Η πατρίδα είναι πολύ μακριά, ανάμνηση με ήλιο και πόνο αποχωρισμού και ένα αγκαθάκι να σου τρυπά την καρδιά σε κάθε ανάσα. Εδώ, ο νέος τόπος, η «γη των ελεύθερων», που πρέπει να ξεχάσεις και να μάθεις να ζεις σε άλλο καιρό, διαφορετικό ουρανό, να σκέφτεσαι και να μιλάς σ άλλη γλώσσα -και πως να πεις «σε πόνεσα», «σ αγαπάω», «να με θυμάσαι» στα αγγλικά;. Είναι τα χρόνια τα πολύ παλιά και την λένε την ιστορία αυτή οι ηλικιωμένοι σαν ανάμνηση που με τον καιρό ξεθωριάζει όπως οι ελπίδες για τους δικαιότερους τόπους και το ιλουστρασιόν, όλο αστέρια όνειρο. Σε μια γειτονιά της Βοστώνης, Έλληνες, κυρίως απ την Βόρεια Ελλάδα και τον Πόντο, έχουν μαζευτεί και φτιάχνει τόπο για να σταθούν.

Roslindale που θα γίνει στα ελληνικά, χαϊδευτικά, Ρόζι λίγα μίλια πιο κει απ το κέντρο της Βοστώνης. Εκεί, ζουν Ιρλανδοί και οι νεοφερμένοι, όπως γινεται πάντα σ αυτές τις περιπτώσεις, τους πέφτουνε παράξενοι και φωνακλάδες και μ άλλες συνήθειες και ενοχλούνται. Υποτιμητικά σχόλια, δυσκολίες όπου μπορούν να δημιουργηθούν, καμιά βρισιά, πέφτουν στα κεφάλια των Ελλήνων, που όμως είναι νέοι, παλικάρια και ενωμένοι -τότε! Και αποφασίζουν να φτιάξουν την εκκλησία τους, οι Έλληνες λοιπόν, να μαζεύονται τις Κυριακές, μετά από εκείνη την δουλειά την απάνθρωπα εξοντωτική σε βαριά πράγματα, όλης της εβδομάδας, τα Χριστούγεννα και το δικό τους Πάσχα και της Παναγιάς.

Θεμελιώνεται ο Άγιος Νεκτάριος! Ένας Άγιος βγαλμένος από φτώχεια μεγάλη, που πήγε μετανάστης ο ίδιος, που δεν έβρισκε εργασία, που επιχειρήθηκε η οικονομική και η ηθική του εξόντωση και που έκανε τον πόνο, σχολεία και θαύμα για άλλους φτωχούς, περιφρονημένους, αγωνιστές, μετανάστες σαν τον ίδιο.

Αγριεμένοι οι Ιρλανδοί, που είχαν πιο χρόνια στην περιοχή και τη θεωρούσουν δικιά τους, λοιπόν, βουτηγμένοι στην προκατάληψη εκείνοι που την είχαν ζήσει, ανάμεσα σε καθολικούς και προτεστάντες, πάνε και βάζουνε φωτιά στην εκκλησιά, λίγο πριν ολοκληρωθεί το έργο. Αρχίζουν τις νύχτες κυνηγητά στους δρόμους με τους Έλληνες να πλακώνονται στις γροθιές με τους Ιρλανδού. Οι τελευταίοι, περιφρονημένος κόσμος και αυτοί, που θέλουν κάποιον να μισήσουν για να αισθανθούν ανώτεροι, επιχειρούν να κάψουν ξανά την εκκλησία. Και έρχεται η στιγμή που παίζανε ποδόσφαιρο -αλλοίμονο! Έλληνες και Ιρλανδοί, μπάλα θα παίζανε τι άλλο;- ελληνική ομάδα που υπήρχε τότε και Ιρλανδέζικη. Μόλις αρχίζει ο αγώνας και είναι όλοι μαζεμένοι οι θεατές, οι Έλληνες ορμάνε στους Ιρλανδούς. Στον αγωνιστικό χώρο, κέρδιζε η ελληνική ομάδα στο ποδόσφαιρο και στις κερκίδες οι Έλληνες στο μποξ! Η αστυνομία δε πρόλαβε ή δεν θέλησε να παρέμβει. Οι Έλληνες και οι Ιρλανδοί συνυπήρξαν μετά απ αυτό, χωρίς όμως πολλά πολλά ανάμεσα στις δυο κοινότητες, η εκκλησία λειτουργούσε πανηγυρικά και οι Έλληνες πλήθαιναν, καλυτέρευσαν τη ζωή τους και σιγά σιγά πήγαν σε αλλά προάστια της Βοστώνης, κάποιοι πάψανε να υπάρχουν πια και κάποιοι παλιοί μείνανε να λένε μόνο την ιστορία μιας εκκλησίας, δυο κοινοτήτων και πολύ ποδοσφαίρου…

