Γεωργία Δρακάκη για το Η Γυναίκα με τα Τέσσερα Ονόματα: «Δεν πάει για σουξέ, για ζεστασιά πάει»

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΤΣΟΛΚΑ

Η Γεωργία Δρακάκη είναι από αυτά τα χρυσά παιδιά της αλλόκοτης -για μας τους παλιούς- Generation Z, που θεωρεί δεδομένο τον ψηφιακό κόσμο, κάνει μεταπτυχιακά, προτιμά την εμπειρία από τα υλικά αποκτήματα, δουλεύει από πολύ μικρή ηλικία, κάνει πολλά πράγματα μαζί. Η Γεωργία λοιπόν κάνει μεταπτυχιακά στη Νομική, δουλεύει ως δημοσιογράφος στο in.gr αυτή τη περίοδο, γράφει ποίηση, στίχους, θεατρικά, βιβλία, τραγουδάει ρεμπέτικα, έχει κάνει σουξέ ως sex editor με μια πολύκροτη στήλη, ταξιδεύει, ερωτεύεται, ονειρεύεται, μαγεύει και μαγεύεται. Παίρνει όλο τον πλανήτη ως έχει, αλλά τον τριγυρίζει και τον φέρνει στα μέτρα της. Κορίτσι μαγικά όμορφο και συμφιλιωμένο με την αισθαντικότητα του, δέχεται τους ανθρώπους ως έχουν και δεν επιθυμεί τις αλλαγές και τις μεταμορφώσεις τους. Τη θυμάμαι σε ένα χωριό στη Μασαχουσέτη να παίζει σε ένα χωράφι με παιδιά, τρώγοντας σπιτικό παγωτό και να χορεύει από χαρά αναμεσά σε ανθισμένες μηλιές με κρεμασμένα φαναράκια στα κλαριά του, αναμεσά απ τους ανθούς της, ενθουσιασμένη από την ομορφιά. Αυτό είναι η Γεωργία! Ένα παιδί που δεν χωράει σε εξηγήσεις και στενότητες, αλλά έχει μυστικά χαράς και ευτυχίας στις λεπτομέρειες και τις μοιράζεται. Αφορμή για αυτή την συνέντευξη και τη συνάντηση με τον μαγικό της λόγο, σαν μικρά ξόρκια περιγραφής και φυγής ταυτόχρονα, δίνει η κυκλοφορία του βιβλίο της  “Γυναίκα με τα Τέσσερα Ονόματα”, από τις εκδόσεις ΑΡΤΕΜΙΣ. Στιγμές, στιγμές νιώθω την Αθήνα -εκμαυλιστικη- στις παύσεις της, σα να μυρίζω μαστίχα, πορτοκάλι και κανέλλα και να ακούω παραδοσιακά τραγούδια και ρεμπέτικα στα γυρίσματα της φωνής της. Α! Βρε Γεωργίτσα μου, μαγισσούλα…

-Δημοσιογράφος ή συγγραφέας;

«Γνωρίζω πως δεν με καλείς να διακρίνω, αλλά, ίσως, να αναλύσω. Δημοσιογράφος, επειδή είναι ό, τι κοντινότερο στο όνειρο περί βιοπορισμού από την γραφή. Συγγραφέας, στα τρελά μου όνειρα και τις περισσότερες ώρες της μέρας μας, ακόμα και όταν βρίσκομαι πολύ, πολύ μακριά από πληκτρολόγια, χαρτιά και μολύβια. Πιο πολύ από όλα, συγγραφέας όταν είδα τα δύο θεατρικά μου επί σκηνής, να λέω μέσα μου, “άκου αυτά που έγραψες να λέγονται!”, να νιώθω πέταγμα στα ψηλά. Η δημοσιογραφία με βολεύει: εκπληρώνεται δια της γραφής, της φωνής, της παρουσίας, της σκέψης, της έκφρασης, της ακρόασης. Θέλω να κομίσω λίγη καύλα, αν μου επιτρέπεις, στο επάγγελμα. Δεν είναι όλα (μικρό)πολιτική, θεωρώ σημαντική είδηση τον θάνατο ενός περιστεριού και το άνοιγμα ενός μαγαζιού όπου δουλεύουν ΑΜΕΑ. Άσε που δημοσιογραφία δεν είναι αποκλειστικά η μετάδοση ειδήσεων ούτε ο έλεγχος της εξουσίας, είναι ένα συνεχές κάτοπτρο που έχεις χρέος να βαστάς στραμμένο μισό στο πρόσωπό σου, μισό στον κόσμο. Και, έτσι, από το πρίσμα σου, να μεταδίδεις ό, τι συμβαίνει εκεί έξω άξιο να μαθευτεί, να βελτιώσεις την ζωή ανθρώπων, να προειδοποιήσει, να αφυπνίσει, ακόμα, φυσικά, και να ψυχαγωγήσει. (Τηλεόραση, Αλεξάνδρα μου, πότε θα κάνω; Μια εκπομπή που θα φιλοξενεί ωραίες απόψεις και ωραίους ανθρώπους;)

-Να κάνεις ελεύθερα στο διαδίκτυο ό,τι θες, χωρίς πατρόνες πάνω απ το κεφάλι σου, αλλά στα σημαντικά σου, «Η γυναίκα με τα τέσσερα ονόματα», το βιβλίο σου με τον Βιτωράτο, πώς προέκυψε ως πόνημα και ως συνεργασία;

«Η φιλία μου με τον Γιώργο Βιτωράτο που εκβάλλει στα χρόνια ως αδελφοσύνη τον οδήγησε να μου εμπιστευθεί την αφήγηση ενός από τους πιο πολύτιμους ανθρώπους της ζωής του: της γιαγιάς του, κυρίας Αγγελικής, φευγάτης από τον μάταιο κόσμο μας εδώ και μήνες. Ο Γιώργος μου, αφού ίδρυσε το ταξιδιωτικό του FollowGeorge.gr για να καταθέτει τις ταξιδιωτικές του περιπέτειες, πήρε φόρα και οραματίστηκε ένα μικρό, γλυκό βιβλιαράκι που θα φυλά εντός του τις μνήμες και το απόσταγμα ζωής της σπουδαίας γιαγιάς του. Της έκανα λοιπόν συνεντεύξεις, ρώτησα για αυτήν συγγενείς, τον ίδιο τον φίλο μου φυσικά…

Περάσαμε με τον Γιώργο νύχτες στα τηλέφωνα και μια ατελείωτη νύχτα στο σπίτι μου με κρασί για να το δέσουμε, να το ράψουμε και να το κόψουμε. Στο τέλος, το πήρε στα χέρια του, του έβαλε τα στοιχεία και τις πινελιές του και από εκεί και πέρα ανέλαβε ο εκδοτικός Άρτεμις. Είμαι υπερήφανη για την συμβολή μου σε αυτό το έργο. Δεν πάει για σουξέ, για ζεστασιά πάει…Κι ήδη έχει βρει ανοιχτές αγκαλιές».

-Έχεις, τα τελευταία χρόνια, και μια δραστηριότητα ως στιχουργός. Ετοιμάζεις κάτι καινούργιο αυτήν την εποχή;

«To πρώτο μου τραγούδι που μελοποιήθηκε ήταν ο Νεκροθάφτης. Μουσική έκανε ο Μωυσής Ασέρ και τραγούδησε η Μίνα Παπαϊωάννου από την λαϊκή-ρεμπέτικη μπάντα “Τεχνάσματα”. Ύστερα, γράψαμε με τον Θωμά Φώτη ένα τσιφτετέλι για την Στέλλα Κονιτοπούλου. Η πιο πρόσφατή συνεργασία μου ήταν με τον Μωυσή πάλι και την -όνομα και πράγμα-Χρυσή Κρητικοπούλου, που είπε τρία τραγούδια μου. Αυτή τη στιγμή, αναμένεται να βγει το αποτέλεσμα της συνεργασίας μας σε πρώτο χρόνο με την πολυαγαπημένη μου Χαρούλα Τσαλπαρά και σε δεύτερο  με δύο νέα, εξαιρετικά ταλαντούχα πλάσματα, τον συνθέτη και μουσικό Δημήτρη Μπάκουλη και την τραγουδίστρια που γράφει κι εξαιρετική ποίηση Χαραλαμπία Πνευματικού. Είναι υπέροχο να βλέπω τους στίχους μου να τραγουδιούνται. Στα δύο τραγούδια που ετοιμάζονται να βγουν, ονειρεύομαι να γίνουν και βίντεο κλιπ. Γι’ αυτό το πράγμα, έχω στο πλευρό μου έναν από τους καλύτερους, τον Αντώνη Μόργκαν Κωνσταντουδάκη, και είμαι αισιόδοξη ότι θα βγει κάτι καλό. Η γραφή, για μένα, είναι μεν μοναχική στην αφετηρία της, αλλά έχει αξία να γίνεται μοίρασμα πολλών, να γίνει αφορμή και λόγος συλλογικότητας. Η τέχνη, στο κάτω κάτω, αν μπορούμε να μιλήσουμε για τέχνη χωρίς να μας πάρουν με τις πέτρες, προκύπτει μετά από συνεργασίες. Σκεφτείτε το θέατρο, το σινεμά, ένα τραγούδι που ακούτε… Ακόμα και οι κορυφαίοι γλύπτες και ζωγράφοι είχαν πλάι τους μαθητές και βοηθούς».

-Ποιο θεωρείς το πιο σημαντικό πράγμα ή/και πρόσωπο στην ζωή σου;

«Αναμφίβολα, το ότι την διάγω όσο πιστότερα στις επιθυμίες μου μπορώ. Χωρίς εκπτώσεις και ξεπουλήματα, με όποιο κόστος. Το πιο σημαντικό πρόσωπο που έχει περάσει από την ζωή μου, πέρα από τους αγαπημένους μου γονείς που με έχουν όμως ζορίσει και τους έχω ζορίσει, πέρα από τον αδελφό μου που είναι η Απόλυτη Αγάπη για μένα, πέρα από τους κολλητούς φίλους και φίλες (ελάχιστοι, πια, ευτυχώς το κατάλαβα!), είναι ο Χρήστος. Είναι ο άνθρωπος που έζησε όλες τις ανηφόρες και κατηφόρες της πρώτης μου νιότης-η αγάπη μας είναι πέρα από “μαζί” και “χωριστά”. Δυστυχώς ή ευτυχώς. Κάποτε δυστυχώς, κάποτε ευτυχώς».

-Συχνά, γράφεις για την πόλη, για την Αθήνα. Σε καθορίζει το τοπίο γύρω σου; Και με τα ταξίδια τι γίνεται;

«Το περιβάλλον είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ίδιας της δράσης. Η Αθήνα είναι η πόλη των ερώτων, της ενηλικίωσης, των θερινών σινεμά, των πικρών δακρύων. Η Αθήνα των τόσων και τόσων σπιτιών και προσώπων, οι πορείες στους δρόμους της, τα ποτά στις ταράτσες της. Αναπόφευκτα, σκιαγραφεί την έμπνευση και, από την άλλη, μου αρέσει να γράφω γι’ αυτήν, για τις καταστάσεις και τα πρόσωπά της. Τα ταξίδια είναι μεγάλο κεφάλαιο. Ευγνώμων για όσα έχω καταφέρει. Η αλλαγή της παράστασης είναι σπουδαία υπόθεση. Τα μέσα σου μένουν τα ίδια όταν κουβαλιέσαι σε νέους τόπους, όμως από παντού κάτι παίρνεις και αν αφεθείς νιώθεις πόσο ίδιοι και διαφορετικοί είμαστε όλοι πάνω σε αυτόν τον πλανήτη. Δεν έχω βαρεθεί ακόμα να το λέω ότι τρεις είναι για μένα οι Απόλυτοι Τόποι της Γης και, ναι, λατρεύω τις Πόλεις: Αθήνα, Κωνσταντινούπολη, Νέα Υόρκη».

-Διατηρούσες μια στήλη για το sex στο Andro, η οποία πήγαινε καλά. Για ποιον λόγο την σταμάτησες;

«Πέραν του ότι σταματάμε κάτι πετυχημένο μόνο όταν πηγαίνει καλά, εν προκειμένω συντρέχουν και άλλοι λόγοι. Η φύση του πρότζεκτ sex editor, μια ιδέα του Κίμωνα Φραγκάκη, που μου έδωσε ένα διαφορετικό συγγραφικό έναυσμα και συνάντησα αναγνώστες και αναγνώστριες που αλλιώς δεν θα συναντούσα, είναι πεπερασμένη. Ξέρεις, δεν πήρα μια στήλη θεάτρου, ας πούμε. Έδινα πολλή ψυχή σε κάθε άρθρο, πληροφορίες, προσωπικά μου πράγματα, λίγα αναγκαία ψεύδη και την Αλήθεια μου. Αυτό έκανε τον κύκλο του. Με αφορμή και την συνεργασία μου με τον όμιλο Alter Ego έπρεπε να κάνω κάποιες επιλογές, να αφήσω κάτι πίσω και να προχωρήσω σε κάτι άλλο. Τη νοσταλγώ λιγουλάκι τη σεξ στήλη, μη νομίζεις…»…

-Πώς πέρασες τον έναν χρόνο της καραντίνας;

«Παράξενα όπως όλοι, δημιουργικά και λιγάκι μελαγχολικά όπως οι περισσότεροι. Η πρώτη φάση της καραντίνας, η περσινή άνοιξη, μου άνοιξε ένα παράθυρο στην ζωή, κυριολεκτικά! Πρώτη φορά καθόμουν τόσες ώρες, άρα ασχολήθηκα πάρα πολύ με μαγειρική, με τακτοποίηση αρχείων και με διάβασμα. Μπορεί και να διάβαζα και 2 βιβλία μέσα σε μια μέρα, ας πούμε. Το’ καψα στο Netflix, στην κηπουρική… Στην δεύτερη καραντίνα, βρέθηκα με δουλειά και με υποχρεώσεις σχετικές με το μεταπτυχιακό μου-συγκεκριμένα, γράψιμο διπλωματικής εργασίας. Ένιωσα την καραντίνα μόνο τα βράδια που δεν μπορούμε να συναντηθούμε και να πιούμε ένα κρασί σε μια ταβέρνα ρημάδα εκεί έξω. Η πόλη βουβή κι ο κόσμος, οι φίλοι μου, μουδιασμένοι, με οικονομικές ανησυχίες, με δίψα για επιστροφή στην δράση. Ευτυχώς, οι πολύ δικοί μου άνθρωποι (πλην δύο εξαιρέσεων φίλων) κι εγώ, δεν αρρωστήσαμε από τον ιό».

-Τι μουσική ακούς αυτήν την στιγμή, που απαντάς τις ερωτήσεις;

«Ακούω παραδοσιακά τραγούδια και αυτή την ώρα και, γενικώς, αυτήν την περίοδο. Το Μαργούδι κι ο Αλεξανδρής, το Αμυγδαλάκι, το Άρωμα, την Κανελόριζα…Από πρώτες, αλλά και από πειραγμένες εκτελέσεις. Ο Λάμπρος Φιλίππου έχει κάνει, ας πούμε, εξαιρετική δουλειά. Κι ενώ όλον τον καιρό τείνω να ακούω “τα δικά μου”, τα λαϊκά και τα ρεμπέτικά μου, τελευταία έχω γείρει πάνω στους ήχους της παράδοσης, τα όργανά μας, τα λαρύγγια μας τα υπερήφανα απ’ άκρη σ’ άκρη της Ελλάδας. Με γαληνεύουν, με καθησυχάζουν και, με έναν τρόπο, με ξεσηκώνουν»!

-Εκτός από άρθρα και συνεντεύξεις, υπάρχει κάτι πάνω στο οποίο δουλεύεις συγγραφικά αυτόν τον καιρό; Κάποιο νέο θεατρικό έργο;

«Αυτόν τον καιρό, στενή εννοία, τίποτα απολύτως, δεν υπάρχει ο χρόνος τώρα. Μες στο κεφάλι μου, κλωθογυρίζουν διάφορα πράγματα-μερικά τραγούδια ακόμη οπωσδήποτε, ένα πρότζεκτ με κορίτσια που θα έχει ντοκιουμενταρίστικο χαρακτήρα, να βάλω σε τάξη επιτέλους κάποια διηγήματά μου… Το θέατρο μου έχει λείψει τόσο πολύ, αλλά δεν σκοπεύω να γράψω προς το παρόν κάτι, ούτε έχω κάποια ιδέα, ούτε θέλω να βρω. Θέλω, μόλις ανοίξουμε, να δω την “Άδεια Παρένθεση”, το τελευταίο έργο δηλαδή, να ξαναπαίζεται».

Εκτός από την μεγάλου μήκους συνέντευξη με την “Γυναίκα με τα Τέσσερα Ονόματα” ποιες συνεντεύξεις που έχεις κάνει σε αυτά τα πρώτα σου χρόνια στον χώρο φυλάς ως κόρη οφθαλμού και γιατί;

«Η συνέντευξη με την γιαγιά Αγγελική ήταν μεγάλο σχολείο. Και πολύ συγκινητική, όλες τις φορές που συναντηθήκαμε για να γίνει. Κρατώ πολύτιμες στιγμές την ραδιοφωνική συνάντηση-συνέντευξη με την Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ που δυστυχώς δεν διασώθηκε, την πολύ σύντομη κουβέντα μας με τον Γιάννη Σπανό στο σπίτι του στην Πλατεία Αμερικής από πίσω και όλες τις συζητήσεις μας με τον Στέλιο Βαμβακάρη, καμία από τις οποίες δεν αποτυπώθηκε στο χαρτί κι έτσι τις έχω για πιο ακριβές. Και οι τρεις τους είναι πια ψηλά στον ουρανό».

Οι φωτογραφίες της Γεωργίας είναι από λήψεις του Παναγιώτη Γιαννούτσου και του Εμμανουήλ Παπακορδάτου.