Σχολές δημιουργικής γραφής; Αφού είναι λίγοι αυτοί που γράφουν, όπως και αυτοί που διαβάζουν

ΑΠΟ ΤΟΝ ΦΟΙΒΟ ΓΚΙΚΟΠΟΥΛΟ

«Για να γράψεις» σημειώνει ο Μπουκόφσκι «δεν αρκεί ο πόνος, χρειάζεται κι ένας συγγραφέας». Με αυτές τις προϋποθέσεις, δεν φαντάζεσαι τις σκέψεις του κακού μαέστρου Μπουκόφσκι για τις λεγόμενες σχολές δημιουργικής γραφής, τώρα πια και δια αλληλογραφίας. Αν δεν σε ενθουσιάζει να ανατρέξεις σε μια σχολή δημιουργικής γραφής, ανασυντάσσοντας τις δυνάμεις σου μπορείς να «προπονηθείς» στο γράψιμο. Όπως ο Τζακ Κέρουακ, που –κατά τον Τρούμαν Καπότε- δεν είναι ένας εξαιρετικός συγγραφέας, αλλά έχει ικανοποιητική απόδοση στο να…χτυπά τα πλήκτρα της γραφομηχανής.

Εφοδιασμένος με τα απαραίτητα (μολύβια με μαλακή μύτη, στυλό με λαμπερό μελάνι, έναν υπολογιστή που δεν γνωρίζει βλάβες και δεν αναγνωρίζει με μηνύματα ως λαθεμένες τις σωστές λέξεις) και μη ξεχνώντας το πλέον σημαντικό, δηλαδή όλους τους καλούς λόγους για να γράψεις ή να μην γράψεις, θα μπορούσες, αν δεν μάθεις στην εντέλεια τη συγγραφή, «να δεις» τι ακριβώς είναι: κάθε φορά παρατηρώντας τους βασικούς κανόνες της γραμματικής για να αποφύγεις λάθη και γνωρίζοντας ότι δεν υπάρχει μια διδακτική του ταλέντου και ακόμη λιγότερο της εξυπνάδας, ούτε της φαντασίας, ούτε του ύφους. Έτσι ο Σέξπιρ ή ο Δάντης δεν θα μπορούσαν να διδάξουν σε κανέναν, έναν τρόπο να γίνουν Σέξπιρ ή Δάντης.

Η αξίωση ότι μπορείς να διδάξεις τη συγγραφή είναι απατηλή όσο και η οπορτουνιστική ιδέα σύμφωνα με τη οποία «όλοι γράφουν». Αντίθετα, είναι λίγοι αυτοί που γράφουν: όπως είναι και λίγοι αυτοί που διαβάζουν. Για αρχή, περισσότερο από μια σειρά μαθημάτων για συγγραφείς είναι αναγκαία η πρακτική εξάσκηση στην ανάγνωση που θα έθετε και το ερώτημα γιατί δεν διαβάζονται βιβλία. Θα μπορούσαν να εμφανιστούν διαφωτιστικές απαντήσεις, καθεμιά και ένα αντικείμενο για χρήσιμες σκέψεις. Δεν διαβάζουν βιβλία και λόγω ατάλαντων συγγραφέων.

Μετά, γιατί δεν είναι της μόδας. Γιατί κυριαρχεί το κουτσομπολιό. Γιατί η συγκεχυμένη, μπερδεμένη, εκκωφαντική τηλεοπτική πάρλα υποβαθμίζει την προσοχή που απαιτεί η συγγραφή. Γιατί το βιβλίο δεν αποτελεί θέαμα. Γιατί το διάβασμα δεν κάνει ρίμα με την θεαματική επιτυχία και, πόσο μάλλον, με την καριέρα και το  οικονομικό κέρδος. Γιατί δεν επιθυμούν ν’ αλλάξουν τις ιδέες τους (ειδικά όταν δεν υπάρχουν).

Γιατί τα βιβλία βάζουν πολλούς ψήλους στ’ αυτιά και καταστρέφουν τη νεολαία. Γιατί τα βιβλία τα γράφουν οι μισητοί διανοούμενοι. Γιατί η ζωή είναι δύσκολη και τα βιβλία είναι ακόμη πιο δύσκολα. Γιατί πρέπει να κρατάς τα πόδια σου στο έδαφος. Γιατί απασχολούμε τον ελεύθερο χρόνο μας με videogames και εικονικό σεξ. Γιατί χανόμαστε μέσα στην κίνηση. Γιατί έχουμε άλλα πράγματα να κάνουμε. Γιατί τα φιλμ είναι πιο αληθινά και δεν χρειάζεται να τα ξεφυλλίσουμε. Γιατί τα βιβλία καταλαμβάνουν πολύ χώρο στο σπίτι. Γιατί οι δημόσιες βιβλιοθήκες δεν λειτουργούν ικανοποιητικά. Γιατί ένα βιβλίο, σήμερα, κοστίζει σχεδόν όσο μια πίτσα. Αν πάλι διαβάζουμε το τελευταίο, πολυδιαφημισμένο, είναι «για να σκοτώσουμε το χρόνο μας» ή «για να ξεσκάσουμε».  Αλλά τίποτε όπως ένα βιβλίο δεν είναι κατάλληλο για να σκοτώσουμε το χρόνο μας ή για να ξεσκάσουμε. Αντίθετα, το βιβλίο είναι χρήσιμο για να σκεφτούμε, να αισθανθούμε, ν’ ανακαλύψουμε, να αντικρίσουμε τη ζωή με μεγαλύτερο ενδιαφέρον.

Κάθε πράγμα είναι εφήμερο, αλλά υπάρχουν βιβλία άφθαρτα και συγγραφείς αιώνιοι. Δεν έχει σημασία ότι ο Όμηρος έζησε στα χρόνια του πολέμου της Τροίας ή τον 7ο αιώνα π.Χ., ότι ο Δάντης πέθανε εδώ και αιώνες ή ότι από τον Μοντaίν, τον Σέξπιρ, τον Θερβάντες και τον Ντοστογιέφσκι, τον Νίτσε, τον Κάφκα και τον Τζόις δεν έχουν μείνει ούτε τα κόκαλα. Αστείρευτοι, προφητικά αληθινοί, σου μιλούν για καθετί το ανθρώπινο, σου δείχνουν τον εαυτό σου, σε σώζουν από την εγκληματική ηλιθιότητα της ιστορίας που υπαγορεύεται από την τυραννία, από την υποδούλωση της συνήθειας, από τον κομφορμισμό και την προπαγάνδα ή την κακοπιστία της εξουσίας. Δεν είναι αθώοι, όπως δεν είναι και η γραφή τους. Αν είναι ικανοί να σε αναστατώσουν ή ακόμη και να σε πληγώσουν, σε  ξεπληρώνουν και με τόκο υποστηρίζοντας εκείνη τη δημιουργική αξιοπρέπεια, τη μόνη αληθινή, που καθιστά τη ζωή αντάξια να τη ζήσεις.