην τροπή των γεγονότων. Λείπει λοιπόν κάτι πάρα πολύ σημαντικό σε όλη αυτή την νέα κατάσταση, το μέτρο. Η υπερβολή, ως βασικό στοιχείο της κοινωνικής μας ιδιοσυγκρασίας είναι εμφανής και στα social με χαρακτηριστικό παράδειγμα το κάλεσμα μιας γυναίκας σε συγκέντρωση έξω από το σπίτι της οικογένειας που θρηνεί των χαμό τριών κοριτσιών σε τρία χρόνια για να λιντσάρουν τη μητέρα τους, η οποία υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να εμπλέκεται στον θάνατο των παιδιών της. Μήπως λοιπόν μέσα από τα social media επιδιώκουμε να λάβουμε τον νόμο στα χέρια μας; Μήπως δρούμε ανεξέλεγκτα και προβαίνουμε σε κατάχρηση του αγαθού; Μήπως θα πρέπει να δούμε, ότι αυτή η χρήση τους δηλώνει την απογοήτευση στους επίσημους θεσμούς των κυβερνήσεων, των οικονομικών συστημάτων και των δημοκρατιών; Μήπως εν τέλει η μάζα, να οργανωθεί, ώστε να εκφέρει έναν σοβαρό πολιτικό λόγο (αν μπορεί), χωρίς κραυγές και κατάρες; Ας απαντήσει ο καθένας μέσα του και κυρίως ας ληφθεί υπόψη η στάση των μαζών από του ιθύνοντες ώστε να βελτιώσουν την ποιότητα των πολιτικών και θεσμικών συστημάτων.

Ο Γιώργος Συμνιανάκης, γεννήθηκε στις 26/01/1994 και είναι φοιτητής του τμήματος φιλολογίας, στο ΕΚΠΑ. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα και έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές «Ηθική Αυτουργία», από τις εκδόσεις «Ανώνυμο Βιβλίό», το 2016 και «Ο τοξότης», από τις εκδόσεις «Όστρια» το 2018. Ποιήματα του έχουν δημοσιευθεί στα ηλεκτρονικά περιοδικά: «Homo Universalis», «fractal», «Μονόκλ», «ποιείν», «Με ανοιχτά βιβλία».

Στο κείμενο του Γιώργου χρησιμοποιήθηκαν εικόνες από έργα του Αμερικανού Kehinde Wiley, που η τέχνη του έχει, πάντα, ως θέμα του την απεικόνιση της ζωής των Αφρομαερικανών και συμπεριλήφθηκε στους 100 πιο επιδραστικούς ανθρώπους των ΗΠΑ, από το περιοδικό Time, το 2018. Ο καλλιτέχνης γεννήθηκε στο Λος Αντζελες, αλλά ζει και εργάζεται στη Νέα Υόρκη.

