Άγιοι Κυπριανός και Ιουστίνη: Βίοι Αγίων και η πίστη στη μαγεία, τη βασκανία, το απόλυτο κακό, σε όλες τις εποχές

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΤΣΟΛΚΑ

Ήταν ο 3ος αιώνας μετά Χριστόν και η Αντιόχεια, η φημισμένη αρχαία πρωτεύουσα της Συρίας, χτισμένη σε όχθες πλούσιες, με σκιές και τόπους με δέντρα όλο γλυκά φρούτα και χωράφια χρυσά, του Ορόντου ποταμού. Είναι εποχές συγκρούσεων, διωγμών, που οι παγανιστές και οι παλαιοί στο θρήσκευμα κυνηγούν τους παθιασμένους Χριστιανούς και την αλήθεια τους. Η μαγεία ανασαίνει δίπλα με το θαύμα, το αλλόκοτο με το θεϊκό, το αρχαίο με το αιώνιο αλλά -τότε- επαναστατικά μοντέρνο. Τότε ζουν, συναντιούνται, κάνουν θαύματα και αγιάζουν μετα από το μαρτύριο τους, οι αχώριστοι  Κυπριανός και Ιουστίνη, που ήταν εκπρόσωποι του παλιού πριν ασπαστούν ως ύπαρξη την Αλήθεια του νέου, ως αιώνιο. Οι ευχές και οι βίοι τους θαύματα κάνουν ακόμα και σήμερα σε εκείνους που πιστεύουν σε μάγια, βασκανίες, κατάρες, ενέργειες κακές, δαίμονες και το διαβολικό κακό. Όπως στην Αρχαία Ελλάδα, υπήρχαν οι μαγγανείες, το πρόσωπο της Γοργόνας Μέδουσας, το Δόρυ, οι Φαλλοί, το Ύψωμα του Μεσαίου Δάχτυλου, οι Κυκλικοί Χοροί, έτσι τα «φτου μη σε βασκάνω», η μούντζα, κακό μάτι, οι άσεμνες χειρονομίες, το φτύσιμο, σχετίζεται με τη καθημερινή μαγεία, ακόμα και με παραποιημένο  νόημα! Οι Κυπριανός και Ιουστίνη, λοιπόν, μας εξηγούν και λίγο το γιατί, ακόμα, πως για πάντα, οι άνθρωποι πιστεύουν στο κακό που νικιέται…

Εκείνος, πριν γίνει Άγιος, ήταν πλούσιος από γενιά αρχόντων παλαιών, που βασίλευαν και προσκυνούσαν άλλους θεούς, όλο πάθη, απ αυτούς που τους κοιτούσαν, τάχα, στα αγαλμάτινα μάτια σε σκιές ναών και δεν κρύβονταν σε πέπλα σκοτεινά ουράνια. Προσκύναγε είδωλα και διάβαζε όλα τα βιβλία, με όλα τα μυστικά γης, ουρανού και θάλασσας. Και έμαθε τη μαγεία και σύντομα έγινε ο πιο διάσημος μάγος της εποχής του.

Εκείνη πάλι, η  Ιούστα, όπως την φώναζαν με το παλιό της όνομα, , ήταν κόρη ιερέα των παλιών 12 θεών και άλλων νέων με ονόματα απόκρυφα, εκεί στην Ανατολή, που συμβαίνανε τα θαύματα, τότε και οι λατρείες. Άκουσε για τον Υιό του Θεού και την ανθρώπινη του φύση, την ακουμπισμένη, φιλημένη, χαϊδεμένη, σαν όλους που αγαπήθηκαν και φτιάχτηκαν κάποτε από χώμα και ανάσα. Αφοσιώθηκε όλη, σαν αέρας γύρω απ ην Ύπαρξη Του. Άλλαξε πίστη και σταμάτησε να κάνει όλα εκείνα που έπρεπε για να ταιριάζει στον πατέρα της και στην οικογένεια της και σε όλες της τις φίλες. Ώσπου, κάποτε μόνη, της αποφάσισε ν’ αφιερώσει ολοκληρωτικά τη ζωή της στον Υιό των Ανθρώπων.

Όμορφη σαν άγγελος η Ιούστα και απλησίαστη σαν θεϊκή νεφέλη και αγία σαν νερό αμόλυντο πηγής βουνήσιας, στην εκκλησία καταμεσής, έκανε έναν νέον, γιο του άρχοντας της πλούσιας Ρωμαϊκής επαρχίας, να την λατρέψει παράφορα με ένα μόλις βλέμμα.  Χρυσά και πολυτέλειες και υφάσματα πολύτιμα και άλογα λευκά και άμαξες μαλαματένιες και χάμουρα από πολυτίμους λίθους για στολίδια, αρώματα και δούλοι, φτάνανε στην αγία καλλονή κάθε μέρα. Και λόγια, πόσα λόγια, τι λόγια! Για αγάπες που δε τελειώνουν, που αεράκι μυρωδάτο θυμίζουν πάντα, που έχουν γλύκα σα μέλι και δροσιά σα σταφύλι και σε κάνουν να πετάς σαν πουλάκι νεαρό και η ζωή μοιάζει σε κήπο όλο πολύχρωμα λουλούδια να συμβαίνει.  Δεν τον ήθελε! Είχε αγάπη μεγαλύτερη! Τον Κύριο της! Όμως ο νεαρός, όμορφος σαν ήλιος, θαμπώνονταν από την επιθυμία του, την μανιασμένη του αγάπη και την επιμονή του και πίσω δεν έκανε. Όταν τα λόγια δεν έφτασαν, ούτε όλα τα υλικά αποκτήματα του κόσμου, ζήτησε την βοήθεια του σπουδαιότερου μάγου της εποχής, του Κυπριανού. Λιγωμένος, από έρωτα παρακαλούσε όλα να συμβούν αρκεί δική του, να είναι η Ιουστίνη.

Ο Κυπριανός ζήτησε βοήθεια από ένα φοβερό δαιμόνιο, από εκείνα πού τον υπηρετούσαν και του έδωσε, σ αυτό το αποτρόπαιο και όλο σκοτάδι πλάσμα ένα απλό δοχείο, γεμάτο με ένα υγρό βγαλμένο λες απ τα νερά  του Κάτω Κόσμου, από τον αρχέγονο Ωκεανό, γκρεμισμένο απ τον απόκρημνο βράχο του Τάρταρου, ανακατωμένου και μαζεμένου απ την καρδιά του  Ερέβους και της κοιλιά της Νυκτός. Μ αυτό ράντιζε το σπίτι της καλλονής αγίας, ο Μάγος, ώσπου τη είδε να κοιμάται, μέσα απ τους τοίχους και η ύπαρξη του γέμισε από την εικόνα. Το χθόνιο υγρό, έκανε την Αγία Άπιαστη, να σηκωθεί στις 3 τη νύχτα και να νιώθει έναν αποτρόπαιο σαρκικό πειρασμό, πεσμένο σαν οντότα σχεδόν απάνω της. Είδε ο Κυπριανός τη δαιμονική ασχήμια να ακουμπά την ιερή αυτή σάρκα και να τη λερώνει όπου ακουμπά και ή το διώξε ο ίδιος με απέχθεια μακριά ή πιάσανε οι ψαλμοί του Δαβίδ, που η ωραία νεφέλη,  έψαλε ζητώντας βοήθεια από τον Κύριο της. Ο Κυπριανός, ο μέγας Μάγος όλων των καιρών κατάλαβε πως η τόση ομορφιά και πραότητα της Ιουστίνης, που ότι κι αν της έκανε σε κανέναν έρωτα δεν ένδιδε, την έκαναν άφθαρτη στα μάγια και πίστεψε και αυτός και καταφρόνησε τους δαίμονες και έκαψε τα μαγικά του βιβλία και τα είδωλά του και αφοσιώθηκε στον Κυρίο εκείνης, πάντα κάπου κοντά της και με αφοσίωση ακόμη και στον ίσκιο της. Όλα τα μπορούσε αρκεί να ήταν κοντά της.

Κάποτε ο μεγάλος άρχοντας, ο πατέρας που πληγωμένου νεαρού, διέταξε να μαρτυρήσουν ο πρώην μάγος και η καλλονή πιστή Χριστιανή, που δεν χώριζαν με τίποτα. Εκείνος να κρεμαστεί και εκείνης να της γδέρνουν το ντελικάτο της, τόσο λευκό, τόσο εξαίσιο πρόσωπο και τα ουράνια της μάτια, που λες και φτερούγισαν άγγελοι στο θαλασσί τους. Να πληρώσει τη φημισμένη ομορφιά που αψήφησε έρωτα αρχόντων, ωραίων νέων, τη μαγεία, τη σοφία ενός κόσμου που χανόταν και δεν το ξέρε. Ο Κυπριανός και η Ιουστίνη υπέμειναν τα βασανιστήρια και τον πόνο και δεν πέθαιναν. Ο ισχυρός άρχοντας τότε, στο όνομα των δικών του θεών, ζήτησε να τους βάλουν σ’ ένα τεράστιο τηγάνι με λάδι πού έκαιγε. Ο πρώην μάγος και η ωραία πιστή, όμως δεν ένοιωθαν τη φλόγα, αλλά κοιτιόντουσαν στα μάτια και σα να ταν σε δροσερό ξέφωτο, μες σε λιμνούλα ολοκάθαρη τους φαινόνταν το τηγάνι με το τσιτσριστό, αχνιστό το λάδι. Μπλουμ, βουτάει τότε ο ισχυρό ηγεμόνας για να τους αποδείξει ότι ούτε οι δικοί του αρχαίοι θεοί θα τον άφηναν να καεί και ζήλευε κιόλας που εκείνοι οι δυο κοιτιόντουσαν στα μάτια, έτσι σα να μην υπήρχε άλλος. Βρήκε φρικτό θάνατο, μες σε οδύνη, καμένη σάρκα, τιμωρία όλο διάψευση, θαύμα και περιφρόνια. Το έμαθε ο μέγας αυτοκράτορας στη Ρώμη, ο Διοκλητιανός μέσα απ τις πορφύρες και τα χρυσά σύμβολα της τεράστιας εξουσίας του και διέταξε να τους αποκεφαλίσουν. Πρώτα εκείνη την καλλονή που ασεβούσε στους Θεούς της Αυτοκρατορίας, μετά τον πρώην παντοδύναμο μάγο που αψήφησε την χθόνια μοχθηρία. Οι αποκεφαλισμένοι σωροί τους ρίχθηκαν στον ποταμό Γάλλο, που περνούσε βοερός και σκοτεινός από το χώρο της εκτέλεσης, εκεί, στην Νικομήδεια της Βιθυνίας, που έφτασε το τέλος της γήινης υπόστασης τους… Τώρα πια έφταναν στον παράδεισο που ονειρευτήκαν…

Η ευχή κατά του δαιμονισμού:

Ευθέως αναχωρήσατε από τού δούλου τού Θεού (όνομα πάσχοντος) πάσα η επήρεια τού πονηρού επί τή επικλήσει τού Παναγίου σου ονόματος τού Πατρός καί τού μονογενούς Υιού καί τού Αγαθού καί Ζωοποιού Πνεύματος καί διά τής προσευχής εμού τού ταπεινού καί ευλαβούς δούλου σου Κυπριανού φεύξονται οι δαίμονες, δραπετευθήσονται καί καταργηθήσονται αί πονηρίαι αυτών, καί τά νέφη δώσωσιν υετόν επί πάσαν τήν γήν, καί η γή δώση τά γενήματα αυτής εις τόν καιρόν αυτών, καί τά δένδρα καρποφορήσωσι, καί οι αμπελώνες ευφορήσωσι πλήθος βοτρύων, καί αί γυναίκες λυθήσωνται καί ελευθερωθήσωνται από τού κάκου τών μητρών αυτών.

Η ευχή της βασκανίας:

«Ο ιατρός και θεραπευτής των ψυχών ημών, η ασφάλεια των εις Σε ελπιζόντων, Σου δεόμεθα και Σε παρακαλούμεν απόστησον, φυγάδευσόν και απέλασον πάσαν διαβολικήν ενέργειαν, πάσαν σατανικήν έφοδον και πάσαν επιβουλήν περιέργειαν Τε πονηράν και βλαβήν και οφθαλμών βασκανίαν, από του δούλου σου, και ή υπό ωραιότητος, ή ανδρείας, ή ευτυχίας, ή ζήλου και φθόνου ή βασκανίας συνέβη αυτός, κατάπεμψον άγγελον ειρηνικόν, κραταιόν, ψυχής και σώματος φύλακα, ός επιτιμήσει και απελάσει πάσαν πονηράν βουλήν, πάσαν φαρμακείαν και βασκανίαν των φθοροποιών και φθονερών»…

Αυτά και πιστεύεται η μη, καλού κακού φτύστε τρεις τον κόρφο σας, το κάνανε από την εποχή του Ομήρου και μάλλον για να υπάρχουμε ακόμα, έπιανε…