Οι Μικρές Κυρίες της Γκέργουικ είναι η κινηματογραφική θέση να γίνονται σεβαστές οι επιλογές των γυναικών αυτής της γενιάς

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΤΣΑΠΑΤΣΑΡΗ

Πρόσφατα παρακολούθησα την ταινία “Μικρές Κυρίες” (“Little Women”), μια ακόμα κινηματογραφική μεταφορά του κλασικού βιβλίου της Αμερικανίδας συγγραφέως Λουίζα Μέι Άλκοτ. Όπως συμβαίνει με τα περισσότερα κλασικά λογοτεχνικά αριστουργήματα, σχεδόν σε κάθε γενιά αντιστοιχεί μια κινηματογραφική μεταφορά: Άννα Καρένινα, Ρωμαίος και Ιουλιέτα, Ο Μεγάλος Γκάτσμπυ…

Οι κινηματογραφικές Μικρές Κυρίες της, γεννημένης το 1983, Γκρέτα Γκέργουικ

Οι Μικρές Κυρίες της, γεννημένης το 1983, Γκρέτα Γκέργουικ και του 2019 είναι αδιαμφισβήτητα οι Μικρές Κυρίες της δικής μου γενιάς. Η Γκρέτα είχε ήδη δώσει τα διαπιστευτήριά της ως σπουδαία σκηνοθέτης με την προηγούμενή της ταινία Ladybird, μόλις η 5η γυναίκα στην ιστορία του θεσμού υποψήφια για Όσκαρ Σκηνοθεσίας. Στις Μικρές Κυρίες, όπου είναι υπεύθυνη και για τη διασκευή του σεναρίου και υποψήφια για Όσκαρ στην αντίστοιχη κατηγορία, μένει πιστή στο πνεύμα του μεγάλου λογοτεχνικού έργου αναδεικνύοντας όμως πλευρές της πλοκής με ένα τρόπο που φωνάζει 2020. Μέσα σε ένα αγγλικό σινεμά μια κρύα βραδιά του Γεννάρη, η Γκρέτα κατάφερε να με πάει πίσω στα παιδικά μου χρόνια, όταν η δικιά μου κόπια “Μικρών Κυριών” με το πράσινο χοντρό οπισθόφυλλο και το 70s εξώφυλλο με τη ρομαντική ζωγραφιά των τεσσάρων κοριτσιών είχε φθαρεί από τις πολλές φορές που είχε διαβαστεί. Και με πήγε πίσω στη δικιά μου Τζο Μαρτς. Το ίνδαλμα όλων των κοριτσιών απανταχού της Γης που αγαπούν το διάβασμα και περπατάνε στη ζωή με ανεξάρτητο, αδάμαστο πνεύμα.

Η Τζο Μαρτς, ίνδαλμα όλων των κοριτσιών, που αγαπούν το διάβασμα και περπατάνε στη ζωή με ανεξάρτητο, αδάμαστο πνεύμα

Η παλιά μου γνώριμη Josephine “Jo” March: το σύμβολο κάθε “ανυπότακτου” κοριτσιού, κάθε κοριτσιού που προτιμάει να διαβάζει βιβλία παρά να αγοράζει φούστες (όπως της λέει μετανιωμένη άλλωστε η μικρή αδερφή της Έιμι: “σου έκαψα το χειρόγραφο βιβλίο σου γιατι ήξερα ότι αν σου χαλούσα ένα από τα φορέματα σου δε θα σε ένοιαζε καθόλου – και ήθελα τόσο να σε νοιάξει…”), το σύμβολο καθε “αγοροκόριτσου” που η κοινωνία και η οικογένεια το προτρέπουν να μην φωνάζει, να μην κάνει μεγάλα βηματα, να μην είναι τόσο έντονο και παθιασμένο, να είναι μια μικρή κυρία. Τζο Μαρτς, το σύμβολο κάθε κοριτσιού που, ενώ από νωρίς έχει αποκηρύξει το γάμο και τις κοινωνικές του νόρμες, βρίσκει τελικά τον έρωτα και τη συντροφικότητα όχι εκεί που είναι αναμενόμενο από τον μικρόκοσμό της, αλλά εκεί όπου την προστάζει η εσωτερική της διαφορετικότητα: σε έναν σχεδόν “απένταρο”, μεγαλύτερό της, Γερμανό μετανάστη που την αγαπά και τη θαυμάζει με έναν ήρεμο, βαθύ και σταθερό τρόπο (εδώ φυσικά να τονίσουμε ότι και πάλι η Γκρέτα έχει “πειράξει” την πλοκή του βιβλίου, αντικαθιστώντας το μεσήλικα καθηγητή Μπάερ που έχει κάθε αναγνώστρια στο μυαλό της, με το Γάλλο καλλονό Louis Garrel, καθόλου μεσήλικα και πρώην γαμπρό της Carla Bruni…).

Η Μέγκ και πως δε χρειάζεται απαραίτητα να είσαι βιβλιόφιλη, φιλόδοξη και ανεξάρτητη για να είναι σεβαστές οι επιλογές σου ως γυναίκα

Η μεγάλη όμως μαγκιά της Γκέργουιγκ δεν είναι μόνο η απεικόνιση της γνωστής σε κάθε οπαδό της, Τζο. Είναι ότι, ακόμα και μέσα από μια προσωπικότητα όπως αυτή της μεγαλύτερης αδερφής Μεγκ καταφέρνει να περάσει το φεμινιστικό της μήνυμα. Η μεγαλύτερη Μαρτς αγαπάει το σπίτι της και την οικογένειά της, είναι το δεξί χέρι της μητέρας της, είναι “προκομμένη” και μητρική, αγαπάει τους χορούς και τα ωραία φορέματα και ο σκοπός της στη ζωή είναι να παντρευτεί έναν άντρα που την αγαπά και να δημιουργήσει ένα ζεστό σπιτικό. Τελικά τα καταφέρνει και παντρεύεται κι αυτή έναν “απένταρο” καθηγητή, που, παρόλες τις στερήσεις και τους κόπους, τις προσφέρει απεριόριστη αγάπη, σεβασμό και την ευτυχία που ονειρευόταν. Λίγο πριν το γάμο της Μεγκ, η Τζο, σοκαρισμένη που η αδερφή της θα εγκαταλείψει αυτήν και την οικογενειακή εστία, την παρακαλεί “έλα να το σκάσουμε μαζί, έχεις ακόμα καιρό! Εσύ θα γίνεις μια μεγάλη θεατρίνα κι εγώ συγγραφέας και δε θα γίνουμε ποτέ βαρετές!”. Την αγκαλιάζει και τρομοκρατημένη αναρωτιέται “είναι σήμερα το τέλος της παιδικής μας ηλικίας;”. Η Τζο, και η κάθε Τζο ανά τους αιώνες, τρομοκρατείται από την ιδέα της ενηλικίωσης και του γάμου. Ένα χαρισματικό παιδί φοβάται ότι, εάν ακολουθήσει την πεπατημένη, η κοινωνία θα έρθει και θα ισοπεδώσει τη διαφορετικότητά της, είτε αυτή είναι να γίνει επιτυχημένη γυναίκα συγγραφέας στη Μασαχουσέτη του 1860, είτε να τελειώσει το σχολείο και να πάει στο Πανεπιστήμιο στο σημερινό Πακιστάν. Η απάντηση της μελλόνυμφης είναι αποστομωτική: “Just because my dreams are different than yours doesn’t make them unimportant” (Μόνο επειδή τα όνειρά μου είναι διαφορετικά από τα δικά σου, δε σημαίνει ότι είναι λιγότερο σημαντικά). Ενώ παλιές κινηματογραφικές εκδοχές έτειναν να υποβαθμίζουν τις επιλογές της Μεγκ ως μπανάλ, η Γκρέτα έρχεται να μας υπενθυμίσει οτι δε χρειάζεται απαραίτητα να εισαι βιβλιόφιλη, φιλόδοξη και ανεξάρτητη για να είναι σεβαστές οι επιλογές σου ως γυναίκα. Μια γυναίκα οφείλει να είναι ελεύθερη να κάνει ό,τι επιλογές θέλει, από το να μην παντρευτεί ποτέ και να αφιερωθεί στη φιλοδοξια και στο πάθος της μέχρι το να θέλει να παντρευτεί και να αφιερώσει τη ζωή της στο σπίτι της και στα παιδιά της. Όλα είναι σεβαστά ως συνειδητές προσωπικές επιλογές, όχι πορείες επιβεβλημένες από την οικογένεια και την κοινωνία. Αν δεν είναι αυτό ο φεμινισμός, τι είναι;

Η Έιμι και οι συνειδητές, γυναικείες επιλογές

Και μιλώντας για γάμο και φεμινισμό, ας έρθουμε στο κεφάλαιο Έιμι Μαρτς. Η μικρότερη αδερφή, τσαχπίνα και κακομαθημένη, με τεράστια αγάπη για τα όμορφα και ακριβά πράγματα, τις ροζ κορδέλες και τη ζωγραφική, που πάντα νιώθει παραγκωνισμένη μπροστά στη χαρισματική Τζο, και με σκοπό της ζωής της να κάνει ένα πλούσιο γάμο. Παλιές κινηματογραφικές εκδοχές συστηματικά παρουσιάζουν την Έιμι ως την κακομαθημένη, ματαιόδοξη νέμεση της Τζο. Η Γκρέτα διάλεξε ένα διαφορετικό δρόμο. Η Έιμι εχει διαλεξει το γάμο ως διέξοδο από τη φτώχεια όντας σε πλήρη επίγνωση της κοινωνικής της θέσης ως γυναίκα του 1860 και αυτό είναι μια συνειδητή επιλογή. Σε ένα μονόλογο που όμως δεν υπάρχει στο βιβλίο και που κέρδισε στην ηθοποιό Florence Pugh, που ενσαρκώνει την Έιμι, την υποψηφιότητα για Όσκαρ, η Έιμι απαντάει με θάρρος στον πλούσιο γείτονα και διεκδικητή Λώρι: «Είμαι απλά μια γυναίκα. Και ως γυναίκα, δεν έχω τον τρόπο να βγάλω τα δικά μου λεφτά, όχι αρκετά ώστε να βγάζω τα προς το ζην για μένα και την οικογένειά μου. Ακόμα και αν είχα τα δικά μου λεφτά, που δεν έχω, τη στιγμή του γάμου μου αυτά θα ανήκαν στον άντρα μου. Αν κάναμε παιδιά, αυτά θα ανήκαν σε αυτόν κι όχι σε μένα. Θα ήταν ιδιοκτησία του. Οπότε μην κάθεσαι εδώ πέρα να μου λες ότι ο γάμος δεν είναι μια οικονομική πρόταση, γιατί είναι. Μπορεί να μην είναι για σένα, αλλά για μένα σίγουρα είναι».

…γιατί η πατριαρχία ζει και βασιλεύει και συνεχίζει να μας δείχνει με το δάχτυλο

Ο σκοπός της Γκρέτα δεν είναι φυσικά να μας επιβάλει τις απανταχού Μοντέρνες Σταχτοπούτες ως πρότυπο. Άλλωστε η Τζο έχει μπροστά της ορθάνοιχτες τις πόρτες του πλούσιου γάμου με τον πλούσιο γείτονα Λώρι που την αγαπάει από παιδί και διαλέγει να τις κλείσει για να χαράξει το δικό της δρόμο. Ο σκόπος της Γκρέτα είναι να μας υπενθυμίσει ότι, εν έτει 2020, όπου ακόμα και στις πιο προοδευτικές χώρες του δυτικού κόσμου, όπως η Αμερική, η Αγγλία και η Γερμανία, οι περισσότερες νεαρές κοπέλες σπεύδουν να αλλάξουν το επίθετό τους σε αυτό του συζύγου τους αμέσως μετά το γάμο, η πατριαρχία ζει και βασιλεύει και συνεχίζει να δείχνει με το δάχτυλο οποιαδήποτε γυναίκα καταφέρει να χρησιμοποιήσει τα ίδια όπλα της κοινωνίας εναντίον της, είτε αυτό είναι η κοινωνική και οικονομική καταξίωση μέσω ενός πλούσιου γάμου, είτε μιας γυμνής φωτογράφισης αλά Κιμ Καρντάσιαν. Όπως είπε σε πρόσφατη συνέντευξή της και η θρυλική Debbie Harry των Blondie “Sex sells, that’s what they say, and I’m not stupid, I know that, but on my terms, not some executive’s” (Το σεξ πουλάει, αυτό λένε, και δεν είμαι χαζή, το ξέρω αυτό, αλλά με τους δικούς μου όρους, όχι τους όρους που μου επιβάλλει κάποιο στέλεχος εταιρείας”). Αυτό θέλει και καταφέρνει τελικά και η Έιμι: ένα γάμο και μια ζωή με τους δικούς της όρους.

H Μάρμι και «τα κορίτσια πρέπει να βγαίνουν έξω στον κόσμο και να διαμορφώνουν δικές τους απόψεις για τα πράγματα»

Και τέλος, η Γκρέτα τονίζει όπως οφείλει τον καθοριστικό παράγοντα πίσω από όλες αυτές τις γυναικείες προσωπικότητες: αυτή τη μητέρα. Η Μάργκαρετ “Μάρμι” Μάρτς, που στο παρελθόν έχει ενσαρκωθεί από την υπέροχη Σούζαν Σάραντον και το 2019 από την επίσης υπέροχη Λώρα Ντερν, είναι η σύζυγος του πάστορα που φεύγει εθελοντής να πολεμήσει κατά της δουλείας στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Είναι η ακούραστη μητέρα τεσσάρων κοριτσιών που αφιερώνει μεγάλο κομμάτι του χρόνου της στις φιλανθρωπίες από τα λιγοστά λεφτά που διαθέτει και η ενσάρκωση του προοδευτικού πνεύματος της Νέας Αγγλίας, μορφωμένη και πρωτοπόρα παιδαγωγός σε ένα κόσμο που ακόμα θεωρεί τη σκλαβιά θεϊκό πρόσταγμα. Η μητέρα Μαρτς αποσύρει την μικρή της κόρη από το σχολείο όταν ο δάσκαλος την τιμωρεί σκληρά με τη βέργα στην παλάμη, μόνο και μόνο επειδή έφερε ζαχαρωτά στο σχολείο – κι αυτό έναν αιώνα πριν αρχίσουν να απαλοίφονται παρόμοιες πρακτικές από χώρες όπως η Ελλάδα. Η μητέρα Μαρτς, που, στο διάλογό της με την συχνά θυμωμένη και πάντα έντονη Τζο, παραδέχεται ότι πίσω από το ήρεμο και υπομονετικό της πρόσωπο κρύβεται μια γυναίκα που υπήρξε θυμωμένη κάθε μέρα της ζωής της: “Δεν είμαι υπομονετική από τη φύση μου, αλλά μετά από σχεδόν 40 χρόνια προσπάθειας έχω καταφέρει να μην το αφήνω να επισκιάζει τον καλό μου εαυτό”. Και να πως η κοινωνία απαιτεί από τις γυναίκες να βάζουν συστηματικά σε δεύτερη μοίρα τον εαυτό τους και να υπομένουν. Η μητέρα Μαρτς που στον κόσμο του 1860 έχει την άποψη ότι “Girls have to go out into the world and make up their own minds about things”, (Τα κορίτσια πρέπει να βγαίνουν έξω στον κόσμο και να διαμορφώνουν δικές τους απόψεις για τα πράγματα), ενώ 160 χρόνια μετά, τεράστιο κομμάτι του γυναικείου πληθυσμού παγκοσμίως εγκαταλείπει την πατρική εστία μόνο για να μεταφερθεί στο σπίτι του συζύγου, εκούσιου ή ακούσιου. Στην νεανική απόφαση της Τζο να μην παντρευτεί και της Έιμι να μην ζήσει μια περιορισμένη ζωή όπως η μητέρα της, ίσως ξέχασαν ότι αυτή και οι επιλογές της ήταν η κυρίως υπεύθυνη για τη σφυρηλάτηση αυτών των τεσσάρων διαφορετικών αλλά χαρισματικών με τον δικό τους τρόπο γυναικών – το θυμούνται όμως μετά την ενηλικίωσή τους, ακολουθώντας το παράδειγμά της η καθεμία με το δικό της τρόπο.

Λουίζα Μέι Άλκοτ, η γυναίκα που αψήφησε τις κοινωνικές νόρμες της εποχής της

Και πίσω απ’ όλα αυτά, η Λουίζα Μέι Άλκοτ. Η J.K. Rowling της εποχής της. Η διανοούμενη και ορκισμένη εργένισσα φεμινίστρια συγγραφέας, το άλτερ έγκο της Τζο Μαρτς, που μεγάλωσε με φτώχεια υλική αλλά πλούτο πνευματικό (https://www.c-span.org/video/?430723-1/orchard-house-louisa-alcott), και που της επέτρεψε να γίνει μια εξαιρετική φιλάνθρωπος όταν η επιτυχία της χτύπησε την πόρτα. Η εθελόντρια νοσοκόμα στον Αμερικανικό Εμφύλιο πόλεμο που νόσησε από τυφοειδή πυρετό αλλά επανήλθε δριμύτερη. Η πρώτη γυναίκα ψηφοφόρος που ενεγράφη ποτέ στους εκλογικούς καταλόγους του Κόνκορντ της Μασαχουσέτης. Η γυναίκα που αψήφησε τις κοινωνικές νόρμες της εποχής της με τον τρόπο ζωής της, ακόμα και πηγαίνοντας για τρέξιμο στην εξοχή μέχρι το θάνατό της και ενθαρρύνοντας τα νεαρά κορίτσια να κάνουν το ίδιο, στην εποχή των κορσέδων. Λουίζα Μέι Άλκοτ, η γυναίκα που πίστευε ότι “a democratic household could evolve into a feminist society”, ένα δημοκρατικό σπιτικό μπορεί να εξελιχθεί σε μια φεμινιστική κοινωνία – μια κοινωνία που δυστυχώς ακόμα περιμένουμε.

αρκεί να είναι δικιά μου επιλογή

Μικρές Κυρίες, ένα βιβλίο για τους αιώνες, που μας έμαθε ότι η γυναικεία δημιουργικότητα και ολοκλήρωση μπορει να ειναι ενα εκτυπωμένο βιβλίο που θα γίνει best seller, ενας όμορφος πίνακας, η μαγεία ενος μουσικού κομματιού, αλλά μπορεί να είναι και ένα σπίτι γεμάτο παιδιά και αγάπη. Ή και όλα αυτά μαζί. Αρκεί να είναι δικιά μου επιλογή.

Υ.Γ. Εν αναμονή των αποψινών Όσκαρ, η Γκρέτα Γκέργουιγκ δεν είναι υποψήφια για Όσκαρ Σκηνοθεσίας, σε μια κατηγορία όπου για μια ακόμη χρονιά, όλοι οι υποψήφιοι είναι άντρες σκηνοθέτες, και ενώ η ταινία της είναι υποψήφια για Όσκαρ καλύτερης ταινίας. Άλλωστε, όπως έχει πει και η θρυλική Γκλόρια Στάινεμ “Ξέρεις ότι η εξουσία είναι με το μέρος σου όταν είσαι το ουσιαστικό, όχι το επίθετο” – όταν δεν είσαι γυναίκα σκηνοθέτης, αλλά απλά, σκηνοθέτης.