Η Πηνελόπη Κατσαρέλη και τα παράθυρα που στέκουν μόνα

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΗΝΕΛΌΠΗ ΚΑΤΣΑΡΈΛΗ

Αυτός που απ’ έξω κοιτάζει μέσα σε ένα ανοιχτό παράθυρο δεν βλέπει ποτέ τόσα πράγματα όσα εκείνος που κοιτάζει ένα παράθυρο κλειστό. Δεν υπάρχει αντικείμενο πιο βαθύ, πιο μυστηριώδες, πιο γόνιμο, πιο σκοτεινό, πιο εκθαμβωτικό από ένα παράθυρο που το φωτίζει ένα κερί. Αυτό που μπορούμε να δούμε στο φως του ήλιου είναι πάντα λιγότερο ενδιαφέρον από αυτό που συμβαίνει πίσω από ένα τζάμι. Μέσα σε αυτή τη μαύρη ή φωτεινή τρύπα ζει η ζωή, ονειρεύεται η ζωή, υποφέρει η ζωή…

…Πέρα από τις κυματιστές στέγες, διακρίνω μια γυναίκα ώριμη, ήδη ρυτιδωμένη, φτωχή, πάντα σκυμμένη σε κάτι, και η οποία δεν βγαίνει ποτέ. Με το πρόσωπό της, με το ρούχο της, με τη χειρονομία της, σχεδόν με τίποτα, ξανάφτιαξα την ιστορία αυτής της γυναίκας, ή μάλλον το θρύλο της, και καμιά φορά τον διηγούμαι στον εαυτό μου κλαίγοντας. Αν επρόκειτο για έναν φτωχό γέρο άντρα θα είχα ξαναφτιάξει τον δικό του με την ίδια άνεση…

…Και πλαγιάζω περήφανος που υπέφερα μέσα σε άλλους και όχι στον εαυτό μου. Θα μου πείτε ίσως: «Είσαι σίγουρος ότι αυτός ο θρύλος είναι ο αληθινός;». Τι σημασία έχει ποια μπορεί να είναι η πραγματικότητα που βρίσκεται έξω από μένα, αν με βοήθησε να ζήσω, να αισθανθώ ότι υπάρχω και αυτό που είμαι;» – Απόσπαμα από το «Τα παράθυρα» του Σαρλ Μπωντλαίρ.

Ἐκκλησάκι έρημο εγκαταλειμμένο πιστευτό.

Θαρρείς ότι τὸ έχτισε ερείπωση.

Τὰ κεραμίδια στὸν τρούλο

τρύπιο σάλι ριγμένο

στη γηραιά καμπούρα τής ανάτασης.

Τὰ μικρά παράθυρα κρέμονται

κάπως στραβά στὸν τοίχο σὰν εἰκονίτσες πού σεισμός τίς μετακίνησε

ἀπὸ τής πίστης τὸ ίσιο.

Βιτρό στα τζάμια συνθεμένα

με πολυκαιρινής βροχής σταγόνες ραγισμένες.

Άραγε νὰ ζει μέσα ἡ ἁγιότης

τρεφόμενη με σβηστά κεράκια μόνο; – Κική Δημουλά.

«Να και πάλι ένα παράθυρο,

πού και πάλι δεν κοιμούνται.

Ίσως – πίνουνε κρασί,

ίσως – έτσι κάθονται.

Ή απλώς – τα χέρια τους

δεν μπορούν οι δυο να χωρίσουν.

Σε κάθε σπίτι, φίλε,

υπάρχει ένα τέτοιο παράθυρο.

Είσαι η κραυγή των αποχωρισμών και των συναντήσεων –

εσύ, παράθυρο στη νύχτα…

Προσευχήσου, φιλαράκο, για το άυπνο το σπίτι,

για το παράθυρο με το φως!» – Μαρίνα Τσβετάγιεβα.

«Είμαι ένας απλός, καθημερινός, αισιόδοξος άνθρωπος.

Αλλά, δεν αντέχω τα παράθυρα χωρίς θέα.

Τα παράθυρα βρίσκονται εκεί για να ταξιδεύουν τη ματιά.

Για ν’ αποκαλύπτουν ορίζοντες.

Για να υπόσχονται το «παραπέρα».

Για να λούζουν στο αληθινό φως τ’ άδεια δωμάτια.

Για να φτιάχνουν σκιές με χρώμα πάνω στους λευκούς τοίχους…» – Οδυσσέας  Ελύτης.

Nα ‘χε η νοσταλγία σώμα να το σπρώξω απ’ το παράθυρο έξω !

Nα τσακίσω εκείνο που δε γίνεται…

Πάντα εμείς το φως κι η σκιά.

Πάντα εσύ τ” αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτάδι,

πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει.

Το κλειστό παντζούρι εσύ, ο αέρας πού το ανοίγει εγώ.

Επειδή σ” αγαπάω και σ” αγαπάω – Οδυσσέας Ελύτης.

Έξω από τ’ ανοιχτό παράθυρο του ονείρου

Σιγά σιγά ξετυλίγεται

Η εξομολόγηση

Και σα θωριά λοξοδρομάει προς τ’ άστρα – Οδυσσέας Ελύτης.

«Σ’ αυτές τες σκοτεινές κάμαρες, που περνώ

μέρες βαριές, επάνω κάτω τριγυρνώ

για νάβρω τα παράθυρα.— Όταν ανοίξει

ένα παράθυρο θάναι παρηγορία.—

Μα τα παράθυρα δεν βρίσκονται, ή δεν μπορώ

να τάβρω. Και καλλίτερα ίσως να μην τα βρω.

Ίσως το φως θάναι μια νέα τυραννία.

Ποιος ξέρει τι καινούρια πράγματα θα δείξει» – Κωσταντίνος Καβάφης.

«Κλείσε τα παράθυρα μη βλέπουν οι γειτόνοι,

και την πόρτα σφάλισε και σβήσε το κερί.

Η αγκαλιά μου πύρωσε σαν το κερί και λιώνει,

για σφιχταγκαλιάσματα κι όλο καρτερεί.

Κλείσε μη μας βλέπουνε λοξά οι ματιές του κόσμου,

δώσ’ μου το χειλάκι σου, πούναι απαλό, νωπό.

Έχω κάτι ολόγλυκο για σένα απόψε, φως μου,

έχω κάτι ολόγλυκο σα μέλι να σου πω.

Έλα πέσε απάνω μου και μην κοιτάς με τρόμο.

Το κερί μας έσβησε, δεν μας θωρεί κανείς.

Ξέχασε πως βρίσκονται κι άλλες ψυχές στο δρόμο,

κι άσε να κυλήσουμε σε πέλαγα ηδονής.

Έλα, ως τα μεσάνυχτα θα σε φιλώ στο στόμα,

έλα, κι είναι οι πόθοι μου τρελοί, τόσο τρελοί,

που το γλυκοχάραμα θα μας προλάβει ακόμα

στο πρώτο μας αγκάλιασμα, στο πρώτο μας φιλί.

Κι όταν σε ρωτήσουνε τη χαραυγή οι γειτόνοι,

για ποιο λόγο σφάλισες, αχ! πες τους, να χαρείς,

πες τους πως στην κάμαρα φοβάσαι άμα νυχτώνει,

κι έπεσες και πλάγιασες νωρίς, τ’ ακούς; Νωρίς» – Ναπολέων Λαπαθιώτης.

«Κάθομαι εδώ στο παράθυρο, κοιτάω τους διαβάτες

και κοιτάζομαι μες στα μάτια τους. Θαρρώ πως είμαι

μια σιωπηλή φωτογραφία, μες στην παλαιά κορνίζα της,

κρεμασμένη έξω απ’ το σπίτι, στο δυτικό τοίχο,

εγώ και το παράθυρό μου» – Γιάννης Ρίτσος.

«Τι παράπονο λοιπόν μπορώ νάχω απ’ αυτό το παράθυρο;

Αν θες το μισανοίγεις και, δίχως διόλου να κοιτάξεις έξω,

μπορείς μες απ’ τα τζάμια να παρακολουθείς αθέατος

αυθεντικές σκηνές του δρόμου, σ’ ένα χώρο πιο βαθύ και

διαρκέστερο

με τον πράο φωτισμό μιας μεγάλης απόστασης,

ενώ όλα αυτά διαδραματίζονται κάτω απ’ τα μάτια σου, ένα μέτρο πιο πέρα.

Αν θέλεις πάλι μπορείς να το ανοίξεις ολότελα και να κοιτιέσαι

στο τζάμι, σαν μέσα

σε καθρέφτη μαγικό, και να χτενίζεις τα μαλλιά σου

που αραιώνουν

ή να διορθώσεις κάπως το χαμόγελό σου, Μες απ’ τα τζάμια

όλα φαίνονται ευκρινέστερα – πιο σιωπηλά, πιο ακίνητα,

επομένως κι απαραίτητα κι αγέραστα» – Γιάννης Ρίτσος.

Νιώθω παράξενα σήμερα. Κάπως

Έτσι περίπου:

Όπως όταν ανοίγει

ένα παράθυρο στον ήλιο κανείς,

…νιώθω σα ν’ άνοιξα

μια τρύπα στη γη

και φωτίζω τον Άδη – Νικηφόρος Βρεττάκος

«…Στο παραθύρι η Αρετή ήστεκε κι ανιμένει,

το σκότος κείνο δε δειλιά, ύπνος δεν τη βαραίνει.

Δίχως φωτιά ήτον εδεκεί, φοβώντας μην περάσει

κιανείς και δει αντηλάρισμα, και το κακό λογιάσει.

Στη σκοτεινάγρα εκάθουντον, κ’ η Νένα την αφήνει,

που τότες δεν εθέλησε να στέκει μετά κείνη.

Εσίμωσε ο Ρωτόκριτος, στο παραθύρι απλώνει,

κι αγάλια-αγάλια, σιγανά, ποιός είναι φανερώνει…» – Βιτσέντζος Κορνάρος.

«… Δεν ξέρω πώς, δεν ξέρω πού, δεν ξέρω πότε, όμως τα βράδια

κάποιος κλαίει πίσω από την πόρτα

κι ἡ μουσική είναι φίλη μας – και συχνά μέσα στὸν ὕπνο

ακούμε τα βήματα παλιών πνιγμένων ἢ περνούν μες

στον καθρέφτη πρόσωπα

πού τα είδαμε κάποτε σ᾿ ένα δρόμο ἡ ένα παράθυρο

και ξανάρχονται επίμονα

σὰν ένα ἄρωμα ἀπ᾿ τὴ νιότη μάς – τὸ μέλλον είναι ἄγνωστο

τὸ παρελθόν ἕνα αἴνιγμα

ἡ στιγμή βιαστικὴ κι ανεξήγητή…» – Τάσος Λειβαδίτης.

Η Πηνελόπη Κατσαρέλη, επιχειρηματίας, πάντα, φωτογραφίζει στιγμές, λεπτομέρειες, εντάσεις, με το πάθος του πραγματικού εραστή της τέχνης, έχει αρχείο από 60.000 φωτογραφίες, δύο γιούς, τον έναν στην Μαδρίτη και τον άλλον, τον μικρό της μόλις τον καλοδέχτηκε, αρχιτέκτονα, από την Αγγλία στην Αθήνα και έναν σύζυγο που αγαπά και υποστηρίζει το βλέμμα της στον κόσμο. Ζει στο Αίγιο αλλά όλο και κάπου ταξιδεύει.