Ο Φοίβος Γκικόπουλος για την ελληνική τηλεόραση, τον ακρογωνιαίο λίθο της πλήξης

ΑΠΟ ΤΟΝ ΦΟΙΒΟ ΓΚΙΚΟΠΟΥΛΟ

Ο νόμος που κάνει την ελληνική τηλεόραση ακρογωνιαίο  λίθο της πλήξης, δεν εξαρτάται από τους γνωστούς μηχανισμούς της εξακρίβωσης και της φυγής. Εξάλλου, δεν πρέπει να ανάγονται όλα στην τάση του θεατή να ταυτίζεται με τον κάθε τηλεπαρουσιαστή, μόνο και μόνο επειδή τον καταλαβαίνει, τον θεωρεί ίδιο με τον εαυτό του κι ελπίζει να κερδίζει πάντα και, άρα,  να είναι κι αυτός πετυχημένος. Πιστεύω ότι το σωστό είναι να εξετάσουμε άλλους δύο παράγοντες:

1) Ένα συγκεκριμένο καθήκον που βαραίνει τα mass media,

2) μια ιδεολογική ασάφεια που πλανάται πάνω από την κοινωνία.

Το καθήκον είναι εκείνο της «διαρκούς διασκέδασης», που εμποδίζει κάθε συσσώρευση περιέργειας και πηγής για την εκπλήρωσή της, που διαλύει την εξαίρεση της καθημερινής λειτουργίας, όπως το γεύμα, ο περίπατος κι ο έρωτας, που καθορίζει τη λεηλασία αυτού που υπάρχει.  Η αφαίρεση είναι εκείνη του «κόσμου», δηλαδή ενός παγκόσμιου υποκειμένου που μπορεί να μιλήσει μόνο μέσα απ’ τους προφήτες του. Η εκλαϊκευμένη κοινωνιολογία επέβαλε την προκατάληψη ότι το «να σκέφτεσαι» σημαίνει «τι σκέφτονται οι άλλοι», εξαφανίζοντας έτσι την πρώτη ύλη. Είναι φυσικό πως αν όλοι σκέφτονται μ’ αυτόν τον τρόπο, κανείς πια δεν θα σκέφτεται κι όλα τ’ άλλα στρατιωτάκια θα πέφτουν πάνω στο πρώτο.Πράγματι, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει και η ζωή συνεχίζεται. Η εισβολή όμως αυτής της αφαίρεσης στη μέση κουλτούρα, στον Τύπο, στους λειτουργούς της διασκέδασης, παράγει μια ακαταμάχητη υποβολή, κάνει τους άλλους να πιστεύουν πως δεν πρέπει να τους αρέσει αυτό που τους αρέσει, αλλά ό,τι αρέσει στους άλλους. Στον Καζανόβα αρέσουν «οι γυναίκες που  αρέσουν» και όχι «οι γυναίκες που του αρέσουν» και συχνά η ομορφιά δεν είναι τίποτε άλλο από ένας κατάλογος, ένα ευπρεπές άθροισμα των συμβόλων της. Η τηλεόραση πολλαπλασιάζει την κατάσταση ύπνωσης, που πολλές φορές μπορεί να υποβαθμίσει τον οποιονδήποτε από άτομο σε πλήθος.

Βέβαια, το πιο επικίνδυνο σημείο αυτού του φαύλου κύκλου δεν είναι η παθητική στάση του κοινού: είναι η ενεργητικότητα εκείνου που αισθάνεται την υποχρέωση να το διασκεδάσει. Ένας κωμικός μιας άλλης εποχής θα διάλεγε πράγματα που βρίσκονταν ανάμεσα σ’ αυτό που του άρεσε κι εκείνο που φανταζόταν ότι θα άρεσε στους άλλους. Ένας σημερινός entertrainer δεν αναζητά το δικό του γούστο: μεταφέρεται σε μια ερμηνεία του κόσμου, όλων μας. Γίνεται ραβδομάντης των μαζών, που δεν υπάρχουν ή αν θέλουμε, αρχίζουν ακριβώς εκεί που τελειώνει ο καθένας από μας, εκεί που τελειώνουν οι άνθρωποι, στο ακατέργαστο μάρμαρο που περιμένει να πάρει τη μορφή του. Το τραγικό είναι ότι το μάρμαρο δεν μιλάει και δεν έχει προτιμήσεις. Έτσι, αν ο χειρότερος κωμικός του παρελθόντος αντιπροσώπευε το γούστο τουλάχιστον ενός (το δικό του), ο καλύτερος σημερινός κινδυνεύει να αντιπροσωπεύει τα γούστα όλων, άρα κανενός. Πιστεύω πως η πηγή της πλήξης φωλιάζει εδώ, ανάμεσα στους προφήτες του κόσμου, που διαχειρίζονται για λογαριασμό τρίτων την κοινή διασκέδαση, ενώ οι ίδιοι είναι όργανα «αγνώστων».

Στα «Σχόλια στον Δον Κιχώτη», ο Ουναμούνο μιλώντας για τον κομφορμισμό, διηγείται μια ισπανική παροιμία που μπορεί να είναι χρήσιμη. Κάποιος ρωτάει κάποιον: «Donde vas Vincente?» (πού πας Βινθέντε;) Κι ο άλλος απαντά: «Adonde va la gente» (όπου πάει ο κόσμος). Η παροιμία είναι ανοιχτή, αλλά θα μπορούσαμε να την κάνουμε κυκλική. Πράγματι, αν ρωτήσετε τον κόσμο θα σας πει πως πάει «A donde va Vincente» (όπου πάει ο Βινθέντε).