Ήταν υπουργός Πολιτισμού η αείμνηστη Μελίνα Μερκούρη, ένα σπάνιο είδος πολιτικού, από εκείνα που λάτρεψαν οι θεοί και αγάπησαν και μίσησαν οι άνθρωποι, που ζητούσε το αυτονόητο: να επιστρέψουν τα γλυπτά του Παρθενώνα. Με τα χρόνια δικαιώθηκε και στα μάτια όσων δεν την ήθελαν, γιατί χαλούσε την «πολιτική πιάτσα». Καλούσε τους υπαλλήλους να ονειρεύονται. Κι αν σήμερα υπάρχει το Μουσείο της Ακρόπολης, εν πολλοίς οφείλεται σε εκείνη τη γυναίκα, που ζητούσε επίμονα τα γλυπτά του Παρθενώνα να επιστρέψουν στον τόπο τους. Σήμερα, αν ζούσε πιθανώς να είχε βγει έξω από τα ρούχα της, αποδεικνύοντας πως η Ελλάδα προσπαθεί να ρίξει την καρδάρα, που τόσα χρόνια προσπαθεί να γεμίσει.
Όσο λείπουν οι Μελίνες στην πολιτική, τόσο περισσεύουν οι … Μενδώνες. Κι ας είναι η Λίνα Μενδώνη, μία εκ των ανθρώπων, που έστησαν σε μεγάλο βαθμό τον σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό σε επίπεδο διακυβέρνησης. Κι ας έχει προσφέρει πολλά κι ας έχει πολλαπλάσιες γνώσεις από τη Μελίνα. Η διαφορά είναι ανάμεσα στη διαχείριση, την τυπολατρία και τη σπουδή με το όραμα, την έμπνευση και τη δημιουργία στην πολιτική.
Παρότι όλες οι πολιτικές δυνάμεις με την πάροδο του χρόνου αγκάλιασαν το όραμά της Μελίνας, η κυβερνητική πολιτική για τις αρχαιότητες στη Θεσσαλονίκη ρίχνουν νερό στο μύλο όσων δεν θέλουν να επιστρέψουν τα γλυπτά, που άρπαξε ο λόρδος Έλγιν και μας εκθέτουν διεθνώς. Γιατί ποιος λογικός άνθρωπος θα σκεφθεί ότι τους αρχαιολογικούς θησαυρούς που έχουμε τους κομματιάζουμε, για να διεκδικήσουμε αυτούς, που μας έχουν βουτήξει άλλοι κι έχουν στα μουσεία τους; Πόσο αδυνατίζει το επιχείρημά μας για να επιστρέψουν;

Όσο λείπουν οι Μελίνες στην πολιτική, τόσο περισσεύουν οι … Μενδώνες
Η Ελλάδα είναι γεμάτη αρχαία, μεσαιωνικά, βυζαντινά και μεταβυζαντινά μνημεία. Όποια πέτρα και να σηκώσεις έχει σημάδια του αρχαιοελληνικού σπουδαίου πολιτισμού ή της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Και κόντρα σε πολλούς οι οποίοι ήθελαν μόνο το αρχαιοελληνικό ιδεώδες, αφήνοντας ψίχουλα για τον βυζαντινό πολιτισμό, ο αείμνηστος Δημήτρης Κωνστάντιος, διευθυντής του Βυζαντινού Μουσείου, ήταν από τους ανθρώπους, που απέδειξαν με συνέπεια τη σχέση των Ελλήνων με το Βυζάντιο. Μας λείπουν οι προσωπικότητες, που θα αλλάξουν κάτι. Που θα γυρίσουν τη σελίδα σε κάτι καινούργιο. Που θα βάλουν προσωπική σφραγίδα όχι διαχειριστική αλλά ελπίδας.
Αν πραγματικά αξίζει κάτι πιο πολύ απ΄ όλα είναι η ομορφιά και η αισθητική των αρχαιοελληνικών μνημείων αλλά κι αυτή η βυζαντινή μεγαλοπρέπεια. Ποιος δεν έχει λατρέψει την Ακρόπολη, ποιος δεν εντυπωσιάστηκε από τον Μυστρά, αυτή τη λατρεμένη καστροπολιτεία; Ποιος δεν έχει εντυπωσιαστεί από τους θησαυρούς των Μυκηνών από το μνημείο της Κνωσού από τα κάστρα της Θεσσαλονίκης; Απ΄ άκρη σε άκρη όλη η Ελλάδα είναι ένα μνημείο, ένας ζωντανός μάρτυρας, των προγόνων μας. Πατάμε, ερωτευόμαστε, τσακωνόμαστε, εκεί που αγαπούσε ο Περικλής την Ασπασία, εκεί που οι φιλόσοφοι περπατούσαν και μιλούσαν για τα μεγάλα μυστήρια της ζωής. Προχωράμε ξεχνώντας ότι εκεί ήταν ο Διογένης με το φανάρι του. Κάθε γωνιά της Ελλάδας έχει απίστευτες ιστορίες να διηγηθεί. Κι εκεί που οι Αμερικανοί μπορεί να κρατούν ακόμη κι ένα ξύλο, στα σπίτιά τους, γιατί είναι από ένα σπίτι κάποιας προσωπικότητας της εποχής, γιατί τους λέει κάτι, εμείς έχουμε τον θησαυρό και κοπανιόμαστε, γιατί τον βρήκαμε.
Τα τεχνικά έργα έρχονται και παρέρχονται. Οι γραμμές του τραμ καταργήθηκαν για να γίνει λεωφορείο, μετά τρόλει και στο τέλος ξανά τραμ. Η Ελλάδα πρέπει να αφήσει τα μνημεία της, για κάτι πρόσκαιρο; Πρέπει να αφήσει το μετρό, να φάει την ψυχή της; Μα, αφού μπορούν να γίνουν και τα δυο. Είναι ασέβεια προς τους προγόνους μας. Είναι άγνοια, αγένεια, κατάντια αυτά που δεν μας κατέστρεψαν οι κατακτητές να τα καταστρέψουμε μόνοι μας. Νομίζω η απάντηση είναι αυτονόητη. Υπάρχουν προτεραιότητες.
Η ιστορική κληρονομιά δεν μπορεί να ξαναφτιαχτεί. Τα ιστορικά κειμήλια δεν μπορούν να επαναληφθούν. Θα είναι πάντα απομιμήσεις. Δεν θα κουβαλούν την ιστορία της δημιουργίας τους, που είναι συνδεδεμένη με την εποχή τους, με τους ανθρώπους τους, με τις θρησκείες με τα επαγγέλματά τους. Ό, τι ωραιότερο είναι στο μετρό της Αθήνας είναι η σύνδεση της αρχαίας ελληνικής πόλης – κράτος με τους σταθμούς, που δείχνουν την ιστορία της.

Πολιτισμός, η ανεξάντλητη πηγή πλούτου για την Ελλάδα
Με τόσους αρχαιολογικούς θησαυρούς η Ελλάδα θα έπρεπε να είναι στην κορυφή του κόσμου, σε έσοδα. Θα έπρεπε να ζούμε σα βασιλιάδες, από τους επισκέπτες, να μην υπάρχει άνθρωπος άνεργος. Αντ’ αυτού έχουμε σφίξει το ζωνάρι και κοντεύει να μας πνίξει. Προικισμένη είναι η Ελλάδα και πετάει την προίκα της.
Ο πολιτισμός μας είναι στην πράξη η πιο ισχυρή μας βιομηχανία. Παλαιολιθικός, αρχαιοελληνικός, βυζαντινός, νεότερος και σύγχρονος. Είναι ανεξάντλητη πηγή πλούτου για την Ελλάδα.
Ο πολιτισμός μας είναι και η άυλη και η υλική κληρονομιά μας. Ο πολιτισμός μας, αυτός ο κατακαημένος και μόνο κάτι Δελαπατρίδηδες από το υπουργείο Πολιτισμού κι από το υπουργείο Τουρισμού φαίνεται να το καταλαβαίνουν. Κι αν πάμε και στην ουσία, σε μία χώρα σαν τη δική μας , που δυστυχώς, η ευγένεια δεν είναι το εθνικό μας σπορ, μόνο άμα μπολιάσεις έναν άνθρωπο με πολιτισμό θα γίνει καλύτερος.
Ο ίδιος πολιτισμός που εκμεταλλεύονται οι Τούρκοι γείτονές μας κι έχουν αναπτύξει τον τουρισμό τους. Αυτόν τον πολιτισμό λοιπόν οφείλουμε να τον προστατεύουμε, ως κόρην οφθαλμού. Δεν κάναμε τίποτα για να τον αποκτήσουμε και είναι το χρυσάφι του Μίδα. Όσα χρόνια και να περάσουν κάποιος ταξιδιώτης θα έρχεται για να μας υπενθυμίζει πόσο σπουδαία είναι αυτά , που έκαναν οι πρόγονοί μας. Ακόμη κι αυτοί, που δεν έχουν κανένα ίχνος ευαισθησίας απέναντι σε οτιδήποτε παλαιό, θα μπορούσαν να το κάνουν μόνο και μόνο για λόγους ψυχρής καπιταλιστικής λογικής: Η Ελλάδα ζει από τον πολιτισμό της.

Αμφίπολη: φαγωμάρα για ένα ούτως ή άλλως σπουδαίο μουσείο
Την ίδια στιγμή οι διαφορές μεταξύ των αρχαιολόγων είναι υπαρκτές. Επιστημονικές αντιζηλίες, διαμάχες. Χαμός τον καιρό που ανακαλύφθηκε το μνημείο της Αμφίπολης. Μία ολόκληρη Ελλάδα περίμενε με κομμένη την ανάσα, να δει που βρίσκεται η αλήθεια και που το μπάχαλο. Θάφτηκε ο Μέγας Αλέξανδρος στην Μακεδονία ή μας τον είχαν πάει με ρόδα μυρωμένα στην Αλεξάνδρεια; Φαγωμάρα άνευ ουσίας, αφού το μνημείο, όποιος κι αν θάφτηκε είναι μεγαλοπρεπές από μόνο του. Χωριστήκαμε στα δυο λες κι ήμασταν όλοι μπροστά στη σκηνή της ταφής του γιου της Ολυμπιάδας…
Το μνημείο της Αμφίπολης είναι εντυπωσιακό, όπως και να΄χει. Ακόμη κι αν ο Αλέξανδρος αγνοούσε την ύπαρξή του και δεν έχει την παραμικρή σχέση με τον τόπο που τέλεσαν την κηδεία του.
Ακόμη και για τους πλέον αναίσθητους περί των πολιτιστικών πραγμάτων, η Αμφίπολη μπορεί να αλλάξει την οικονομία ολόκληρης της Μακεδονίας. Διψά ο κόσμος για να το δει. Κι αυτό οι βουλευτές της Βόρειας Ελλάδας και το ήξεραν και ορθώς φώναζαν. Και την ίδια στιγμή, κάποιοι το πήγαιναν φιρί φιρί να βγάλουν πολιτικά συμπεράσματα από την Αμφίπολη. Συλλογιστική από την αρχή ως το τέλος λάθος, αφού πήγαμε να παίξουμε μπάλα με το αυτονόητο. Σαν να βγαίνει μία γυναίκα στον δρόμο και να φωνάζει «Είμαι γυναίκα, είμαι γυναίκα!».
Οι Μακεδόνες του Μέγα Αλέξανδρου προϋπήρξαν σε αυτήν την περιοχή από άλλα σλαβικά φύλα. Τι να κάνουμε; Και ήρθε το πλήρωμα του χρόνου με τη συμφωνία των Πρεσπών και μπήκε μία σειρά στο αυτονόητο. Ό, τι οι Μακεδόνες, που έφτασαν ως τη μακρινή Ασία ήταν ελληνικό φύλο.

Όταν το πρόβλημα είναι ο ΣΥΡΙΖΑ και όχι το μνημείο
Και πάμε στο δια ταύτα… Αυτή τη φορά έγκλημα πάει να συντελεστεί και τώρα με τις αρχαιότητες στην Βενιζέλου, εξαιτίας του μετρό στη Θεσσαλονίκη, το οποίο έχει καταντήσει ανέκδοτο για τους κατοίκους της πόλης. Ακούν τη λέξη «μετρό», και η πρώτη φράση, που τους έρχεται στο μυαλό είναι «γεφύρι της Άρτας». Άλλες χώρες θα παρακαλούσαν να έχουν τον θησαυρό, που βρέθηκε, άλλες μητροπολιτικές πόλεις θα έκαναν χαρές και πανηγύρια κι εμείς τον θησαυρό δεν ξέρουμε τι να τον κάνουμε. Οι Θεσσαλονικείς έχουν κάθε λόγο να διαμαρτύρονται για το ανοσιούργημα, που πάει να συντελεστεί και η υπουργός Πολιτισμού σφυρίζει αδιάφορα. Βγήκαν αρχαιολόγοι από παντού για να σταματήσει αυτή η ιστορία και η υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη παρεξηγήθηκε στην Επιτροπή Ισότητας της Βουλής. Τα όσα δήλωσε εν πολλοίς ξενίζουν. Γιατί ούτε λίγο ούτε πολύ μας πρόγκηξε ότι δεν πειράζει έχουμε κι άλλα αρχαία σε άλλα σημεία της Θεσσαλονίκης, για τα οποία ο ΣΥΡΙΖΑ δεν νοιάζεται το ίδιο, όταν την σφυροκόπησε με ερωτήματα και την πρόσβαλλε η τέως υφυπουργός, Κατερίνα Νοτοπούλου. Το πρόβλημα δηλαδή είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν είναι το μνημείο. Μα, θα τρελαθούμε τελείως;
Κανένα κόμμα δεν μπορεί να αποφασίζει για το αν θα πετάξουμε στον κάλαθο των αχρήστων, μνημεία, που δεν ανήκουν σε εμάς, είναι ο θησαυρός του τόπου. Είναι θησαυρός των γενεών. Δεν έχουμε το δικαίωμα. Μπάλα όχι στην εξέδρα έξω από το γήπεδο. Ο κομματισμός βλάφτει τον πολιτισμό…

Νοτοπούλου, Μενδώνη, Βούλτεψη, Χρηστίδου και καφενές
Φυσικά είχε προηγηθεί η κοινοβουλευτική παρέμβαση της τέως υφυπουργού του ΣΥΡΙΖΑ, Κατερίνας Νοτοπούλου, η οποία αντί να κερδίσει τις εντυπώσεις έχασε και το δίκιο των Θεσσαλονικέων, διερωτώμενη εμμέσως πλην σαφώς, αν παίζει με lego η υπουργός Πολιτισμού. Η νεαρή στο Κοινοβούλιο, βουλευτής, ξέχασε ότι δεν βρίσκεται σε καφενείο αλλά απευθύνεται σε πρόσωπο, που είναι θεσμικά ανώτερό της κι ότι μπορεί να ασκεί κριτική αλλά δεν μπορεί να προσβάλλει.
Βομβάρδισε με ερωτήσεις την κ. Μενδώνη, σε μία επιτροπή άσχετη με το αντικείμενο αυτό κι ενώ είχε επί της ουσίας δίκιο, ήταν αγενής. Επέτρεψε έτσι στην κ. Μενδώνη, να βγει κι από πάνω, ότι δεν της επιτρέπει η κουλτούρα της να απαντάει όταν της απευθύνονται με αυτόν τον τρόπο. Φάουλ με τα μπούνια από πλευράς Νοτοπούλου. Ούτε η συγκεκριμένη Επιτροπή προσφερόταν, για μακροσκελείς τοποθετήσεις πάνω σε αυτό το θέμα ούτε η Βουλή έχει ανάγκη από τέτοιου είδους χαρακτηρισμούς. Κι ήταν ευχής έργον η συγκεκριμένη πυροσβεστική παρέμβαση της βουλευτού του ΣΥΡΙΖΑ, Ραλλίας Χρηστίδου, η οποία προσπάθησε να πει αυτά που ήθελε, χωρίς να κάνει τα πράγματα χειρότερα.
Η πρόεδρος της Επιτροπής Ισότητας, Σοφία Βούλτεψη προστάτεψε την υπουργό Πολιτισμού ως όφειλε, κι από κει και πέρα απέφυγε και ορθώς να πάρει θέση στο επίμαχο θέμα. Δεν έχει θεσμικό ρόλο. Είναι βουλευτής Αθηνών, δεν έχει κάποια θέση στο υπουργείο Πολιτισμού. Όμως, η Θεσσαλονίκη έχει βουλευτές, απ΄ όλα τα κόμματα, που έχουν βγει από τα ρούχα τους, με τη συγκεκριμένη αντιμετώπιση. Κι ο σεβασμός στην υπουργό Πολιτισμού συνάδει με τα κοινοβουλευτικά ήθη αλλά πρέπει κι η ίδια να φροντίζει να τον καλλιεργεί μέσα από τις πράξεις της.
Παρότι και έμπειρη είναι και γνώσεις έχει η κυρία Λίνα Μενδώνη ακολουθώντας αυτήν την τακτική τείνει να γίνει κόκκινο πανί, για όσους ασχολούνται με την πολιτιστική κληρονομιά της χώρας. Έτσι, όσο κι αν ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε την πεποίθηση πως θα τον βοηθήσουν τα πάλαι ποτέ άνθρωποι, που αναδείχτηκαν επί ΠΑΣΟΚ, αποδεικνύεται στην πράξη, πως όσες γνώσεις και κυβερνητική εμπειρία κι αν είχαν, το έχασαν στον δρόμο, σφυρίζοντας αδιάφορα για θέματα ουσίας. Η κυρία Μενδώνη έχει ακόμη λίγο χρόνο, λαμβάνοντας υπόψη τις διαμαρτυρίες των καθ΄ ύλην αρμόδιων, ν΄ αλλάξει γραμμή πλεύσης και να δώσει την αξία που πρέπει στις αρχαιότητες στο σταθμό Βενιζέλου του μετρό. Ειδάλλως κινδυνεύει να γραφτεί με μαύρα γράμματα στον κατάλογο των ανθρώπων, που δεν προστάτεψαν την ιστορική κληρονομιά, αν κι αυτός ήταν ο ρόλος τους. Διότι, η εργαλειοποίηση της ιστορίας βλάφτει. Και βλάφτει πρώτα εκείνους που την εργαλειοποιούν…
