… «Είμαι μια Ελληνοπούλα και σαν μια Σουλιωτοπούλα, αγαπώ με την καρδιά μου την πατρίδα τη γλυκιά μου»… Σημαιάκια πλαστικά ή χάρτινα (πιο ωραία), σταυρός, γαλάζιες και λευκές λουρίδες, τα κύματα και οι συλλαβές του «Ελευθερία ή Θάνατος», σοσόνια λευκά, μπλε καζάκες, πλισέ φούστες, κορδέλες στα μαλλιά, σκούρα βλέμματα συνήθως και καστανά μαλλιά. Νιάτα. Οι τυμπανιστές με τα λευκά γάντια, που συνήθως ήταν κάτι ροκάδες βαρύτατες περιπτώσεις στα πάρτι. Ο ψήλος και ωραίος διμοιρίτης ή η μοιραία της τάξης διμοιρήτισα. Οι σημαιοφόροι. Με το βάρος της επιβράβευσης της γνώσης να κρατεί κοντάρι βαρύ για μικρά εφηβικά ή παιδικά χεράκια. Οι γονείς, μάρτυρες της Ελλάδας που ποτέ δε πεθάνει –να περνάει ο μικρός και όλο χαζεύει, «μπροστά σου παιδί μου»! Οι πρώτες σειρές, οι ψηλοί, πάντα καμαρωτοί. Προς το τέλος οι γούπατοι – «άντε να τελειώνουμε και έχω να πάω και σφαιριστήριο»! Οι μανάδες να παίρνουν την πλισέ φούστα μεγάλη –έχει και 25η Μαρτίου- κάτω απ το γόνατο και εμείς να την κάνουμε μίνι, πίσω από παραβάν με σώματα συμμαθητριών, πριν ξεκινήσει η παρέλαση. Στα χρόνια τα δικά μου, -της πλειστόκαινους περιόδου της μεταπολίτευσης- γύρευε τα δίκια της η Εθνική Αντίσταση, σε μια παρτίδα στούκι – συμφωνημένη με σημαδεμένη τράπουλα. Πηγαίναμε οι μαθητές να παρελάσουμε και να γεμίσουμε μετά τις καφετέριες με φραπέ και αυτοί, με αρθρώσεις ξασπρισμένες και κόπο μεγάλης ηλικίας να σφίγγουν σημαίες δικές τους, φιλημένες, ματωμένες, ξεθωριασμένες, σημαίες – σάβανα συντρόφων και να σπρώχνονται δίπλα από έφηβους τίγκα στις ορμόνες για να ουρλιάξουνε την τιμή τους και την αλήθεια τους μπας και συνέλθει αυτή η πόρνη η Ιστορία και δεν μοιράζει ρόλους για εξοφλημένους και θριαμβευτές. Εμείς, λίγα καταλαβαίναμε. Οι γονείς μας περισσότερα. Έρχονταν οι αστυνομία και τους έδιωχνε. Οι γονείς σκύβανε το κεφάλι…

Και παύει αυτό! Και μάλλον (;) πέρασε. Μετά η Ευρώπη σε βομβαρδισμούς στη γειτονιά μας. Και πρόσφυγες. Και παράνομοι μετανάστες. Και νόμιμοι. Το φίδι σήκωνε κεφάλι. 28η Οκτωβρίου. Μη και κρατήσουν τη σημαία στις παρελάσεις τα παιδιά των Αλβανών. Τι; Μαθαίνουν ελληνικά γράμματα; Τι; Είναι άριστοι μαθητές; Κάτω τα χεριά απ τη σημαία! Μα αν αυτά τα παιδιά αφήσουν το κοντάρι, παύει να ναι σημαία και γινεται φόδρα δίχρωμη, γαμω το! Συγκρούσεις! Διαφωνίες! Τσακωμοί και γαβγιδια ανθρωπινά –κατά κάποιον τρόπο- στα κανάλια! Στους σημαιοστολισμούς δρόμους, υπό τον ήχο των τυμπάνων, οι γονείς σκύβανε και πάλι το κεφάλι… Και κάποτε αμφισβήτηση! Στη Νότια Κορέα και στα στρατοκρατικά καθεστώτα κάνουν παρελάσεις οι μαθητές. Τι είναι τούτα; Μα η Ελλάδα ποτέ δε πεθαίνει, δε τη σκιάζει φοβέρα καμιά ή μήπως «…Aργειε νάλθη εκείνη η μέρα και ήταν όλα σιωπηλά, γιατί τάσκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά. Δυστυχής! Παρηγορία μόνη σου έμενε να λες περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις». Οι παρελάσεις για την εθνική γιορτή και την επέτειο, αλυσίδα στο χρόνο. Νιότη. Ομοιόμορφη. Ίδια. Και ας γερνάει. Σκυτάλη στους εφήβους. Για την πατρίδα που έγινε κράτος! Και τα παιδιά μας με το ίδιο βάδην, τις ίδιες στολές, σε όμοιες θέσεις.

«Και ακαρτέρει, και ακαρτέρει φιλελεύθερη λαλιά, ενα εκτύπαε τ’ άλλο χέρι από την απελπισιά. Κι’ έλεες: πότε, α! πότε βγάνω το κεφάλι από τς ερμιές; Κι αποκρίνοντο από πάνω κλάψες, άλυσες, φωνές. Τότε εσήκωνες το βλέμμα μες στα κλάιματα θολό, και εις το ρούχο σου έσταζ’ αίμα, πλήθος αίμα Ελληνικό. Με τα ρούχα αιματωμένα ξέρω ότι έβγαινες κρυφά να γυρεύης εις τα ξένα αλλα χέρια δυνατά». Η κόρη μου η μικρή έλεγε στο νηπιαγωγείο το ίδιο ποίημα που είχα και εγώ στην Πρώτη Δημοτικού. «Είμαι μια Ελληνόπουλα». Η μεγάλη, ψηλή, μοιραία διμοιρίτησα αυτή, με τον ίδιο τυμπανισμό να δίνει το βηματισμό και ένα στ αριστερό – εν – εν… Ο Εθνικος Ύμνος μόνο στους πρώτους στίχους, άσκηση για τη χορωδία του σχολειού, την πρώτη, την δεύτερη, τη τρίτη φωνή! Παιδάκια! Και τώρα και τότε και πάντα! Και κάποτε παιδιά βοή λαού – οργή Θεού. Άρνηση. Σταλμένα πρόσωπα απ τους επισήμους, Αποστροφή κανονική. Σημαίες σκυμμένες. Παιδιά με ανέργους γονείς. Παιδιά με εκτελεσμένο μέλλον. Παιδιά που πρέπει να δεχτούν να ζουν με σκυφτό κεφάλι. Άχθος αρούρις της Ευρώπης. «Πέντε έξι αλήτες εμπόδισαν την παρέλαση» ήταν η επίσημη ακόμη και φέτος χειραγώγηση. Τα ανακοινωθέντα της προπαγάνδας. Και ασφαλισμένη χειροβομβίδα η νιότη! Οι αλήτες! Πάντα αυτοί οι αλήτες! Αλήτες για την ελευθερία, αλλα ότι πρέπει για να πεθάνουν… Πάντα αλήτες…

… «Και η Άνοιξη ολοένα τους κυρίευε. Σαν να μην ήταν άλλος δρόμος πάνω σ’ ολάκερη τη γη, για να περάσει η Άνοιξη παρά μοναχά αυτός, και να τον είχαν πάρει αμίλητοι, κοιτάζοντας πολύ μακριά, περ’ απ’ την άκρη της απελπισίας, τη Γαληνή που έμελλαν να γίνουν, οι νέοι με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλητες, και οι άντρες, και οι γυναίκες, και οι λαβωμένοι με τον επίδεσμο και τα δεκανίκια. Και πέρασαν μέρες πολλές μέσα σε λίγων ώρα. Και θέρισαν πλήθος τα θηρία, και άλλους εμάζωξαν. Και την άλλη μέρα έστησαν στον τοίχο τριάντα». Αλήτες κι εκείνοι, που λέει ο Ελύτη πάντα. Και για να μη ξανασηκωθούν αυτοί οι αλήτες με τα μπλε και τα άσπρα, τα παιδιά των ανέργων, τα παιδιά που βλέπουν γονείς ηττημένους, τα παιδιά μας, γίνανε οι παρελάσεις σε κλειστό κύκλο. Σαλονιού. Μεταξύ μας, βρε αδελφέ, ένα ουζάκι, ένας μεζές και κάτι παιδιά από δημόσια κυρίως, σχολεία, παιδιά των άλλων, να παρελαύνουν. Και γύρω αστυνομοκρατία και μέτρα δρακόντεια. Μη και ακουστεί το «όι όι μάνα μου των ετοιμοθάνατών» (και αυτός Ελύτης). Ως και ο στρατός λέει, αντί να παρελαύνει βγήκε να φυλάει έφηβους μη και φωνάξουν γιούχα στους κραταιούς!

Τελικά φέτος, λόγω κορωνοϊου, όλη η ιστορία με τις παρελάσεις, έλαβε τέλος. Τόσες δεκαετίες «ένα στα αριστεροοό» οι ψηλοί διμοιρίτες και οι κοντοί, με κόμπλεξ μονοί στο τέλος, πήραν ανάσα. Ουφ και επιτέλους! Κρατώ μόνο απ όλα αυτά τα χρόνια, τον εθνικό ύμνο που είναι τραγούδι για την λευτεριά, την μικρή μου κόρη, 5χρονη «Σουλιωτοπούλα» απ το χεράκι να κουνάει, γελαστή με το ρυθμό των εμβατηρίων, ένα χάρτινο σημαιάκι που έφτιαξε μόνη της και έχει στραβές τις γραμμές και λάθος τον αριθμό τους, αλλά την έκανε περήφανη. Την είχανε μάθει οι δασκάλες της να φτιάχνει σημαιάκια! Και αυτή, την έβαζε δίπλα απ το κρεβάτι της, να κοιμάται κοντά της, σε χειροποίητη εθνικοφροσύνη αθώου νηπίου! Κρατώ και την περηφάνεια της μεγάλης μου κόρη, αγέρωχης, να φτάνει στο κιόσκι των γραββατοφορεμένων επισήμων! Να γέρνει, επίσημη και η ίδια το κεφάλι της προς το μέρος τους σε χαιρετισμό. Να σηκώνει το γαντοφορεμένο χέρι της για να τιμήσει τις αρχές του τόπου! Αυτή σήκωνε το χέρι και εγώ κατέβαζα κεφάλι! Κάτω, κι άλλο κάτω…

«Δεν ακούτε, εσείς εικόνες του Θεού, τέτοια φωνή; Τώρα επέρασαν αιώνες και δεν έπαυσε στιγμή. Δεν ακούτε; εις κάθε μέρος σαν του Αβέλ καταβοά δεν είν’ φύσημα του αέρος που σφυρίζει εις τα μαλλιά. Τι θα κάμετε; θ’ αφήστε να αποκτήσωμεν εμείς λευθερίαν, ή θα την λύστε εξ αιτίας Πολιτικής; Τούτο ανίσως μελετάτε, ιδού, εμπρός σας τον Σταυρό βασιλείς! Ελάτε, ελάτε, και κτυπήσετε κι εδώ». (Διονύσιος Σολωμός, τελευταίοι στιχοι απ τον Ύμνο εις την Ελευθεριαν, κ. πρωθυπουργέ, εγώ. Ο σύζυγος μου, τα παιδιά μου, άλλοι σαν εμάς, κάποιοι πιο διαφορετικοί μας, όλοι Έλληνες, όμως, είμαστε πια πολύ μακριά, σε ξένους, τόσο μακρινούς τόπους! (η μικρή μου κόρη έχει και εδώ, στην εσχατιά σχεδόν της γνωστής της γης, εκείνη την πρώτη της σημαία του νηπιαγωγείου με τις λάθος γραμμές του ε-λευ-θε-ρία -ή-θά-να-τος). Σ αυτή την αθέατη παρέλαση αγώνων για την πατρίδα, ποιος πρεπει να χει το κεφάλι κάτω, κι άλλο κάτω, πια, λέτε;…)…
