Pre-Christmas κανονικότητα σε αβροφροσύνες, διότι ο κόσμος δεν σταματά, αλλά η κοσμικότητα αυτοκτονεί από πλήξη

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΤΣΟΛΚΑ

«… Η αλήθεια είναι ότι η πληρότητα της ψυχής μερικές φορές μπορεί να υπερχειλίσει σε απόλυτη κενότητα…» έγραφε ο Φλομπέρ στην υπέροχη Μαντάμ Μποβαρυ, που πλήττει στην επαρχία, που βαριέται, που ούτε ένα παιδί δεν μπορεί να καλύψει την κενότητα της. Αυτό το αριστούργημα του λογοτεχνικού ρεαλισμού, οριακό για τα βιβλία των ανθρώπων, έρχεται ξανά και ξανά και στο νου μου, μέσα από φωτογραφίες κοσμικών, υψηλών προσώπων που παραθέτουν pre-Christmas γεύματα και δείπνα σε καλοντυμένες από τους ίδιους στυλίστες συζύγους, μποτοξαρισμένες, άνευ ηλικίας, κομψά ευχαριστημένες από μια ζωή που υπαγορεύεται από τις αρχές της αστικής, περιβόητα υμνημένης στις μέρες, την οποία ο Γκούσταβ Φλομπέρ -όχι εμείς, μην εξοστρακιστούμε πια και απ τον δημόσιο βίο!- βαθύτατα περιφρονούσε, όταν στον καιρό του γινόταν όλο και περισσότερο κυρίαρχη σε αντίθεση με την εργατική τάξη και την αριστοκρατία. Για εκείνον οι αστοί  χαρακτηρίζονται από πνευματική επιπολαιότητα, ακατέργαστη φιλοδοξία, ρηχό πολιτισμό, αγάπη των υλικών πραγμάτων, απληστία και πάνω απ ‘όλα ανόητη παρωδία των συναισθημάτων και των πεποιθήσεων, τόσο που έχει μείνει παροιμιώδης η φράση του, «όλο το όνειρο της δημοκρατίας είναι να ανυψώσει την εργατική τάξη στο επίπεδο ηλιθιότητας στο οποίο έχουν φτάσει οι μικροαστοί».

Και στις μέρες μας, μετρά την κατακρήμνιση των κοσμικών περιοδικών, στηλών εκπομπών, διότι δε μπορεί να μη θυμάστε εκπομπές σαν αυτή της κυρίας Κατρίτση, ή της κυρίας Αντωνοπούλου, όπως και περιοδικά που κάναν επισκέψεις σε σπίτια διάσημων κομψευόμενων κυριών και κυρίων, η κοσμικότητα βαίνει πάλι καλώς, σε μια κανονικότητα ζητούμενη και ω απείρως, θανατερά πληκτική!

«…Και τώρα, δεν μπορούσε να πιστέψει ότι η ανούσια ζωή που ζούσε ήταν η ευτυχία που είχε ονειρευτεί…» – Μαντάμ Μποβαρύ

Μια, δύο, τρείς, πολλές πολύ κυρία Μποβαρύ και άλλες λιγότερο ή και καθολου, που όμως κάθονται γύρω από ροτόντες λευκοστρωμένες, μπροστά από άδεια πιάτα για να μη σοκαριστούν απ την αναμνηστική φωτο οι λαϊκοί θαυμαστές και χειροκροτητές. Και ένας κοσμικότατος γάμος, όλο πόζες και μοντελάκια, αλλά χωρίς καμιά εστία πειρασμού, ανάφλεξης, υποψίας κόλασης ικανής όχι να σε εντάξει μέσα της, αλλά να σου δώσει ένα υλικό προς προσωπική ικανοποίηση της άρνησης, βρε αδελφέ! Και, ναι, το όνειρο της κοσμικής ζωής, το γεμάτο σπίτι, τα ανόητα αστεία, τα φλερτ κατά συρροή, η ματαιότητα και η κενοδοξία ελκύουν. Κάποτε οι πόζες σε λαμπερό ιλουστρασιόν, όπου οι ρετουσαρισμένες φάτσες σαγήνευαν, τάχα, κάθε νοικοκυρά, κάθε κοπελίτσα, κάθε εργαζόμενη που μέτραγε λεπτά στο οκτάωρο της. Αυτοί περνούσαν λαμπερά, υπέροχα, έγχρωμα και οι ίδιες έχουν φλέβες που πρήζονταν απ την ορθοστασία, η καρπούς που πονάνε οι τένοντες τους απ το κομπιούτερ, αυχενικά σύνδρομα και υπερχειλισμένες περιφέρειες στο σχήμα της καρέκλας γραφείου. Και οι άντρες στις φωτογραφίες φορούνε ωραία ρούχα, χαμογελούν με ολόλευκα μαρμάρινα σχεδόν δόντια και στοίχημα πως θα μυρίζουν και πολύ ωραία. Ένας κόσμος που για υπάρξει, αποκλείει. Ένας κόσμος που δείχνει αυτάρεσκος, αυτάρκης και εγωκεντρικός. Ένα απαγορευτικό σύμπαν πλούτου και όμορφων ανθρώπων που ο αντίλαλος είναι ήχοι από παγάκια σε κρυστάλινα ποτήρια και γάργαρα μεταλιζέ γέλια. Τότε γιατί αυτό ο κόσμος μόλις τελειώνει το χαμόγελο που διαρκεί όσο το φλας, δείχνει έτοιμος να εξαρθρώσει σαγόνια σε χασμουρητά;

«…Ήθελε να πεθάνει. Και ήθελε να ζήσει στο Παρίσι…» – Μαντάμ Μποβαρύ

Οι γυναίκες που ήταν το καταναλωτικό κοινό των κοσμικών προϊόντων είναι η ακολουθούν, φανατισμένα  influencers και ούτε που θα κάνουν like αν δεν έχει δικιά τους πόζα. Η αστική, τόσο πληγωμένη, κοσμική ζωή που φυσικά και δεν σταματά ποτέ, δεν τις ενδιαφέρει. Οι γυναίκες μπορούν να ονειρευτούν με το δικό τους κινητό να κάνει αυτόματο ρετούς, από πάρτι που πήγαν με φίλες. Και φυσικά η κοσμική, η κοινωνική συμμετοχή σε διάφορα γεγονότα είναι σύμφυτη με το ανθρώπινο είδος, απ τα σπήλαια όπου μετά το κυνήγι ο Χομο σάπιενς συγχρωτίζονταν σε ομάδες γύρω απ την φωτιά, στην αρχαία Ελλάδα όπου φιλοσοφούσε στα συμπόσια με τις ωραίες εταίρες και τις αυλήτριες να δροσίζουν σαν αύρα τις υψηλού επιπέδου συζητήσεις, στην Ρώμη με τις ακραίες και ακόρεστες ηδονές, στον Μεσαίωνα με τους ευγενείς που διασκέδαζαν τον βασιλέα – μονάρχη – εκπρόσωπο του Θεού στην γη. Φυσικά και πάντα θα υπάρχει κοσμική ζωή. Και θα χει τα χαρακτηριστικά της ανάγκης του άλλου που σου μοιάζει, τη συζήτηση, την παρέκκλιση, την ευχαρίστηση, το κουτσομπολιό, την σχέση, την επικοινωνία, την επαφή. Η κοσμικοφάνεια όμως, δεν νοιώθει και πολύ καλά στην υγεία της, τελευταία. Πέρα απ τις φωτογραφίες στις σελίδες των περιοδικών η αλήθεια είναι πολύ πιο γκροτέσκο.

Επιστροφή στην κοσμική κανονικότητα

Μια λαμπερή κοσμική εκδήλωση, που θα φωτογραφηθεί, θα απασχολήσει τους κοσμικογράφους και θα προετοιμαστεί με λεπτομέρειες, συνήθως διοργανώνεται από επαγγελματίες που και αυτοί άνθρωποι είναι, πρέπει να ζήσουν και καμία δουλειά δεν ντροπή. Η συνταγή για τους καλεσμένους είναι δεδομένη. Καταρχήν έχουμε την ζάπλουτη και συνήθως υπέργηρη κυρία που διοργανώνει την εκδήλωση. Δεν θα καλέσει και τις εξίσου ζάπλουτες και υπέργηρες φίλες της, που θα πάρουν τσάντα και τους ζάπλουτες ραμολήδες συζύγους τους; Θα τις καλέσει! Δυο τρεις υπουργούς, τους θέλει και τις καταδεκτικές Μποβαρύ -συζύγους τους. Πέντε έξι πολλά υποσχόμενους πολιτικούς, επίσης. Καμία νερά και ζουμπουρλου πολιτικό για να επιδείξει πως ξέρει τι θα πει «τόπο στα νιάτα», την θέλει και αυτή. Δημοσιογράφοι, διαφημιστές, δικηγόροι, συμβολαιογράφοι, γιατροί πλαστικοί, που εξυπηρετούν τις κυρίες είναι το κοινό της δεξίωσης που θα χαίρεται γιατί έσφιξε το χέρι της γραίας διοργανώτριας. Μια δυο μοντέλες, θα περιφέρονται γιατί οι γέροι χαρίζονται στην ομορφιά και η ομορφιά έχει το τίμημα της να κλείσει και καμία δουλειά, να της βγάλουν καμία φωτογραφία ή στο κάτω κάτω να σαγηνεύσουν κάνα τρελόγερο μπας και πεθαίνει στην αγκαλιά της και της αφήσει κάνα περιοδικό, κάνα κανάλι ή καμία βιοτεχνία στα Πετράλωνα, έστω, που έχει επιβιώσει απ την κρίση. Λαϊκές τραγουδίστριες οφείλουν να παραβρίσκονται. Με ύφος σαν αυτό της συναδέλφου Κάλλας στην θαλαμηγό του Ωνάση, τουλάχιστον. Μεταξύ τους εννοείται πως δεν θα μιλήσουν. Δυο τρεις ηθοποιούς από τα σίριαλ της μόδας τους θέλει και αυτούς και κάνα σατυρικό συγγραφέα ή ηθοποιό ή δημοσιογράφο για να τον έχει δικό της, να λιγδώσει και αυτουνου το αντεράκι του και να δείχνει και ο υπέργηρος κύκλος πως δεν βάζει τον ίδιο στο σημάδι, αλλά κάποιον άλλον. Όλες οι υπεργηρες κυρίες, έχουν φρέσκα πρόσωπα και είναι βαμμένες απ τον ίδιο μακιγέρ που μόνο που δεν υπογράφει στον λαιμό τους, σαν αγιογράφος. Έχουν ψεύτικο στήθος και άπειρες πλαστικές για μαζέματα σε μπράτσα, μπούτια, χαλαρότητες και οπίσθια. Αποτέλεσμα; Ένα φρέσκο και αταλάντευτο πρόσωπο σε ένα σώμα κυρτωμένο απ το χρόνο που κινείται με δυσκολία στον χώρο θυμίζοντας χελώνα. Οι κυρίες αυτές, φυσικά, έχουν το ίδιο ξανθό χτένισμα όλο εξτένσιον που το πρωί όταν ξυπνάνε πρέπει οι μπούκλες να κρέμονται σαν φίδια γύρω απ τους ρυτιδιασμένους λαιμούς τους. Και είναι φυσικά ντυμένες με πανάκριβες δημιουργίες μόδιστρων που η καθεμία κοστίζει όσο ένα δυάρι στα Σεπόλια. Χαμογελούν με το ίδιο χαμόγελο, που έχει φτιάξει ο ίδιος οδοντίατρος, αυτόματες μασέλες που ανοιγοκλείνουν θυμίζοντας ολόλευκα πακμαν. Και φυσικά το κοσμικό γκαλά γίνεται για κάποιον φιλανθρωπικό λόγο. Πάντα πρέπει να εφευρίσκεται κάποιος. Και δεν θα χρειαζόταν, φυσικά, να γίνει αν η διοργανώτρια αντί να χαλάσει τόσα λεφτά σε πάρτι, ρούχα, μακιγιάζ, πλαστικές και αξεσουάρ τα πρόσφερε κατευθείαν στον φιλανθρωπικό σκοπό. Και η πωλήτρια με τις πρησμένες φλέβες, η δακτυλογράφος με την τενοντίτιδα στους καρπούς, η νεαρή δικηγόρος που τρέχει τα δικόγραφα πάνω κάτω, η νοσοκόμα που έχει διπλή βάρδια και τα παιδιά της είναι μόνα σπίτι, η κάθε γυναίκα με κανονικό πρόσωπο και ερωτεύσιμο, κατοικημένο βλέμμα, ΔΕΝ νοιάζεται για το Όνειρο της πόζας.

«… Η ηλιθιότητα, ο εγωισμός και η καλή υγεία είναι τα τρία συστατικά της ευτυχίας…» – Μαντάμ Μποβαρύ

Η κανονική ζωή, δεν αφήνει περιθώρια για όνειρα. Ούτε καν φευγαλέα. Η υπέργηρη κυρία γίνεται το σύμβολο όλων όσων της στέρησαν στην μέχρι πρότινος καταναλώτριά ονείρου, ακόμη και την ελπίδα. Το πλούσιο ντύσιμο είναι μια χρονιά δόσεις. Τα χαμόγελα την κάνουν να θυμάται πως η ίδια έχει μήνες να γελάσει. Οι άντρες της φαίνονται όλοι κοσμικόφρωνες, μελάτοι, σοβαροφανείς κυριούληες  και οι τραγουδίστριες με ψεύτικους νταλκάδες. Πως είσαι λαϊκή μαντάμ και τραγουδάς για την Κοκκινιά άμα ζεις στα Βόρεια προάστια, δεν έχεις μπει σε λεωφορείο και δεν έχεις περιμένει σε ουρές στο Παίδων με το παιδί σου άρρωστο στην αγκαλιά γιατί δεν έχεις λεφτά για ιδιωτικό νοσοκομείο; Που να το βγάλεις το τραγούδι; Μόνο η φωνή δεν φτάνει. Απ την ψυχή βγαίνει, αυτή τραγουδά και έχει την μελωδία. Και όλες αυτές οι κοσμικές κύριες, οι υπέργηρες, οι μοντέλες της αναζήτησης, οι ψευτοδιανούμενοι, οι αγράμματες παρουσιάστριες, οι διασκεδαστές, τα τσιράκια, οι λαϊκές τάχα τραγούδιστρια κατανοούν την επερχόμενη τους κατάρρευση. Κανείς δε θα χαζέψει την πόζα τους και το χαμόγελο μαρμαρώνει. Κανείς δεν θα ζηλέψει το ντύσιμο, τα νιάτα, το χρήμα, την ομορφιά τους. Λεφτά δεν υπάρχουν να νοικιαστεί το Όνειρο. Και το Όνειρο γίνεται η εφιάλτης. Ακόμα χειρότερα, γίνεται ύπνος με χάπια, μόνο με κενό και όνειρα εξορισμένα. Οι άνθρωποι αυτό το χειμώνα θέλουν να καθίσουν σπίτι. Να καλέσουν φίλους και να φτιάξουν μόνοι τους πίτσα. Να δημιουργήσουν σχέσεις και όχι κοινωνικές γνωριμίες. Αυτοί θα πληρώσουν ξανά την νύφη και την τουαλέτα της υπεργηρης κυρίας, στο τέλος, του pre-Christmas κρυόκωλου εορτασμού, μπορεί και τα κοστούμια κάτι καλεσμένων στον γάμο της δεκαετίας. Και το ξέρουν!

«… Μερικές φορές είναι πιο σημαντικό να είσαι άνθρωπος από το να έχεις καλό γούστο…» – Μπέρτολ Μπρεχτ, μπορεί να γεννήθηκε λίγο μετά απ τον θάνατο του Φλομπέρ, να ταν Γερμανός και όχι Γάλλος, πρωτευουσιάνος και όχι επαρχιώτης, με εντελώς διαφορετικές ιδεολογίες, όμως κάνα δυο αντιληψουλες περί απέχθειες της αστικής αβροφροσύνης και γαλαντομίας, τις συμμερίζονταν  

Μια παρέα, φτιασιδωμένων γραιών, πλαστικών καλλονών, κλωνοποιημένων απ τους πλαστικούς μεσηλίκων κυριών που νεάζουνε και μοιάζουν όλες μεταξύ τους και πλούσιων ραμολιμέντων, δεν αφορά πια κανέναν. Έχουν χρήματα; Να τα χαίρονται, που δεν μπορούν. Να τα δείχνουν μόνο προσπαθούν ως ανίκανοι σεξουαλικά επιδειξίες. Και από εξουσία γίνονται περιθώριο. Ένα περιθώριο σε μια χλιδή παρακμιακή πια, ναρκωμένη από πανάκριβες άσπρες σκόνες και μεθυσμένη από καλά ποτά. Σαν ένα καράβι, μια θαλαμηγός καλύτερα, με αναμένα όλα τα φώτα της, με πυροτεχνήματα να σκάνε σε όλα τα χρώματα από πάνω της, που όμως βυθίζεται σε ήρεμη, ακύμαντη θάλασσα. Η υπέργηρη κυρία θα βυθιστεί πρώτη. Θα πιάσει με την μια πάτο. Την βαραίνουν τα κοσμήματα άλλωστε, τα οποία αδυνατεί να πετάξει από πάνω της και προτιμά να πνιγεί παρά να τα χάσει. Κάποιες άλλες έχουν για βαρίδια τα δακτυλίδια στο στομάχι για να τρώνε λιγότερο, που τα πλήρωσαν χρυσάφι στις ιδιωτικές κλινικές. «Κυρίες μου βυθιζόμαστε» θα αναγγείλει ο καμαρότος, αποστασιωποιημένος με βρετανικό φλέγμα. «Αχ τι ωραία» θα σκεφτούν αυτές. «Επιτέλους κάτι να σπάσει την πλήξη. Λίγη περιπέτεια λοιπόν». Καταδικασμένες μια ζωή στην βιτρίνα μιας κοινωνικής τάχα θέσης, να τις κοιτάνε μόνο, να τις θαυμάζουν από απόσταση, θα αφεθούν σε ένα θάνατο όλο πόζα. Γιατί έτσι έχουν μάθει στο κάτω, κάτω! Δεν φταίνε οι ίδιες! Και όλο αυτό το Φελινικο πάρτι, το αποκριάτικο πανηγύρι, το απόκοσμο κοσμικό, το γκροτέσκο θρίλερ με νεκροζώντανους που δεν γερνούν και όλοι μοιάζουν και χαμογελούν το ίδιο θεωρείται υψηλή κοινωνία και κοσμικότητα. Κύριοι, το πάρτι σας δεν αφορά. Η υπεργηρη κυρία φτάνει στον πάτο της θάλασσας και τα εξτένσιον της σκορπίζονται σαν αυτοκτονημένες κορδέλες στην Μεσόγειο. Ας χασμουρηθούμε στην μνήμη της…