Ουάιλντ, Μαγιακόφσκι, Τρικούπης: 3 άνδρες, σε 3 καταδικασμένους, παράφορους, μοιραίους έρωτες, σπασμένους στα 3

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΤΣΟΛΚΑ

Διασημότητα, ή μη! Ιδιοφυΐα ή όχι! Παλιοί καιροί ή μοντέρνοι χρόνοι! Τι σημασία έχει; Οι άνθρωποι όλοι, σε όλους τους χρόνους, σε κάθε τόπο, χρωστάνε σε έναν έρωτα. Και κάποιοι απ αυτούς είναι μοιραίοι, ολέθριοι, σπαρακτικοί, βαραίνουν από κοινωνικά και κοσμικά κόστη ή από σπασίματα στα 3. Και ότι και αν λέμε, ο έρωτας δεν είναι κόκκινο λαμπερό σα μπλουζάκια αλλά βυσσινί αίματί απ τις αιμορραγίες…

Ο πρωθυπουργός Χαρίλαος Τρικούπης και η παντρεμένη βαρόνη Μαρία φον Τράουντμπεργκ

Ήταν ένας έρωτας απαγορευμένος, παθιασμένος, άπαυτούς μιας άλλης εποχής, που έχουν χρώμα σέπια και μυρίζουν ελαφρά λεβάντα και φρεσκοπλυμένο βαμβακερό ύφασμα. Ο Χαρίλαος Τρικούπης είναι πια 50 χρονών και πρωθυπουργός επί δεκαετίες της χώρας. Εκείνη είναι μόλις 25! Μια ξανθιά, λεπτή αλλά πανύψηλη καλλονή, με μάτια στο χρώμα παγωμένων θαλασσών που μαγεύουν τον πρωθυπουργό. Ο έρωτας είναι καταδικασμένος. Η βαρόνη φον Τράουντεμπεργκ είναι παντρεμένη! Είναι παντρεμένη με τον πρέσβη της Αυστρίας στην Ελλάδα, ένα πρόσωπο ιδιαίτερα σημαντικό για τις πολιτικές ισορροπίες της εποχής. Η σχέση αυτή, στις σκιές, στο περιθώριο της ιστορίας, θα κρατήσει μέχρι το τέλος της ζωής του Τρικούπη. Ο Σουρής, πάντα καυστικός και στο στόχαστρο όσων ψάχνουν τα όρια της σάτιρας –διότι από τότε υπήρχαν!- σημειώνει στην εφημερίδα του Ο Ρωμιός, πως «επιθυμώ να δω και τον Τρικούπη που του χει γίνει ο έρωτας κουνούπι».  Ο Τρικούπης ήταν τόσο συνεπαρμένος απ την βαρόνη που ενώ ο σύζυγος της είχε μετατεθεί σε άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, την καλεί τα καλοκαίρια στην Ελλάδα διαθέτοντας της ένα  μικρό στρατιωτικό πλοιάριο ώστε να κάνει κρουαζιέρες στα ελληνικά νησιά.

Σκάνδαλο; Μα όσο υπάρχουν άνθρωποι, φυσικά υπάρχουν σκάνδαλα, μόνο που τότε οι άνθρωποι χαμήλωναν την φωνή για να τα συζητήσουν και δεν τα βροντοφωνάζαν. Έτσι ψιθυριστά στην αριστοκρατική Αθήνα  συζητούσαν και για την φημολογούμενη σχέση της αδελφής του Τρικούπη, Σοφίας με τον ορκισμένο, παθιασμένο αντίπαλο του τον Θόδωρο Δεληγιάννη. Ο Χαρίλαος Τρικούπης ζούσε πάντα με την αδελφή του, την Σοφία. Μια αυστηρή, πολύ προσκολλημένη στις αξίες της και στην ηθική της εποχής γυναίκα. Όταν η Σοφία ήταν κοπελίτσα ο Δεληγιάννης ήταν επιστήθιος φίλος με τον αδελφό της. Λέγεται πως υπήρξε κάποιο αίσθημα ανάμεσα στην Σοφία και τον Δεληγιάννη και πως αυτό δεν έβρισκε σύμφωνο τον Χαρίλαο Τρικούπη. Η Σοφία έμεινε ανύπαντρη πάντα αφανής πίσω απ την σκιά του μεγάλου αδελφού, κρατώντας το σπίτι τους στην οδό Ακαδημίας τους χειμώνες, το εξοχικό τους στην Αίγινα και το πατρικό τους στο Μεσολόγγι. Στις εκλογές της 16ης Απριλίου του 1895 το κόμμα του Τρικούπη παθαίνει –για τα κακά οικονομικά της χώρας- πανωλεθρία, ενώ ο ίδιος αποτυγχάνει να βγει βουλευτής στην πατρίδα του Αιτωλοακαρνανία, για τέσσερις μόλις ψήφους! Εκλέγεται ο μέχρι πριν λίγο ανύπαρκτος στο πολιτικό τοπίο Γουλιμής. Με την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων ο πάντα, βρετανικά, ψύχραιμος Τρικούπης λέει την ιστορική πλέον φράση: «Ανθ ημών Γουλιμής. Καληνύχτα σας». Περισσότερο πικραμένος από όσο αφήνει να φανεί αναχωρεί για ένα ταξίδι στην Ευρώπη, συντροφιά πάντα με την νεαρή βαρόνη αλλά και… τον σύζυγο της. Θα αποχαιρετίσει την αδελφή του χωρίς να την αγκαλιάσει, με μια όρθια χειραψία, κατά τις συνήθειες του. Σε έναν σταθμό στις Κάννες θα αρρωστήσει βαριά. Θα αφήσει την τελευταία του πνοή, στην αγκαλιά της βαρόνης, στις 17 Μαρτίου του 1896. Απελπισμένη, ρημαγμένη, μόνη της πια η Σοφία, πίσω στην Αθήνα, σπεύδει στον παλιό αγαπημένο της τον Θεόδωρο Δεληγιάννη. Τον παρακαλεί να στείλει ένα πολεμικό σκάφος να παραλάβει την σωρό του αδελφού της, αυτού που υπήρξε για επτά φορές πρωθυπουργός της χώρας. Ο Δεληγιάννης δεν ξεχνά. Δεν συγχωρεί. Δεν δείχνει μεγαλοψυχία. Ούτε ο θάνατος δεν απαλύνει την έχθρα, δεν λειαίνει τις γωνίες του μίσους, δεν γεννά μεγαλοσύνη. «Τα πολεμικά πλοία της χώρας δεν προορίζονται για τις μεταφορές νεκρών» απαντά. Ο Ανδρέας Συγγρός και άλλοι φίλοι του Τρικούπη, αναλαμβάνουν τα έξοδα. Ο πρωθυπουργός επιστρέφει για τελευταία φορά στη χώρα του. Νεκρός…

 Περιμένοντας τον η Σοφία, ανησυχεί για την υστεροφημία του. Ανοίγει την προσωπική του αλληλογραφία. Δεν καταστρέφει τα δεκάδες γράμματα του, μετά από περίπου 17 χρόνια, με την αγαπημένη του βαρόνη. Δεν τολμά. Παίρνει όμως ένα μικρό ψαλίδι και κλείνεται στο γραφείο του αδελφού της. Νυχθημερόν, με επίμονη, με προσήλωση, με τελειομανία, κόβει με το ψαλίδι της, κάθε φράση, όποια παράγραφο, οτιδήποτε μπορεί να προδώσει συνθήματα, λεπτομέρειες, αισθήματα, πάθος. Οι επιστολές, γίνονται χαρτιά κολοβωμένα, ανάπηρα λόγια, σημεία στίξης αποδυναμωμένα, νεκρωμένα  από καθετί προσωπικό και ανθρώπινο. Κάνει το χρέος στην εποχή, στην ηθική, στις δικές της αξίες. Κάπου εκεί, υποσυνείδητα, μέσα στους δαίδαλους της ψυχής, ίσως, ξανά να συναντιέται με τον παλιό αγαπημένο, Δεληγιάννη. Ό,τι επιλέγουν θα ξεχαστεί. Θα ελέγξουν, θα χειριστούν την ιστορία. Θα μείνουν προσκολλημένοι σε ένα καταδικασμένο παρελθόν. Θα εγκλωβιστούν στην προσωπική τους μνήμη. Και θα στερήσουν από έναν άνθρωπο που και οι δυο αγάπησαν, κάτι μεγάλο: την αλήθεια του. Στην κηδεία μαζεύονται χιλιάδες κόσμου, τόσοι όσο η Αθήνα πρώτη φορά βλέπει. Η Σοφία έχει ρυθμίσει τις λεπτομέρειες, όλα γίνονται καθωσπρέπει και όπως απιστεί το πρωτόκολλο. Αλύγιστη, τυλιγμένη στο μαύρο κρεπ, ξέρει πως η οικογένεια της τελειώνει με εκείνη ταφή. Αναγνωρίζει την μοναξιά, που την περιμένει στο τέλος της μέρας. Δεν δίνει το χέρι της στην βαρόνη Μαρία Φον Τράουντμπεργκ, ποτέ. Ούτε για αντίο, ούτε για συλλυπητήρια. Αμέσως μετά εκείνη θα εξαφανιστεί στην απεραντοσύνη της Ευρώπη και στην σκιά της ιστορίας.

Η Σοφία μένει για λίγο ακόμα. Συνεχίζει να πηγαίνει στην Αίγινα το καλοκαίρι, στο Μεσολόγγι την άνοιξη. Τα σπίτια γερνάνε μαζί της. Σιγά ο κόσμος όλος γερνάει μαζί της. Παραμένει θησαυροφύλακας ή απλώς σκευοφύλακας για καθετί που αφορούσε στον αδελφό της, ώσπου μην έχοντας πια κανέναν να προσέχει, πεθαίνει. Μπορεί ο άλλος κόσμος να είναι όπως τον περιγράφουν τα βιβλία των θρησκευτικών, αλλά πόσο πιο όμορφη θα ήταν μια εικόνα αιθερικής αντάμωσης ψυχών στην νιότη τους, μέσα σε κατάφωτες αίθουσες χορού, με αναμμένους όλους του κρυστάλλινους πολυελαίους, όπου ένα νεαρός αριστοκράτης δεν σκοτίζεται με πολιτική, έχθρες, αντιπάλους, καταδικασμένους έρωτες, ηθικολογίες, αλλά στροβιλίζεται αιωνίως σε ένα περιπαθές βαλς, κρατώντας στην αγκαλιά του μια βαρόνη, μια Μαρία, την καταδική του αγαπημένη!

Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι και Λιλλή Μπρικ σε χρόνια έρωτα, τέχνης και επανάστασης

Εκείνος έγραψε με την αυτοκτονία του τον επίλογο μιας Επανάστασης. Ούτως ή άλλως πάντα του ήταν συνεπής στο να τα αλλάξει όλα. Ακόμα και τον έρωτα. Η μάλλον πρώτα απ όλα τον έρωτα. «Φτύνε καλά. Σημάδευε κέντρο» προειδοποιούσε. Ποιητής και επαναστάτης! Έδωσε πολλά στον αγώνα των Μπολσεβίκων. Απελπίστηκε βλέποντας τη διάψευση των ονείρων απ’ την Σταλινική εξουσία, την απελπισία της Σοβιετικής πραγματικότητας και τον αδιέξοδο έρωτά του για μια παντρεμένη γυναίκα, που αγαπούσε τον άνδρα της, το ίδιο με αυτόν, τον εραστής της. Τα ποιήματά του είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου εμπνευσμένα από αυτήν και ενδιάμεσα, όσο η Λίλλη Μπρικ τον επέτρεπε σε μικρές δόσεις, σε κάποιες άλλες, όπως την αισθαντική Έλσα την αδελφή της, που εκείνη τους γνώρισε, την σπουδαία ποιήτρια Άννα Αχμάτοβα, αλλά και της σταρ της εποχής Βέρα Χολόντναγια. Όμως, εκείνη, -χα!- ήταν πάντα εκείνη που όριζε τους κανόνες των δυο … ε… των τριών τους…

Ο Μαγιακόφσκι γνώρισε τη Μπρικ στα 22 του. Εκείνη ήταν 23 και παντρεμένη με τον εκδότη Όσιπ Μπρικ. Ο Μαγιακόφκσι, το «κουτάβι», η Λίλλα, η «γατούλα» και ο Όσιπ, ο «ψιψίνος», όπως αποκαλούντουσαν μεταξύ τους, ζήσανε στο ίδιο σπίτι, σχεδόν αμέσως μετά τη γνωριμία τους. Η Λίλλα είχε και πολλές άλλες σχέσεις. Και άφηνε στον Μαγιακόφσκι το περιθώριο να έχει και εκείνος. Όμως, ήξερε πως θα γυρνούσε σε εκείνη. Άλλωστε, του το είχε ξεκαθαρίσει στον Μαγιακόφκσι. «Τη νύχτα είμαι δική σου. Τη μέρα θα κάνω ότι θέλω». Το 1927 και μετά η Σοβιετική Ένωση συντηριτικοποιείται. Η σταλινική κυβέρνηση προσπαθούσε να αποκρύψει τη σχέση αυτή και να αποσυνδέσει το όνομα της Μπρικ από αυτό του Μαγιακόφσκι. Είναι σκάνδαλο πια! Εκείνος όμως, ακόμα και στο γράμμα που έγραψε πριν αυτοκτονήσει, ζητά απεγνωσμένα να την κάνει δική του. «Λιλλή αγαπάμε» της γράφει. Εκείνος αναφλέγεται και πνίγεται ταυτόχρονα. Σαν ποιητής στενεύει την έκφραση του και πνίγεται απ τον επιβεβλημένο και καθαρό σοσιαλιστικό ρεαλισμό. Ο μοντερνισμός μετά τον φουτουρισμό είναι η απαγορευμένη έλξη του. Ήθελε να ταξιδέψει στον κόσμο και το καθεστώς δεν του έδινε άδεια να ακολουθήσει την Λίλλη και τον Οσιπ. Αυτοκτόνησε. Ήταν 14 Απριλίου του 1930. Στο σημείωμα που βρέθηκε στον τόπο της αυτοκτονίας του έγραφε: «… Σε όλους. Μην κατηγορήσετε κανέναν για το θάνατο μου και παρακαλώ να λείψουν τα κουτσομπολιά. Ο Μακαρίτης τα απεχθανόταν φοβερά. Μαμά, αδελφές, και σύντροφοι, σχωρέστε με – αυτός δεν είναι τρόπος (δεν τον συμβουλεύω σε κανένα), μα εγώ δεν έχω διέξοδο. Λιλλή αγάπα με. Συντρόφισσα κυβέρνηση, η οικογένειά μου είναι η Λιλλή Μπρικ, η μαμά, οι αδελφές και η Βερόνικα Βιτόλνταβνα Πολόνσκαγια. Αν τους εξασφαλίσεις μια ανεκτή ζωή, σ’ ευχαριστώ. Τα αρχινισμένα ποιήματα δώστε τα στους Μπρικ, αυτοί θα τα καθαρογράψουν. Όπως λένε «Το επεισόδιο έληξε»… και… «η βάρκα του έρωτα συντρίφτηκε πάνω στην καθημερινότητα. Έχω ξοφλήσει τους λογαριασμούς μου με τη ζωή. Προς τι, λοιπόν, η απαρίθμηση των αμοιβαίων πόνων, των συμφορών και των προσβολών; Να ‘στε ευτυχισμένοι». Ήταν 37 ετών.

Μετά την αυτοκτονία του, οι σοβιετικοί τον αποκήρυξαν. Για τον τύπο ήταν «φορμαλιστής» και «όχι «Καλλιτέχνης του Λαού». Έπασχε από «αστικό εγωισμό» και δεν ήταν «στρατευμένος καλλιτέχνης».  Πολλοί σπεύδουν να κατηγορήσουν τη Λίλλη και το πάθος του για αυτήν για την αυτοκτονία. Η ίδια όμως το αρνείται, συμπληρώνοντας ότι όσο ήτανε μαζί αποπειράθηκε δύο φορές να αυτοκτονήσει, σώζοντάς τον και τις δύο. Ήταν για αυτόν ότι ήθελε και χρειαζόταν. Μούσα και άπιαστη και δικιά του και όχι κτήμα του. Ήταν μοιραία; Μπορεί! Είχε όμως καταπληκτική ικανότητα να ανακαλύπτει ταλέντα και να τα επιβάλλει. Ιδιοφυίες όπως οι: Σεργκέι Αϊζενστάιν,  Μπορίς Παστερνάκ, Σεργκέι Παρατζάνωφ, Μάγια Πλισέτσκαγια, Αντρέι Βοζνεσένσκι και Πάμπλο Πικάσο. Ηταν κατά τον Πάμπλο Νερούδα «μούσα της ρωσικής avant-garde».  Η Λίλλη Μπρικ, η άπιαστη αγαπημένη, ο μεγάλος έρωτας, η ισχυρή γυναίκα ενός άλλου, η μούσα, η μάνατζερ, η ερωμένη, η εκδότρια έγραψε, στο Στάλιν και του ζήτησε να βάλει τέλος στον διασυρμό του Μαγιακόφσκι. Ο Στάλιν για χάρη της, γοητευμένος κι εκείνος, έκανε τους πάντες να σωπάσουν, ανακηρύσσοντας τον, τον «καλύτερο και πιο ταλαντούχο ποιητή της σοβιετικής εποχής». Όλοι οι φίλοι της και το περιβάλλον της, ένας – ένας, χάνονται, όταν του καταπίνει η Σταλινική εκείνη εποχή. Μόνο η ίδια ζει και βασιλεύει. Μερικοί είπανε εκ των υστέρων, πως δεν ήταν μόνο η γοητεία που ασκούσε στον σοβιετικό Ιωσήφ Γιουκασβίλι, αλλά και το ότι συνεργαζόταν με το Λαϊκό Κομισαριάτο Εσωτερικών Υποθέσεων, πρόδρομο της ΚΑ – ΓΚΕ – ΜΠΕ. Όταν αυτοκτονεί ο Μαγιακόφσκι, εκείνη ήταν απασχολημένη να ζει ένα θυελλώδη έρωτα.

Τελικά, την ίδια χρονιά με το τέλος του ποιητή, πήρε διαζύγιο από τον Όσιπ και παντρεύτηκε τον Πριμακόφ, ο οποίος στις δίκες της Μόσχας, το 1937 καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε. Ένα χρόνο αργότερα, το 1938, η Μπρικ παντρεύτηκε τον συγγραφέα Βασίλι Κατανιάν και πέρασαν μαζί 40 χρόνια έγγαμου βίου. Το 1978, μετά από τρεις γάμους και μια θυελλώδη ζωή, στα 87 της, άρρωστη, αυτοκτονεί στο εξοχικό της, ενώ αναστέναζε ποθώντας ένα τελευταίο ταξίδι στο Παρίσι. Όλοι οι πρωταγωνιστές αυτής της Ιστορίας, είχαν φύγει προ πολλού απ το προσκήνιο. Μετά το θάνατο του Ιωσήφ Στάλιν άρχισε να διαδίδεται πως ο Μαγιακόφσκι δεν αυτοκτόνησε, αλλά δολοφονήθηκε κατ’ εντολή του παντοδύναμου Γεωργιανού. Οι φήμες δεν αποδείχτηκαν ποτέ. Οι ποιητές, οι παθιασμένοι επαναστάτες, οι φλεγόμενες ψυχές δεν τον ξέχασαν ποτέ, γιατί άλλωστε: 

«…Τρυφεροί μου!

Αφήστε τον έρωτα στα βιολιά

Είναι βάρβαρο στα τύμπανα να μένει.

Και δεν μπορείτε να φέρετε τα πάνω κάτω όπως εγώ,

ώστε να μείνουν μόνο τα χείλη.

Ελάτε να μάθετε –

απ’ το βελούδινο σαλόνι

του τάγματος των αρχαγγέλων το πρωτόκολλο

 που ήρεμα τα χείλη ξεφυλλίζει

όπως η μαγείρισσα το βιβλίο των συνταγών.

Πηγαίνετε –

Η σάρκα πάει να με τρελάνει

– κι όπως αλλάζει χρώμα ο ουρανός –

πηγαίνετε –

θα είμαι άψογα τρυφερός,

δεν είμαι άντρας εγώ, είμαι ένα σύννεφο με παντελόνια!…»…

Όσκαρ Ουάιλντ και Λόρδος Άλφρεντ Ντάγκλας: προδοσία, σκάνδαλο, φυλακή και εγκατάλειψη

 

Παθιασμένος, ανυπότακτος, υπέροχος προβοκάτορας με την σκέψη και τη ζωή του, προκλητικός, μια μορφή πολύπλοκη όσο και το έργο του ως μυθιστοριογράφου, ποιητή, θεατρικού συγγραφέα και κριτικού. Ο Ιρλανδός Όσκαρ Ουάιλντ, που έζησε στην Αγγλία, πάντα με ένα πάθος και μια επαναστατικότητα μέσα του, είναι η πλέον αναγνωρίσιμη λογοτεχνική περσόνα της βικτοριανής εποχής, γέννημα της και αρνητής της. Εξαίσια ιδιοφυής, έζησε έρωτες, πάθη, δόξα, επιτυχία, τεράστια φήμη, αλλά και συκοφάντηση, προδοσία, περιθωριοποίηση, φυλακή, εξορία, περιφρόνα. Δεν έχει σημασία μια χρονολογική απαρίθμηση μεγάλων σταθμών, γεγονότων, επιτευγμάτων στην ύπαρξη του, όσο η φευγαλέα έστω μνήμη στο φωτεινό όλο αστραπές και αιμορραγία έργο του. Ο 37χρονος, πια, παντρεμένος, πατέρας δύο παιδιών και απόλυτα επιτυχημένος Όσκαρ Ουάιλντ γνωρίζει τον κατά δεκαέξι χρόνια νεότερό του, Λόρδο Άλφρεντ Ντάγκλας, που εργάζεται ως δημοσιογράφος, ονειρεύεται να γίνει ποιητής αλλά χωρίς να χει ταλέντο και έχει εμμονή με το  «Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέι»,που αν και μόλις έχει κυκλοφορήσει, ο νεαρός το χει διαβάσει ήδη, 14 φορές. Το δέσιμο των δυο αντρών ήρθε πολύ γρήγορα και κράτησε μέχρι το 1895, για τέσσερα χρόνια απολαυστικά γι΄ αυτούς αλλά ενοχλητικά για όλους τους υπόλοιπους της εποχής. Οι ίδιοι δε νοιάζονται. Ζουν ο ένας για τον άλλον. Ώσπου, ο πατέρας του Άλφρεντ Ντάγκλας, Μαρκήσιος του Κουίνσμπερι, καθώς θεωρούσε αυτήν τη σχέση ανήθικη, θέλοντας λοιπόν να τον χλευάσει άφησε μια κάρτα στον μπάτλερ του αριστοκρατικού κλαμπ όπου ήταν και οι δυο μέλη, η οποία έγραφε: «Προς τον Όσκαρ Ουάιλντ, τον σοδομίτη». Η τιμωρία, τότε, στην Αγγλία, για κάτι τέτοιο μπορούσε να είναι ακόμα και ο θάνατος. Ο Όσκαρ Ουάιλντ κάνει μήνυση στον Μαρκήσιο για δυσφήμιση με φόβο να μην, όντως, αποδειχτεί η ερωτική σχέση του με τον Άλφρεντ. Στα δικαστήρια που ακολούθησαν ο συγγραφέας διασύρθηκε ως ”ένας μεσήλικας που παρέσυρε μικρά ανόητα αγόρια στην ακολασία”. Έγινα  φύλλο και φτερό τα ερωτικά γράμματα που έστελνε στον Ντάγκλας, ενώ ρωτήθηκε πολλές φορές για το συγγραφικό του έργο, αν υποκινούσε σε ομοφυλοφιλικές πράξεις. Καταδικάστηκε. Μέτρησε εναντίον του, ακόμα και ένα κακότεχνο ποίημα του Αλφρεντ που έλεγε πως «είμαι η αγάπη που δεν τολμά να φανερωθεί». Οι φίλοι του τον προέτρεπαν να φύγει από την Αγγλία, όμως η μητέρα του, του είπε να κάτσει και να πολεμήσει σαν άντρας. Κάτι που και ο ίδιος έκανε. Καταδικάστηκε. Έμεινε να εκτίσει την ποινή του. Δύο χρόνια καταναγκαστικών έργων! Σε όλη την διάρκεια των δικών, του χλευασμού από τον τύπο, του εξοστρακισμού απ τα σαλόνια και της φυλάκισης στα κάτεργα, ο Αλφρεντ δεν είναι εκεί. Δεν εμφανίζεται κοντά του. Ο Όσκαρ καταρρέει…

Βαθύτατα πληγωμένος απ’ την προδοσία ενός εραστή, τσακισμένος σωματικά και ψυχικά, παρασυρμένος από παραφορά και πάθος και πεταμένος στην μοναξιά και στην περιφρόνηση, έγραψε δύο αριστουργήματα, τα «Η μπαλάντα της φυλακής του Ρήντιγκ» και το «De Profundis». Θα πεθάνει πάμφτωχος, απαξιωμένος και ταπεινωμένος στο Παρίσι, σε ηλικία 46 ετών, εκλιπαρώντας πάντα για λίγο ακόμα από κείνη την αγάπη του διεφθαρμένου, δειλού και τόσο λατρεμένου εραστή! Στη κηδεία του, ο Ντάγκλας έπαιζε το ρόλο του θλιμμένου εραστή, προκαλώντας την οργή των φίλων του Ουάιλντ. Δύο χρόνια μετα τον θάνατο του Ουάιλντ  παντρεύεται την ποιήτρια Ολίβ Κάστανς, αποκτά ένα παιδί, ασπάζεται με πάθος τον καθολικισμό και γινεται πολέμιος της ομοφυλοφιλίας. Καταφέρεται, ανάμεσα σ άλλους, ενάντια της Μόντ Άλλαν, ηθοποιό της εποχής και πρωταγωνίστρια του θεατρικού έργου ”Σαλώμη” του Ουάϊλντ, που την κατηγορεί πως στην πραγματικότητα είναι μέλος μιας μυστικής συνωμοτικής γερμανικής οργάνωσης με σκοπό να παρασύρει επιφανή μέλη της αγγλικής κοινωνίας στο λεσβιασμό και στην ομοφυλοφιλία. Ο Άλφρεντ Ντάγκλας, ακόμη, κατηγορεί ,δημόσια, τον Όσκαρ, που καταστράφηκε για τον έρωτα, πως τον διέφθειρε και πως όλα του τα έργα είχαν πρόθεση να δημιουργήσουν θετική εικόνα για την ομοφυλοφιλία. Εκδίδει μια εφημερίδα με αντισημιτικό περιεχόμενο για περίπου ένα χρόνο. Θα σπαταλήσει την περιουσία που του άφησε ο πατέρας του, θα καταλήξει στην φυλακή, ο μοναδικός του γιος πάσχει από σχιζοειδή διαταραχή, έγκλειστος σε ψυχιατρείο. Πεθαίνει μόνος, πάμφτωχος και σχεδόν ξεχασμένος από όλους.

Ο Όσκαρ δε γύρισε ποτέ του στο Λονδίνο, που τον αποθέωσε, τον είχε είδωλο του και τον γκρέμισε με μανία ηδονική, αλλά ούτε και στην πατρίδα του, την Ιρλανδία. Έμεινε για πάντα στο Παρίσι. Στο τάφο του έχουν γραφεί στίχοι από τη θλιμμένη και πικραμένη «Μπαλάντα της φυλακής του Ρέντιγκ»: «Γι’ αυτόν, η τσακισμένη λήκυθος του οίκτου θα γεμίζει με ξένα δάκρια. Γιατί θα τόνε θρηνούν οι απόκληροι της ζωής κι οι απόκληροι πάντα κλαίνε». Είναι άλλωστε σ αυτό του ποίημα, που λατρεύουμε, όχι για τα υπέροχα, σοφά, σαρκαστικά αποφθέγματα του, που σ όλο τον κόσμο χρησιμοποιούνται, η τα κορυφαία θεατρικά του έργα του, την εποχή της αποθέωσης του, τον θυμόμαστε σήμερα, αλλά μ αυτό το ποίημα, τη «Μπαλάντα της φυλακής του Ρέντιγκ», το φτιαγμένο από περιθώριο και σακάτεμα. Άλλο ένα απόσπασμα:

«Μα κι ο καθείς σκοτώνει ό,τι αγαπάει,

και πρέπει αυτό απ’ όλους ακουστεί.

Άλλοι με κολακεία σε σκοτώνουν

Κι άλλοι με ματιά φαρμακερή

Μ’ ένα φιλί σκοτώνουν οι δειλοί,

Κι οι γενναίοι άνδρες με σπαθί.

Νέοι σκοτώνουν άλλοι την αγάπη τους

Κι άλλοι σαν γενούνε γέροι.

Με χέρι Λαγνείας άλλοι τήνε πνίγουνε

Κι άλλοι με Πλούτου χέρι

Κι επειδή πιο γρήγορα παγώνει έτσι το κορμί,

Οι πονόψυχοι σκοτώνουν με μαχαίρι.

Άλλοι για λίγο ερωτεύονται κι άλλοι για πολύ.

Άλλοι τον Έρωτα πουλάνε κι άλλοι τον αγοράζουν.

Άλλοι με βουρκωμένα μάτια τον σκοτώνουνε

Κι άλλοι βουβοί τον αφανίζουν

Κι ενώ ο καθείς σκοτώνει ό,τι αγαπάει,

Όλοι ωστόσο δεν πεθαίνουν…»…