«…Δεν λέμε ότι το παιδί μας πέθανε από τα τραύματα. Δεν λέμε πως αυτά ήταν η άμεση αιτία θανάτου του. Ξέρουμε όμως ότι αυτός ο ξυλοδαρμός, που είχαν πέσει δέκα πάνω του και του έσπασαν τα πλευρά, επηρέασε πολύ την ψυχολογία του. Αυτό δεν θα το δείξει καμία ιατροδικαστική έρευνα… Ο γιος μας δεν ήταν ένας Γρηγορόπουλος, δεν διεκδικούμε κάτι τέτοιο. Αλλά αγωνιζόταν ενάντια σε ένα αστυνομικό κράτος καταστολής. Δεν θέλουμε ένα κίνημα για το παιδί μας. Ένα κίνημα για την αστυνομική βία χρειαζόμαστε»! Αυτά είπε ο πατέρας του Βασίλη Μάγγου, που πίστευε σε έναν πιο δίκαιο κόσμο, πως το καλό θα νικήσει, πως οι άνθρωποι είναι από φως, πως στη ζωή νοιαζόμαστε τον άλλον, τον αδύναμο, τον αδικημένο, τον φτωχό, τον ασθενή, τον συνάνθρωπο μας. Ο Βασίλης που ήταν καταμεσής σε μια λιακάδα νιότης, καλοσύνης, ανθρωπιάς, στην αφετηρία μιας ζωής που θα ταν ενός ωραίου ανθρώπου, όχι ενός βάρους της γης, όλο κακία, ιδιοτέλεια, υστεροβουλία, τοξικότητα, αγριάδα, αυταρχικότητα, διάθεση για , πλουτισμός χωρίς κόστος, λαιμαργία για εξουσία, δύναμη και αίσθηση πως η ζωή διαρκεί για πάντα αν κατέχεις αιματοβαμμένες λαμαρίνες πολυτέλειας, ντουβάρια με ντιζάιν και αγοραστική αξία. Ένα τρυφερό πλάσμα! Υπόθεση «ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΑΝΑΣΑΝΟΥΜΕ» όλοι, σ όλο τον κόσμο! Ήταν 26 ετών!

Πως να παρηγορηθούν γονείς; Αυτός ο πατέρας; Πως να ξεχάσει το χάσιμο της δροσιάς του, της ομορφιάς, του δροσερού αγέρα που ήταν ο γιος του; Ο γιος τους; Ο γιος μας; Πως να συνεχίσει όταν ξέρει πως παλεύοντας για τον δίκαιο κόσμο, το παιδί, κακοποιήθηκε και βασανίστηκε ακόμα και μετά τη σύλληψή του, για να αφεθεί τελικά ελεύθερος με επτά σπασμένα πλευρά, τραυματισμένο συκώτι και τραυματισμένη χολή! Δεν τον πήγαν σε νοσοκομείο! Με χαμένο χαμόγελο ο Βασίλης, πέθανε από οξύ πνευμονικό οίδημα, στο κρεβάτι του σπιτιού του στον Βόλο, έναν μήνα σχεδόν από τον άγριο και αναίτιο ξυλοδαρμό του από τους αστυνομικούς. Ήταν σε συγκέντρωση έξω από το δικαστικό μέγαρο της πόλης που βρίσκονταν οι συλληφθέντες της διαμαρτυρίας για την καύση σκουπιδιών από το εργοστάσιο της Lafarge.

Ήταν άοπλος, απροστάτευτος, δεν είχε προκαλέσει, πέσανε πάνω του, πάνοπλοι οι αστυνομικοί και τον σακάτεψαν, όλοι αυτοί μαζί, τον έναν! «Δεν μπορώ να ανασάνω» έλεγε ο Βασίλης, σαν τον Τζορτζ Φλόιντ, από τον πόνο. Ας αφήσουμε το άνανδρο του πράγματος, οι οπλισμένοι και πολλοί στον έναν και άοπλο απάνω, ας αφήσουμε πως δεν έκανε κάτι εγκληματικό και δεν προκάλεσε, να πούμε πως έφταιγε για κάτι -για τι;-με ποιο δικαίωμα η αστυνομία βαράει αλύπητα και σακατεύει με μένος τον όποιον «επικίνδυνο», φταίχτη ή παραβάτη; Που στο Σύνταγμα μας λέει πως η αστυνομία είναι νόμιμη χτυπώντας αλύπητα τους πολίτες; Και τι είναι αυτή η ασύδοτη καταστολή σε όλο τον δυτικό κόσμο; Εις το όνομα ποιου δικαίου και ποιας δημοκρατίας; «Δυο που ήταν χωροφύλακες βαρούσαν έναν που δεν ήταν χωροφύλακας» έγραψε ο Νίκος Χουλιαράς, στον «Λουσία» και το χούμε επαναλάβει και εμείς ξανά. Αυτό συνεβηκε εδώ ακριβώς! Δέκα σύγχρονοι χωροφυλακές βαράγανε έναν που δεν ΄ήταν σύγχρονος χωροφύλακας…

