Σίλβια Πλάθ, ο γιός, η ερωμένη και η κόρη του άνδρα της: Μια ιστορίας ποίησης και αυτοχειριών

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΕΞΆΝΔΡΑ ΤΣΌΛΚΑ

«Το να πεθαίνεις είναι μια τέχνη, όπως και κάθε τι άλλο. Εγώ το κάνω εξαιρετικά καλά. Έτσι όπως το κάνω είναι κόλαση, έτσι όπως το κάνω είναι αλήθεια. Μπορώ να πω, πως έχω το χάρισμα» γράφει η Σίλβια Πλαθ στο ποίημα της, Λαίδη Λάζαρος, που περιγράφει τις απόπειρες αυτοκτονίας της, εξομολογητικά, πριν προδώσει πως καταστρώνει τα σχέδια για άλλη μια, την τελευταία, σαν σκηνοθέτης δραματικών σκηνών σε ένα θέατρο χωρίς θεατές, αλλά με αισθαντικούς αποδεκτές. Ηταν 11 Φεβρουαρίου! 45 χρόνια μετά την αυτοκτονία της μητέρας του, ο γιος της Νίκολας, ακολουθεί το παράδειγμα της. Η αδελφή του, μια Δευτέρα Μaρτίου, του 2009, θα ανοίξει την πόρτα του σπιτιού του, στο απόκοσμο, παράξενο, σεληνιακό, σχεδόν, τοπίο της Αλάσκα. Θα τον βρει να κρέμεται απ το ταβάνι, ακίνητος, χωρίς αιώρηση, σε μια πάλη με τους νόμους της βαρύτητας. Θα ανακοινώσει η ίδια τον θάνατο του. Ο αδελφός της ήταν αξιαγάπητος, πιστός φίλος, ενθουσιώδης, ενώ διατηρούσε πάντα μια παιδική αθωότητα του…

Τα παιδιά των ποιητών

Η Φρίντα Χιουζ, ποιήτρια και ίδια, αλλά και διαχειρίστρια του ποιητικού έργου των γονιών της, έρχεται για άλλη μια φορά αντιμέτωπη όχι μόνο με τον θάνατο, αλλά την ίδια την εγκατάλειψη. Το να αποφασίζουν τα πολύτιμα της πρόσωπα να φύγουν από κοντά της. Ο αδελφός της ήταν ενός έτους όταν η μαμά αυτοκτόνησε. Η ίδια στάθηκε μητέρα, τον πρόσεχε, τον κοίμιζε και του διάβαζε παραμύθια, ή τον αγκάλιαζε τις νύχτες που φοβόταν το σκοτάδι. Ο πατέρας τους, για πολλά χρόνια τους έκρυβε την αλήθεια. Φοβόταν την ψυχολογική ζημιά που θα τους προκαλούσε η απόφαση της Σίλβια Πλαθ να τα αφήσει μόνα τους και να αυτοκτονήσει στο διπλανό δωμάτιο. Στην εφηβεία τους πια, ο Νίκολας και η Φρίντα ανακάλυψαν την πραγματικότητα. Και τους σύνθλιψε. Ο Νίκολας αγαπούσε σαν τον πατέρα του, τις θάλασσες, τον ωκεανό, τα πελάγη και ό,τι κρύβονταν στον υδάτινο κόσμο. Μοιράστηκαν την ίδια λατρεία. Έγινε ο σύνδεσμος του. Το αγόρι μεγαλώνοντας σπούδασε και έγινε καθηγητής ωκεανολογίας σε μεγάλο Πανεπιστήμιο της Αλάσκα. Πριν λίγο καιρό, παραιτήθηκε εγκαταλείποντας ακόμη και αυτήν την αγάπη για το υδάτινο στοιχείο και τη γνώση. Θα ασχολούταν είπε με την κεραμική. Κλείστηκε σπίτι. Δεν έβγαινε ποτέ. Δεν είχε παντρευτεί. Δεν είχε παιδιά. Μόνος του συνδετικός κρίκος με τον έξω κόσμο, η αδελφή του. «Πάλευε χρόνια με την κατάθλιψη» θα παραδεχτεί αυτή, ομολογώντας την μητρογονική τους ασθένεια. Ήταν άλλωστε πάντα τα παιδιά της Πλαθ, της αυτόχειρος μεγάλης δημιουργού, της «βασίλισσας της θλίψης» όπως την αποκαλούν οι κριτικοί, του συμβόλου του γυναικείου κινήματος και της φεμινιστικής χειραφέτησης της δεκαετίας του 60, της ποιήτριας, μιας μητέρας που αυτοκτόνησε βάζοντας το κεφάλι της, στον φούρνο του γκαζιού. Λίγο πριν, έχει καθαρίσει όλο το σπίτι, έχει σφουγγαρίσει, έχει βάλει στα παιδία το πρωινό τους, γάλα και ελαφρύ φαγητό και τους το χε σερβίρει στο δωμάτιο τους. Ήταν Φεβρουάριος του 1963 και ήταν, λέει, ο πιο ψυχρός χειμώνας, ο πιο κρύος, που γνώρισε ποτέ η Ευρώπη. Η Σίλβια Πλαθ, η διανοούμενη, η προσφάτως χωρισμένη απ τον άντρα της ζωής της, τον πατέρα των παιδιών της και σημαντικό εκπρόσωπο των βρετανικών γραμμάτων, εθνικό ποιητή της Αγγλίας, Τεντ Χιουζ, πρωί, πρωί, έφραξε με πετσέτες τη χαραμάδα απ την πόρτα του δωματίου τους. Άνοιξε το παράθυρο τους. Τους άφησε το φαγητό και καθαρό νερό. Μετά πήγε στην κουζίνα της. Έπλυνε τα πιάτα της. Τα άφησε όλα καθαρά πίσω της. Και άνοιξε το γκάζι της κουζίνας. Έχωσε το κεφάλι της μέσα. Πέθανε…

Όταν ο ναζί ερωτεύτηκε Εβραία

Όλα ξεκίνησαν στην Αμερική. Ο γερμανός ναζιστής Οττο Πλαθ, βρίσκεται στην Μασαχουσέτη, όπου διδάσκει στο Πανεπιστήμιο της Βοστόνης, βοτανολογία. Θα γνωρίσει την Αουρέλια Σόντερ, μια πολύ γοητευτική φοιτήτρια, με ιδιαίτερα ισχυρή προσωπικότητα. Είναι όμως Εβραία! Παρά την ιδεολογική του φόρτιση για την καταγωγή της ο Οττο θα την παντρευτεί και θα αποκτήσουν στις 27 Οκτωβρίου του 1932, ένα ξανθό κοριτσάκι, που θα ονομάσουν Σίλβια. Ο ναζιστής και η Εβραία, έχουν μέσα στο σπίτι τους, ύπουλα, σιωπηλά, πάντα παρόντα, αλλά ανέκφραστα, θυελλώδη συναισθήματα. Απέχθεια του ενός για την καταγωγή της άλλης και τα αντίθετο, σύγκρουση ισχυρών προσωπικοτήτων, έντονο ερωτικό πάθος, εχθρότητα, έμμονη με το να προκαλούν ο ένας τον άλλον, να τον πονέσουν, να τον ανεχτούν μέχρι τέλους των ζωών τους, του κόσμου, της ίδια της ανθρωπότητας. Και σε αυτό το περιβάλλον η Σίλβια απλά μεγαλώνει, βρίσκοντας καταφύγιο στις λέξεις και στους ήχους τους. Σε ηλικία 8 ετών εκδίδει το πρώτο της ποιήμα. Δυο χρόνια αργότερα ο πατέρας της πεθαίνει από διαβητική κρίση. Η μητέρα της, αναλαμβάνει τα σκήπτρα της απόλυτης κυριαρχίας της οικογένειας της. Αυταρχική, απαιτητική, τελειομανής, βαραίνει σαν σιδερένιο φόβητρο στην ζωή της λεπτιπίλεπτης, της εύθραυστης Σύλβια. Και την συνθλίβει!

Οι απόπειρες αυτοκτονίας, το ψυχιατρείο, τα ηλεκτροσόκ

Η μικρή κάνει απόπειρα αυτοκτονίας μόλις 10 ετών. Η μάνα σκληραίνει κι άλλο την επιτήρηση της. Την παρακολουθεί, την προσέχει, την υποψιάζεται και την αστυνομεύει στις παύσεις, ακόμη και στις σκέψεις της. Η Σίλβια για να ευχαριστήσει την μαμά, παίρνει πάντα άριστα. Δεν συμβιβάζεται με κανένα «λίαν καλώς». Οφείλει να θριαμβεύει. Τελειώνει, αριστούχος πάντα, το Σμιθ Κολετζ, στο Νορθάμπτον της Μασαχουσέτης, το διαβόητο σχολείο, σε ένα ειδυλλιακό τοπίο, μόνο για κορίτσια. Κερδίζει έναν διαγωνισμό ποίησης του περιοδικού Μαντεμουαζέλ και ως έπαθλο επισκέπτεται την Νέα Υόρκη. Μια Νέα Υόρκη γεμάτη κόσμο, διαφορετικότητα, σύγχρονη, καλλιτεχνική, εντυπωσιακή. Όταν γυρίσει στην Βοστόνη, θα μάθει πως έχει απορριφθεί απ τον Χάρβαρντ. Κόβει τις φλέβες της. Σώζεται τελευταία στιγμή. Έχει διπολική προσωπικότητα αποφαίνονται οι γιατροί. Την κλείνουν σε ψυχιατρείο. Κάνει μια σειρά από ηλεκτροσόκ. Αυτό προέβλεπε η θεραπεία της εποχής. Πολλά χρόνια αργότερα, θα γράψει σε μυθιστόρημα, στο  «Γυάλινος Κώδων», την εμπειρία από κείνα τα χρόνια. Θα το δημοσιεύσει με ψευδώνυμο για να μην καταλάβει η μάνα της πως είναι αυτή. Μέχρι τέλους την φοβόταν. Πίσω στο χρόνο, η Σιλβια έφηβη ακόμη, θα κερδίσει μια υποτροφία του ιδρύματος Φουλμπράιτ για το Καίμπριτζ. Θα ζήσει στην Αγγλία, λοιπόν. Εκεί, στα σκοτεινά μεσαιωνικά κτήρια των Πανεπιστημίου και στα φοιτητικά δωμάτια του φτηνού κρασιού, των καπνών από τσιγάρα και τις συζητήσεις για ποίηση, πολιτική, τέχνη και όραμα, θα γνωρίσει τον άντρα της ζωής της.

Ο έρωτας με έναν σπουδαίο

Ο Τεντ Χιουζ είναι, ήδη, ποιητής. Και είναι σπουδαίος και ήδη, βραβευμένος, αλλά όχι ακόμα ο «εθνικός» ποιητής της Αγγλίας. Είναι το αντίθετο της, το παραπληρωματικό της, το άλλο κομμάτι απ το παζλ της ενότητας της. Είναι πότης, γλεντζές, αθυρόστομος, φωνακλάς, κοινωνικός, το επίκεντρο πάντα της ομήγυρης, η ψυχή της παρέας, αλλά είναι και τρυφερός, εξωστρεφής, συναισθηματικός, παράφορος, ερωτιάρης, μελιστάλαχτος, παιχνιδιάρης, παρατηρητικός, λυρικός, ρομαντικός. Ερωτεύονται. Αυτή με ένα πάθος εξάρτησης, αυτός με λατρεία για το ευάλωτο, κρυστάλλινο πλάσμα, όλο κόκαλα και ευαισθησία. Θα ζήσουν για λίγο στην Βοστόνη, όπου θα διδάσκουν και οι δυο σε σπουδαία Πανεπιστήμια. Θα επιστρέψουν στο Λονδίνο, για να αφοσιωθούν στην τέχνη τους. Αυτός όλο διαπρέπει. Αυτή τραβιέται στην σκιά του. Κι όμως, ο Χιούζ είναι που επιμένει στην Σίλβια να γράψει, να εκφραστεί, να μην παραμελεί το ταλέντο της. Αυτή σα για να αυτοτιμωρηθεί, όλο αρνείται και όλο παίζει κρυφτό με το χάρισμα της. Το πρώτο τους παιδί, η Φρίντα! Λίγο πριν μια αποβολή. Μετά ο γιος, ο Νίκολας! Η Σίλβια αρχίζει να συνομιλεί με το χαρτί και τις φόρμες της τέχνης. Έχει εκδοθεί ήδη, η ποιητική της συλλογή «Κολοσσός» που είχε εντυπωσιάσει αλλά δεν έχει αγκαλιαστεί απ το ευρύ κοινό. Γράφει ένα θεατρικό έργο. Η μητρότητα, η οδύνη της γεννάς, η αναμονή, η αποβολή και το άδειασμα της ψυχής, η θλίψη μετά τον τοκετό, ο φόβος για την ανικανότητα του να είσαι καλή μητέρα, η μήτρα να κυβερνά όλο το άτομο, πέρα από ιδέες, λογική, συναίσθημα. Πηγαίνουν να ζήσουν σε μια αγροικία, μακριά απ το Λονδίνο, για να γράφουν απερίσπαστοι. Η Σίλβια, πάντα τον υποψιαζόταν, τον ζήλευε, τον παρακολούθησε, τον κατηγορούσε. Τα ξεσπάσματα της παράφορης ζήλιας της, η αλλοφροσύνη στις σκηνές της, αντικαθιστούνταν από μεγάλα διαστήματα απάθειας, σιωπής, αδιαφορίας. Και ο Τεντ; Μα πράγματι την απατούσε. Γιατί αυτό του επέβαλε η φύση του; Η γιατί αυτό του επέβαλε ο ρόλος τους στο σκηνικό δράμα που σκηνοθετούσε, ως φόντο στην δημιουργικότητα της, η Σίλβια; Από αντίδραση, ή από θέση;

Η άλλη γυναίκα και ο θάνατος

Η εγγλέζικη έξοχη, το απομονωμένο περιβάλλον, η απουσία των μποέμικων κύκλων τους, η ενασχόληση με ένα μικρό παιδί τριών χρόνων και ένα βρέφος, βαραίνουν στην Σίλβια. Το σπίτι τους στο Λονδίνο το χει νοικιάσει ένας άλλος ποιητής. Μαζί του, ζει η ερωμένη του. Μια πανέμορφη, μελαχρινή, απελευθερωμένη και πολύ αισθησιακή γυναίκα η Αϊζια Γουέβιλ. Η Σίλβια όταν την πρωτογνωρίζει την λατρεύει. Η γυναίκα όχι μόνο δεν εντυπωσιάζεται απ τον άντρα της ως ποιητή, αλλά γνωρίζει και ταυτίζεται με το δικό της ποιητικό έργο και συγκεκριμένα τον «Κολοσσό». Χαιρετίζει με την ποίηση της την νέα εποχή για τις γυναίκες, κατά τη γνώμη της. Η Σίλβια αρκετό καιρό μετά, θα την καλέσει με τον εραστή της στο σπίτι τους στην εξοχή. Μαγειρεύει, βάζει τα δυνατά της, να εντυπωσιάσει ως νοικοκυρά. Είναι καιρό τώρα μόνη της, με ένα  άντρα που τρώνε τις σάρκες τους, στα πρότυπα της γονιών της. Το βράδυ στο τραπέζι θα αντιληφθεί πως ο άντρας της και η Αϊζια, έχουν μια κρυφή επικοινωνία, ερωτισμό στις ματιές, ηλεκτρικές σπίθες στα φευγαλέα αγγίγματα. Θα ξεσπάσει με ουρλιαχτά. Θα διώξει το ζευγάρι απ το σπίτι της. Θα σπάσει όλα τα πιάτα της. Θα επιτεθεί με νυχιές και μπουνιές στο Τεντ. Λίγες μέρες μετά, ο Τεντ την εγκαταλείπει. Ο παγωμένος χειμώνας της αρχίζει. «Όταν με φίλησε πρώτη φορά στον λαιμό, τον δάγκωνα για ώρα και με μανία στο μάγουλο. Όταν βγήκαμε απ το δωμάτιο, αίμα έτρεχε απ το μάγουλο στο πρόσωπο του» γράφει στο ημερολόγιο της, για την αρχή της σχέσης με τον Τεντ. Αυτή η στιγμή, συμβολικά, γραμμικά είναι όλη τους η ζωή. «Κατά βάθος είμαι άντρας. Επιθυμώ πράγματα, που στο τέλος θα με καταστρέψουν» λέει αλλού. Μόνη της, πίσω στο γκρι, υγρό, παλαιότατο Λονδίνο. Καθημερινότητα. Δυσκολίες. Ανήμπορη. Ανήμπορη να ξεπαγώσει τις παγωμένες σωλήνες του σπιτιού της για να ζεσταθούν τα παιδιά της, να καλύψει βασικές τους ανάγκες, να περπατήσει στον δρόμο χωρίς να γλιστρήσει στον πάγο, να αντιμετωπίσει απλές ιώσεις τους και κρυώματα, να συνηθίσει της ζωή χωρίς τον Τεντ, τον δυνάστη, τον άντρα, τον εραστή, τον μέντορα, τον επιμελητή των γραπτών της, την πηγή της έμπνευσης της. Γράφει, όμως. Γράφει μανιακά. Γράφει ξημερώματα, όταν τα παιδιά της κοιμούνται. Γράφει ενώ η ψυχή και το μυαλό της, σκοτεινιάζουν απ το αλλόκοτο, απ την σύγχυση, απ την χάσιμο των ορίων και της αξίας του μεγέθους των πραγμάτων. Γράφει και οι λέξεις της είναι διαμάντια, λάμπουν καθαρότατα, όλο διαύγεια, ταλέντο, μεγαλείο, σπουδαιότητα, ιδιοφυΐα. Ο χειμώνα τελειώνει, αλλά η παγωνιά συνεχίζεται. Η Αϊζια είναι με τον δικό της άντρα πια. Και είναι έγκυος. Ο φούρνος της κουζίνας ανοιχτός και μαύρος σαν στόμα γίγαντα, ετοιμάζεται να την καταβροχθίσει, να την γλιτώσει, να την σώσει, να την εξαφανίσει, να την θανατώσει. Ο Φεβρουάριος έρχεται. Η αυτοκτονία συμβαίνει. Ήταν 30 ετών…

Η αναγνώριση μετά το τέλος και η αποκαθήλωση του Χιούζ

… «Η ανθρωπότητα προτιμά τους ποιητές νεκρούς, λες και όταν είναι ζωντανοί δεν ξέρει τι να τους κάνει» γράφει ένας σημαντικός έκδοτης ποίησης. Η Πλαθ είναι η μόνη που κερδίζει Πούλιτζερ, μετά θάνατον. Το έργο της γίνεται θρυλικό. Το τέλος της βοηθάει να αναπτυχθεί η μυθική της εικόνα, η υπερτιμημένη για λίγους, η ανυπέρβλητη για τους πολλούς. Λίγα χρόνια, μετά το άγριο τέλος της Σίνθια,  ο Τεντ Χιουζ, θέλει να χωρίσει απ την Αϊζια. Έχουν, πια, ένα κοριτσάκι, την Σούρη, τεσσάρων χρόνων. Αυτή τον εκδικείται όπως η Σίλβια. Παίρνει και το παιδί της, ανοίγει το γκάζι και πεθαίνουν και οι δυο, στην κουζίνα τους. Ο Τεντ από σπουδαίος ποιητής ξαφνικά είναι ο άκαρδος εγκληματίας, ο φαλλοκράτης εγωιστής, το κραταιό αρσενικό που καταστρέφει γυναίκες, που τις θέλει υποχείρια του, που τους στερεί την δημιουργικότητα, που τις οπλίζει με απελπισία, ώστε να σκοτωθούν από μόνες τους. Οι φεμινίστριες τον βάζουν στο στόχαστρο. Ο ίδιος θα φροντίσει να επιμεληθεί των ημερολόγιων της Σίλβια και θα αφαιρέσει έναν ολόκληρο τόμο, καταστρέφοντας τον, που περιγράφει το τελευταίο τους χρόνο, πριν τον χωρισμό. Θα μεγαλώσει τα παιδιά του, θα προσπαθήσει να είναι φυσιολογικά, θα συνεχίσει να γητεύει τις λέξεις, θα μείνει στην σκιά, πια,  της μεγάλης νεκρής σε φήμη. Το 1998, λίγο πριν πεθάνει θα γράψει και θα εκδώσει ποιήματα μόνο για την Σίλβια και την σχέση του. Θα γνωρίσει τον θρίαμβο. Θα παραδεχτεί πως αν έγραφε νωρίτερα για τους δυο τους, δεν ήταν σίγουρος ότι θα χε λογοτεχνική αναγνώριση, αλλά σίγουρα θα χε μεγαλύτερη ψυχολογική ηρεμία. Γράφει: «Μόνος, ο καθένας από μας, ίσως ή όχι να βρω μια ζωή. Δίδυμοι σιαμαίοι, ο καθένας μας πυορρόησε μια μοναδική σήψη ψυχής για τον άλλον, ο καθένας μας ήταν ο πάσσαλος που διατρυπούσε τον άλλον». Αυτός ο πάσσαλος φαίνεται τρυπάει ακόμα όσους παγιδεύτηκαν απ αυτόν τον έρωτα. Όταν η ιδιοφυΐα, το ταλέντο, η ευαισθησία, γίνονται κατάρα και όχι Δώρο απ τον Θεό και χάρισμα απ την μοίρα. Τα θύματα, 45 χρόνια μετά, αιωρούνται κρεμασμένα απ το λαιμό, απομεινάρια ενός καλλιτεχνικού εγωκεντρισμού και ζωών που νομίζουν ότι έχουν δικαίωμα να επικαλούνται τον θάνατο, όποτε επιθυμούν. Μόνο που όταν ανοίγει η πόρτα, αυτός, ο θάνατος, δείχνει να μην βγαίνει ποτέ, ξανά, έξω…  

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*