Η Ζέττα Μακρή γράφει στο SpotlightPost για τις περιφέρειες ως πυλώνες σταθερότητας και αποτελεσματικότητας στη μετά-κορωνοϊό εποχή

ΑΠΟ ΤΗΝ ΖΕΤΤΑ ΜΑΚΡΗ *

 Η βιωματική αυτή φράση του Thomas P."Tip" O' Neill, Jr.,  47ου  Προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων των Ηνωμένων Πολιτειών, από τα πρώιμα, κιόλας, χρόνια της ενασχόλησής του με τα κοινά, χαρακτηρίζει, ακόμη και μέχρι σήμερα, όχι μόνο τη σύγχρονη αμερικανική πολιτική αλλά και την παγκόσμια, υπογραμμίζοντας την άμεση διασύνδεση της επιτυχίας ενός πολιτικού με την ικανότητά του ν’ αφουγκράζεται, να κατανοεί και να επικεντρώνεται στις απλές, φυσιολογικές και καθημερινές ανησυχίες των ψηφοφόρων της περιφέρειάς του. Από το 1932 έως σήμερα, το εύστοχο αυτό απόφθεγμα, μετουσιώθηκε σε “Think global, grow local” (σ.σ. σκέψου παγκόσμια, ενήργησε τοπικά) επηρεασμένο από την παγκοσμιοποίηση και τις σύγχρονες τάσεις και ταχύτητες, χωρίς, όμως, να χάνει τον κεντρικό πυρήνα της σύλληψής του.
Πράγματι, η ζωή έχει καταδείξει περίτρανα, ιδίως μετά τις εξαντλητικές και πολυετείς δημοσιονομικές κρίσεις, αλλά και την πρόσφατη έξαρση της πανδημίας του κορωνοϊού, ότι η έντονη και ισόρροπη περιφερειακή, χωρική διάσταση αποτελεί την εγγυήτρια δύναμη για την επιτάχυνση μίας πολυεπίπεδης βιώσιμης ανάπτυξης. Για να επιτευχθεί αυτό, η οικονομική, κοινωνική και εδαφική συνοχή ήταν και παραμένει ένα από τα μεγάλα ζητούμενα των εθνικών κυβερνήσεων και όχι μόνο! Ήταν και είναι ζητούμενο της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ενοποίησης - ακόμη από το προοίμιο της Συνθήκης της Ρώμης περί ίδρυσης της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας το 1957–και για τον λόγο αυτό, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τις τελευταίες δεκαετίες, προωθεί την «αρμονική ανάπτυξη» της ευρωπαϊκής επικράτειας δημιουργώντας και χρησιμοποιώντας χρηματοδοτικά ενισχυτικά εργαλεία. Η Ελλάδα ήταν πάντοτε μία χώρα σοβαρών και οξυμένων προβλημάτων,  οικονομικής και κοινωνικής περιφερειακής συνοχής, εξαιτίας του ιδιαίτερου γεωγραφικού της ανάγλυφου  και των έντονων ρευμάτων εσωτερικής μετανάστευσης κι εγκατάλειψης της επαρχίας στο μεγαλύτερο μέρος της μεταπολεμικής περιόδου. Η πληθυσμιακή συρρίκνωση επέφερε έλλειψη αστικών κέντρων μεσαίου μεγέθους, υπερσυγκέντρωση πληθυσμού, σε σχέση µε τις διαθέσιμες υποδομές, στην Αθήνα και Θεσσαλονίκη, προβλήματα λειτουργικότητας στο παραγωγικό σύστημα των μητροπόλεων, υποβάθμιση της ποιότητας ζωής των κατοίκων των μεγάλων αστικών κέντρων και, τέλος, άκρατο διοικητικό συγκεντρωτισμό με αποτέλεσμα την έλλειψη ισορροπίας στην περιφερειακή ανάπτυξη. 
Για τη μείωση των περιφερειακών και τοπικών ανισοτήτων, τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, η χώρα μας, ως μέλος της Ε.Ε., ωφελήθηκε, πολλαπλώς, από τους πόρους των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών κι Επενδυτικών Ταμείων (ΕΔΕΤ). Εκσυγχρόνισε τη δημόσια διοίκηση, στήριξε επενδυτικά σχέδια, αναβάθμισε τις υποδομές της. Ωστόσο, πολλά πράγματα θα μπορούσαν, βεβαίως, να έχουν γίνει διαφορετικά. Οι κοινοτικοί πόροι δεν δεσμεύθηκαν, πάντοτε, για την ικανοποίηση των αναγκαίων προτεραιοτήτων, ενώ, συχνά, η εφαρμογή τους παρουσίασε μεγάλο ζήτημα αποτελεσματικότητας αλλά και στρατηγικής κατεύθυνσης. Ενίοτε, ενίσχυσαν επενδυτικά σχέδια αμφίβολης αναγκαιότητας κι άλλοτε χρησιμοποιήθηκαν, απλά, ως εργαλείο αντι-κυκλικής πολιτικής. Την παρούσα χρονική στιγμή, η Ευρώπη αλλά και τα κράτη – μέλη της βρίσκονται σ’ ένα κομβικό σημείο. Δυστυχώς, η  παγκόσμια υγειονομική κρίση ανέδειξε τον αιφνιδιασμό των κυβερνήσεων και προκάλεσε μία πρωτόγνωρη αναταραχή στις ισορροπίες όλων των οικονομιών. Κλόνισε παλιές βεβαιότητες. Και η διαπίστωση αυτή είναι κοινή. Είναι η ώρα που τα κράτη μέλη θα πρέπει να επιδείξουν τόλμη. Αυτό, που, πλέον, έχει καταστεί απόλυτα σαφές, είναι ότι, μέσα από τις διαδοχικές κρίσεις, που βιώνουμε την τελευταία δεκαετία, - την οικονομική, το μεταναστευτικό, το Brexit, και την υγειονομική κρίση - το παρόν μοντέλο διακυβέρνησης της Ευρώπης από τις Βρυξέλλες και τις εθνικές πρωτεύουσες έχει καταδείξει τα όριά του. Ίσως, αποτελεί ένα παρωχημένο μοντέλο διοίκησης που δεν μπορεί να ανταποκριθεί, πλέον, αποτελεσματικά σε νέες προκλήσεις. Και για τον λόγο αυτό, απαιτείται μία ριζική, ουσιαστική μεταρρύθμιση στον τρόπο λήψης αποφάσεων και εφαρμογής αυτώνδίνοντας στις Περιφέρειες τον ρόλο του πραγματικού εταίρου.

Οι Περιφέρειες και η περιφερειακή διακυβέρνηση: Είναι η ώρα της μετάβασης από την περιφερειακή αυτοδιοίκηση στην περιφερειακή διακυβέρνηση. Η ανάκαμψη της Ευρώπης και, ειδικότερα, των  κρατών – μελών της μπορεί να επιταχυνθεί εφαρμόζοντας πολιτικές από τη βάση προς τα επάνω, σχεδιάζοντας δράσεις και έργα, από κοινού, με τις τοπικές κοινωνίες, αξιοποιώντας, εξειδικευμένα, τα συγκριτικά πλεονεκτήματα κάθε περιοχής, με προτεραιότητες που, πραγματικά, αντικατοπτρίζουν τις πραγματικές ανάγκες κάθε τόπου. Είναι χαρακτηριστικό ότι, την παρούσα χρονική στιγμή, σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, το 30% των δημόσιων δαπανών και το 60% των δημοσίων επενδύσεων πραγματοποιούνται από τις Περιφέρειες, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι οι Περιφέρειες μπορούν ν’ αποτελέσουν τους θεσμικούς εκφραστές ενός νέου μοντέλου λειτουργίας για τα κράτη μέλη, αλλά και για την Ε.Ε. Οι Περιφέρειες, αναμφίβολα, απέδειξαν, από την πρώτη στιγμή, την αποτελεσματικότητα και αποφασιστικότητά τους και στις δύο κρίσεις, που ταλαιπώρησαν και ταλαιπωρούν τους Έλληνες πολίτες.  Κατάφεραν, παρά τις δυσκολίες, να υλοποιήσουν και να ολοκληρώσουν μεγάλα και σημαντικά έργα υποδομών, αξιοποίησαν κι απορρόφησαν, ταχύτερα, από άλλους φορείς, τα ευρωπαϊκά κονδύλια, ανταποκρίθηκαν σε κρίσιμες προκλήσεις λειτουργώντας ως ανάχωμα για την κοινωνία, ανέδειξαν, μέσα από τις δράσεις και τα προγράμματά τους, την αξία της αλληλεγγύης, ιδίως προς τους αδύναμους ανθρώπους, προέβαλαν την ανθρώπινη ζωή, ως τη μεγαλύτερη αξία, θέτοντας, πρωτίστως, την ασφάλεια και την υγεία των πολιτών τους, στήριξαν το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, εξυπηρέτησαν, με την άμεση δημιουργία και εφαρμογή ψηφιακών υπηρεσιών, τους πολίτες, υλοποίησαν, σε σύντομο χρονικό διάστημα, υπηρεσίες τηλεϊατρικής, τηλε-εκπαίδευσης καθώς και ψυχολογικής και κοινωνικής στήριξης, προμηθεύτηκαν και παρέδωσαν στα νοσοκομεία νέες κλίνες εντατικής θεραπείας και αυξημένης φροντίδας, αλλά και σύγχρονο εξοπλισμό, ευρύτερα, για τα κέντρα υγείας και τα νοσοκομεία των περιοχών τους. Συνεπώς, σε μια δεκαετία μεγάλων οικονομικών και κοινωνικών αναταράξεων, οι Περιφέρειες κατάφεραν να είναι πυλώνες σταθερότητας και αποτελεσματικότητας.

Η  πανδημία, σαφώς, και επέφερε μεγάλες και σοβαρές επιπτώσεις στην καθημερινότητα, όμως, θα πρέπει να εκληφθεί ως μεγάλη πρόκληση για ν’ ανασυγκροτηθεί  το παραγωγικό μοντέλο της χώρας και να ανακάμψει η οικονομία. Είναι η ευκαιρία, ιδίως με την εισροή των πόρων του ταμείου ανάκαμψης, για νέες προτεραιότητες, για νέες επιλογές, για ισχυρή ανάπτυξη της κυκλικής οικονομίας, για μία σύγχρονη εκδοχή ανάπτυξης μιας νέας ικανότητας  του κράτους να αλλάζει και να διαχειρίζεται κρίσεις και να υλοποιεί αποτελεσματικά τις προοπτικές της χώρας για ένα καλύτερο αύριο. Το βάρος της παραπάνω ευθύνης δεν εξαντλείται μόνο στην κυβέρνηση αλλά και στις περιφέρειες προκειμένου να προταθούν έργα με προστιθέμενη αξία αλλά και να υλοποιηθούν ορθά και σύντομα. Αν αυτό το καταφέρουμε, η χώρα για την οποία μιλάμε θα είναι μία εντελώς διαφορετική και προς το καλύτερο, χώρα.

Η Ζέττα Μακρή είναι πρόεδρος της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Περιφερειών και πρόεδρος της Υποεπιτροπής Νησιωτικών κι Ορεινών Περιοχών, βουλευτής νομού Μαγνησίας της Νέας Δημοκρατίας