Εις μνήμην ενός ξεχασμένου αγοριού στη Βοστώνη που πούλαγε λαχανικά

ΑΠΟ SPOTLIGHTPOST TEAM

Βοστώνη! Αυτή, η αρχοντική, η μοναδικά ευρωπαϊκή πόλη, η «Αθήνα της Αμερικής». Λίγο αριστοκρατική και σνομπ, διανοουμένη, ιστορικά ηγετική, η μάνα της αμερικανικής επανάστασης και της ανεξαρτησίας, το «Λίκνο της Ελευθερίας», περήφανη και πανέμορφη, πάντα πρωτοπόρα και προοδευτική, μορφωμένη και λεπτά καλλιεργημένη. Πρώτη που καταργεί την δουλειά, κατά της θανατικής ποινής, από εκείνα τα νεανικά της χρόνια. Γεννημένη από απελπισία, κάποτε, από διωγμένους χριστιανούς στην αρχή, που ζητούσαν θρησκευτική ελευθερία και από φτωχούς που δεν είχαν να χάσουν τίποτα σε μια καινούργια άγρια γη, από την Ευρώπη που δεν χωρούσε άλλους Ιρλανδούς, Ιταλούς, Έλληνες, Ολλανδούς, Πολωνούς.

Τον 19ο αιώνα η πόλη κυριαρχείται από μια ελίτ γνωστή ως Boston Brahmins. Αντιμετώπισαν την πολιτική πρόκληση που προέρχεται από καθολικούς μετανάστες. Οι Ιρλανδοί Καθολικοί, που χαρακτηρίστηκαν από την οικογένεια Κένεντι, κατέλαβαν τον πολιτικό έλεγχο της πόλης μέχρι το 1900. Η βιομηχανική οικονομία της πόλης άρχισε να παρακμάζει στις αρχές του 20ου αιώνα με την αποχώρηση πολλών εταιριών και μέχρι το 1920 ο ανταγωνισμός από το νότο σε συνδυασμό με τη μεγάλη ύφεση προκάλεσαν την κατάρρευση των δύο κύριων τομέων παραγωγής της Μασαχουσέτης, της υφαντουργίας και των υποδημάτων. Οι εργάτες βγαίνουν την ανεργία. Οι φτωχοί γίνονται φτωχότεροι. Παιδιά περιπλανώνται ή βρίσκουν στέγη σε εκμεταλλευτές που οργάνωναν παιδικές συμμορίες. Μεγαλώνουν στους δρόμους. Βοηθάνε γονείς όπως μπορούν. Μικρά χεράκια σε περίτεχνες, σκληρές δουλείες χωράνε να καθαρίσουν μηχανές ή να δέσουν κόμπους και το κάνουν ασταμάτητα, χωρίς 8ωαρα, με υποτίμηση της δουλειάς τους, κάποτε με ξύλο και κακουχία.

Ένας μικρός στο κέντρο της ασπρόμαυρης Βοστώνης, που ακόμα στις γειτονίες της είχε χωματόδρομους, πουλάει από ένα καλαθάκι, μιας χεριάς μόλις, λαχανικά. Το πρόσωπο του, άμα κοιτάξεις κοντά – κοντά, την παλιά, φθαρμένη φωτογραφία, είναι τόσο σοβαρό, σαν ηλικιωμένου. Τίποτα παιδικό απάνω του. Πόσο σημαντικό είναι να αγοράσει ο πελάτης την πραγματεία! Πόσο ζήτημα ζωής και θανάτου, να βγάλει λίγες πένες για το δικό του φαγητό. Γύρω, ο κόσμος της φωτογραφίας, ασπρόμαυρος. Και έγχρωμο να ταν το φιλμ, πάλι ασπρόμαυρος θα ταν αυτός ο κόσμος. Τα παπούτσια του είναι λερωμένα, μεγάλα για τα πόδια του, φθαρμένα, αλλά τα ρούχα μαρτυρούν μια μητρική φροντίδα. Και το πουκάμισο του, κλειστό με σοβαρότητα και οι γιακάδες φροντισμένοι. Φοράει και τη τραγιάσκα του, για αυτό το Βοστωνέζικο, περονιαστό ως τη καρδιά κρύο. Με περίσκεψη βάζει στην χαρτοσακούλα το εμπόρευμα του, απ το καλάθι του. Πιο κει περνάει μια άμαξα, με το άλογο αγριεμένο. Ο πελάτης βοηθάει. Κάποτε συνάντησε και πήρε μια χεριά λαχανικά, σε ένα σταυροδρόμι, από έναν πιτσιρικά. Κόκκοι στο χρόνο και οι δυο τους πια. Μόνο οι φωτογραφία κρατά την αγορά και την συνάντηση σα να ναι για πάντα ο χρόνος. Σα να ναι ιερή στιγμή κάποιας θρησκείας, να πάρεις κύριε, σ αυτό το δρομάκι της παγωμένης, μακρινής Βοστώνης, απ αυτό το αγόρι μιας χεριάς λαχανικά. Μη προσπεράσεις, πάρε… είναι χθες… είναι παλιά… είναι τώρα…