H χρυσόσκονη της μεγάλη γιορτής και η ενοχική χαρά του περιττού

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΤΣΟΛΚΑ

Είναι αυτό το σέπια – καφετί λερωμένο που έχει αυτή την αδηφάγα όρεξη να καταπιεί τα χρώματα γύρω μας και τη δικιά μας αγωνία για την επιβίωση να δίνει κάνα μικρό δικαιωματάκι στην ανέμελη ζωή. Θα μου πείτε για μια γιορτή; Μια γιορτή – θρίαμβο του καταναλωτισμού, που αν δεν έχεις λεφτά νιώθεις αποκλεισμένος; Όχι. Για μια γιορτή σκέτο! Μια γιορτή για ένα μωράκι που γεννήθηκε φτωχικά, πήρε δώρα από σπουδαίους σοφούς, προσκυνήθηκε από βοσκούς και ακόμα και τα άστρα έλαμψαν για χάρη του! Μια γιορτή για τη γέννηση, τη ζωή, τη συνέχεια μες στο χειμώνα. Μια γιορτή που λάμπουν φωτάκια, στολίζονται δέντρα σα να χουν ανθίσει μαγικά μες στα χιόνια, τα θαύματα γίνονται και άνθρωποι φιλιούνται και αγκαλιάζονται και αγγίζονται και κάνουν δώρα. Απ τα αρχαία χρόνια, απ τη Ρώμη και τα Σατουρνάλια, μέχρι τώρα. Η γιορτή ξεκινά και θα χούμε σίγουρα τις δικές μας αγάπες όλοι μας κοντά μας και να κάνουμε εκείνα τα μικρά, που είναι στερημένα όλο το χρόνο και τα αποκλείουμε μπροστά στη φρόνηση του να βγάζουμε πέρα, βαθύτατα ποτισμένοι από εκείνη την κακούργα ιστορία του Αίσωπου με τον Τζίτζικα και τον Μέρμηγκα, που θέλουμε να κερδίσει μια φορά ο μαύρο Τζίτζικας και όλο εκείνος χάνει και πεθαίνει μονός, άπορος, σε φτωχοκομείο γιατί του άρεσαν τα πάρτι, τα τραγούδια και οι χοροί. Εδώ που τα λεμέ, μεγαλύτερη αντιπαθούκλα απ τον Μέρμηγκα που αφήνει καταχείμωνο ένα πλάσμα να πεθάνει μες στο κρύο, απ την φτώχεια δεν υπάρχει. Ενσυναίσθηση και συμπόνοια μηδέν ο τσιφούταρος…

Παρ όλα αυτά, ας κάνουμε το περιττό! Ας πούμε ας πάρουμε ένα άρωμα κανονικό, όχι αντιγραφή! Ένα άρωμα από εκείνα των μεγάλων οίκων μόδας, στα όμορφα, γυάλινα μπουκαλάκια, μέσα στην χρωματιστή συσκευασία με τα φιογκάκια, ή τις παπαρούνες ή πουλιά να πετάνε σε κίτρινους ουρανούς! Ένα άρωμα από εκείνα, που παλιά, με τις ώρες δοκιμάζαμε και διαλέγαμε και φοράγαμε στο εσωτερικό των καρπών μας και μοσχοβολούσαμε πασχαλιές και λιβάδια και λιβάνια και καλοκαίρια και φρούτα και λουλούδια, όλα μαζί, σαν αχόρταγες αλκοολικές της οσμής… Μικροί παράδεισοι της όσφρησης, κλεισμένοι σε μπουκαλάκια πολύτιμα, προσωπικά ελιξίρια σαγήνης και υπογραφής γυναίκειας ως κάτι πολύ προσωπικό. Και λέγαμε η μια στην άλλη: «εγώ φοράω μόνο αυτό, εσύ;». Μας έλεγε κι αυτή και χαιρόμασταν για την καθοριστική, τελική πινελιά της θηλυκότητας μας, της ακαθόριστης, αέρινης αλλά τόσο μοσχοβολιστής! Τώρα; Ποια από μας δίνει 100 και 120 ευρώ για ένα μικρούλι -τόσο δα- μπουκαλάκι και ας έχει κλείσει ακόμα και όλο τον Παράδεισο μέσα του; Αν το κάνουμε, κρυφά και ενοχικά; Ας το κάνουμε και χαλάλι μας…

… ας πάμε μια βόλτα στα μαγαζιά για να πάρεις και εσύ, όλα εκείνα για τον εαυτό σου, που δεν έχεις, χωρίς ενοχές πως δε θα σε φτάσουν για την εφορία, τον Ενφια, τα Τέλη, τη ΔΕΗ, τα τηλέφωνα. Το παλτό που δεν έχεις και βολεύεσαι με ζακετούλες πλεχτές, ένα ζευγάρι γυαλιστερές ψηλές μπότες, που πάντα τις ήθελες και κάτι παλιές που είχες τρύπησαν και τις φοράς μόνο σε λιακάδες, ένα ζευγάρι, ίσως, τακούνια που τα χεις κόψει και δε τα βάζεις πια στη δουλειά, νέα εσώρουχα, γιατί αυτά που έχεις είναι παλιά και απ τα πολλά πλυσίματα ταλαιπωρηθήκαν, μια μεγάλη τσάντα για κάθε μέρα -που πόσο θα κρατάς την παλιά, την σκισμένη με το άλλοθι του vintage;- ένα μεικ απ, μια κρέμα για πρόσωπο που δεν φοράς πια, ίσως μια μπλούζα καινούργια, ζεστή, γιατί χρόνια τώρα τις παλιές τις βαρέθηκες και σε βαρέθηκαν μάλλον κι εκείνες…

… μια βόλτα στα μαγαζιά για να πάρεις εκείνα τα εντελώς περιττά. Μια νέα μπάλα για το δέντρο, διάφανη να ρίχνει χιόνι, ένα αγγελάκι που παίζει μουσική, έναν άγιο Βασίλη, μοντέρνο με λευκή φορεσιά, φωτάκια άλλα, όχι τα περσινά, μόνο μπλε ή μόνο κόκκινα ίσως, σαπουνάκια για το μπάνιο χριστουγεννιάτικα, πετσετούλες με γκι και ου και ιπτάμενους ταράνδους.  Γιατί είπαμε, υπάρχει και ο Θεός των μικρών, πιθανόν αχρήστων, πραγμάτων, που σε κάνουν να θυμάσαι άλλα χρόνια και να χαμογελάς…

… αχ, τα ταξίδια! Πάντα ταξιδεύαμε! Δείξε μας μια θάλασσα και αμέσως θέλουμε να δούμε τι έχει στην άκρη της! Στις εποχές της μεγάλης ψεύτικης βεβαιότητας, πριν την «βίαιη προσαρμογή» και την «φτωχοποίηση» που λένε στα δημοσιογραφικά γραφεία, δύσκολα πάντα οικονομικά, αλλά οι μόνες ένοχες που δε νιώθαμε αφορούσαν στο όταν ετοιμάζαμε βαλίτσες και φεύγαμε για άλλα μέρη. Οι πολλοί πλούσιοι και τότε και τώρα ταξίδευαν στα Ελβετικά θέρετρα για σκι και ειδυλλιακά σαν καρτ ποστάλ Χριστούγεννα. Κάποιοι άλλοι τους, φεύγανε να βρουν καλοκαίρι, σε εξωτικούς παραδείσιους προορισμού σε Μαλδίβες, Σεϋχέλλες, Μαυρίκιους και Τζαμάικες και Ταϋλάνδες. Κάποιοι άλλοι, λιγότερο ευκατάστατοι σχεδίαζαν τα τετραήμερα στο Λονδίνο, στο Παρίσι, στην Βιέννη, στη Πράγα… Τώρα, ας ονειρευτούμε και ίσως κάποτε να το κάνουμε, ας δούμε γυαλιστερές φωτογραφίες και ας σχεδιάσουμε ταξίδια πως, ναι, θα δούμε τα σομπρέρο στο Μεξικό, τους πάγους στην Αλάσκα, το ανέβασμα του Νείλου με ποταμόπλοιο, τη κόκκινη γη του Μαρόκο, τα φώτα των κτηρίων που αγγίζουν τα αστέρια τις νύχτες στη Νέα Υόρκη… Για το ταξίδι, για το όνειρο του…  

… και ένα τραπέζι γιορτινό, που να μη νοιαστείς μετρώντας τα σεντς την αφθονία του και τα εκλεκτά υλικά του. Ένα τραπέζι με φίνες γεύσεις, μυρωδάτα κρασιά, συννεφένια ζαχαρωμένα γλυκά και φρούτα παντού και ρόδια και καστανά και μύγδαλα μελωμένα και… και… Να μπορέσεις να χεις μια νύχτα το χρόνο για εκείνους που νοιάζεσαι από καρδιάς παραμυθένια στρωμένο το τραπέζι, να τους γλυκάνεις τη κάρδια με ότι φτιαγμένο και διαλεγμένο με φροντίδα και αφοσίωση. Να μη μετράς τα κέρματα και να λες στην κυρία στο ταμείο, που δουλεύει 8αωρο και την πληρώνουν υποαπασχόληση, «αχ, δεν έχω  τόσα μαζί μου! Βγάζετέ παρακαλώ τη γραβιέρα, το κρασί, τα κάστανα και τα σοκολατάκια;»…

 Είναι ωραία, αυτή η μεγάλη γιορτή. Σε παρηγορεί και σε τρυφερεύει πως και αυτός ο χειμώνας θα νικηθεί, πως η άνοιξη δε θα μας προσπεράσει φέτος, πως κάποτε θα ‘ρθει και καλοκαίρι και πως θα χούμε καρπούς, καλλιέργειες, λουλούδια, ευημερία και χαμογέλα… μέχρι τότε; Καλά Χριστούγεννα και μικροσπάταλες, απενοχοποιημένες γιορτές για όλους…