Ήχοι πέρα από τη θάλασσα: Τα δύο ταξίδια στην Ελλάδα του «Σικελού-Έλληνα» Σαλβατόρε Κουαζίμοντο – Μέρος Α’

ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΤΣΟΛΚΑ

«Χθες το βράδυ ήμουν με τη Σαπφώ. Σκέφτηκα να σου πω αυτά τα λόγια … της υψηλότερης ποίησης της αρχαιότητας, και ξύπνησε αυτό που είναι ελληνικό στο αίμα μου. Ίσως κατάφερα… να ξαναβρώ τη φωνή του ποιητή». Ο Κουαζίμοντο έτσι «προφητεύει» το 1937 τη μεταφραστική καινοτομία του όταν αργότερα «επανερμηνεύει» ή και «εφευρίσκει» τους Έλληνες κλασικούς. Ο δρόμος γι’ αυτόν, τον Έλληνα στην ψυχή, αφού η γιαγιά του ήταν Ελληνίδα από την Πάτρα και ονομαζόταν Ρόζα Παπανδρέου, ήταν μόνο ένας: «να ξαναβρεί τη μαγεία της καταγωγής πέρα από όλα τα εμπόδια που ο πολιτισμός μας είχε καταφέρει να συσσωρεύσει» . Όπως υποστηρίζει και γράφει η Giovanna Ioli «η Σικελία και η Ελλάδα συνυπήρχαν στο αίμα του Σαλβατόρε Κουαζίμοντο, αλλά ήθελε ακόμη να εμπιστευτεί την καταγωγή του στις Συρακούσες, τη παλλόμενη καρδιά της Μεγάλης Ελλάδας, αντί για τη Μόντικα, όπου πραγματικά γεννήθηκε»  και αυτός, ένας ποιητής που τείνει προς την ελληνικότητα, θέλει να αναφωνήσει: «Είμαι Σικελός-Έλληνας σημαίνει να αμφισβητήσω μια ηθική και αισθητική φιλοσοφία που αναγνωρίζει την ταυτότητα του ανθρώπου στην πλήρη ταύτισή του με ένα έργο, μια τέχνη, και τη συνακόλουθη ανάγκη να ζήσει» . Για τους λόγους αυτούς η Giovanna Ioli δεν δέχεται ότι υπάρχει «ένας πρώτος και ένας δεύτερος Κουαζίμοντο. Υπάρχει μάλλον ένας διαφορετικός τρόπος να προσκληθεί η ανθρωπότητα να ξαναβρεί την αίσθηση της “ολότητας”, της αρμονίας που επιθυμούσαν οι Έλληνες, σύμφωνα με την δραματικότητα των κατακερματισμών. Η αξιοπρέπειά του ως Σικελός-Έλληνας του επιβάλλει την κραυγή μπροστά στην εσκεμμένη διάσπαση της ιστορίας ανάμεσα στη φύση και τη λογική, ανάμεσα στο ιδανικό και το πραγματικό, ανάμεσα στην αγάπη και το μίσος». Επομένως, το κλειδί της ανάγνωσης και της ποιητικής του Κουαζίμοντο είναι η ελληνικότητα, δεδομένου ότι πολύ σημαντικός σταθμός στην ποιητική του διαδρομή υπήρξε η μετάφραση των Ελλήνων Λυρικών ποιητών (1939-1940), γιατί ακριβώς αυτό το έργο του άνοιξε το ενδιαφέρον για την ζωή και την καθημερινότητα αλλά και τον επηρέασε στη θεματολογία και τους λιτούς εκφραστικούς τρόπους.

Πάντα η Μεγάλη Ελλάδα και “Λέω ότι οι νεκροί σκοτώνουν τους ζωντανούς”

Ο τιμημένος με βραβείο Νόμπελ το 1959,  Σικελός ποιητής , αν και είναι απόφοιτος τεχνικής εκπαίδευσης, μελετάει με πάθος την αρχαία Ελλάδα και γίνεται βαθύς γνώστης της Ιστορίας και της λογοτεχνίας της. Υπήρξε στην πρώτη ποιητική του περίοδο ένας από τους κύριους εκφραστές του λογοτεχνικού πνεύματος του Ερμητισμού και στην συνέχεια της ποιητικής του διαδρομής εξελίχθηκε ως πολιτικός και κοινωνικός ποιητής με άποψη για τα σύγχρονα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα . Γεννημένος στη Σικελία, αισθάνεται ότι αποτελεί ένα κομμάτι του ιδιαίτερου τμήματος του Ελληνισμού, εκείνου της Μεγάλης Ελλάδας, που αναπνέει στον ουρανό των κλασικών, αλλά που του εμφύσησε εκείνο το αίσθημα της πολιτικής και πολιτειακής ευθύνης που μεταμόρφωσε τον «εργάτη των ονείρων» σε ποιητή του έθνους. Η ελληνικότητα ήταν για τον Κουαζίμοντο επίσης πηγή ηθικής και μήνυμα πολιτικής συνείδησης». Η ποιητική του μάλιστα οπτική γωνία, όπως ακριβώς δηλώνει ο ίδιος στο ποίημα «Μυκήνες», το οποίο συμπεριλαμβάνεται στην ποιητική συλλογή Η απαράμιλλη γη (1958), είναι η ματιά ενός Σικελού -Έλληνα (siculo -greco) μετά από το πρώτο του ταξίδι (1956) στην Ελλάδα, που του παρείχε το ζωντανό υλικό για τα ποιήματα με τίτλο Από την Ελλάδα. Η παρουσίαση θα εστιάσει στη σχέση του με τη σύγχρονη Ελλάδα, στα δύο του ταξίδια στη χώρα μας καθώς και στην ποιητική ενότητα η οποία απετέλεσε καρπό της πρώτης επίσκεψης του στην Ελλάδα. Η ποιητική συλλογή Η απαράμιλλη γη (1958), έχει έμβλημα την φράση από τις Χοηφόρες του Αισχύλου “Λέω ότι οι νεκροί σκοτώνουν τους ζωντανούς” . Στο ποίημα «Μυκήνες» ο Κουαζίμοντο χαιρετά τη Μούσα του Αισχύλου, της οποίας αποτελούν σωζόμενες αποδείξεις τα λιοντάρια της πύλης και οι σκελετοί του καταραμένου γένους των Ατρειδών. Είναι πάρα πολλοί οι Ιταλοί συγγραφείς και ποιητές που επηρεάστηκαν άμεσα και έμμεσα από την Αρχαία Ελλάδα και εκφράζουν μέσα από το έργο τους την αγάπη τους και τον θαυμασμό τους. Λιγότεροι είναι όμως εκείνοι που ενδιαφέρονται για το παρόν και κάνουν αναφορές και στην σύγχρονη Ελλάδα.

Το πρώτο ταξίδι στην Ελλάδα

Ίσως λόγω εκείνης της φιλολογικής του επαφής με την Ελλάδα και εξαιτίας των δεσμών αίματος, ο Κουαζίμοντο ταξίδεψε για πρώτη φορά στη χώρα μας τον Οκτώβριο του 1956. Πληροφορίες σχετικά με αυτό το πρώτο ταξίδι του Salvatore Κουαζίμοντο μας παρέχει στο άρθρο του ο Γεώργιος Πράτσικας στη Νέα Εστία, στο οποίο υπάρχουν και δύο ποιήματα του Κουαζίμοντο μεταφρασμένα από τον Κούλη Αλέπη. Ο Κουαζίμοντο προσκεκλημένος από το Ιταλικό Ινστιτούτο Αθηνών έδωσε την δυνατότητα στο Αθηναϊκό κοινό να έρθει σε επαφή με το έργο του: «Την Τρίτη 16 Οκτωβρίου, το βράδυ, είχαμε την ευκαιρία να τον γνωρίσουμε από κοντά. Μάλλον μετρίου αναστήματος, συμπαθητικός, ο Κουαζίμοντο γοήτευσε το ακροατήριο του με την υποβλητική, τη σιγαλόφωνη απαγγελία αρκετών ποιημάτων του, εμπνευσμένων από ελληνικούς αρχαίους μύθους, όπως του Ορφέα, κι από φυσιολατρικά συναισθήματα και έντονες ψυχικές καταστάσεις». Ο Γεώργιος Πράτσικας κλείνει το άρθρο του για την επίσκεψη του Κουαζίμοντο τονίζοντας ότι: «Η αγάπη του Κουαζίμοντο για την Ελλάδα, όπως τόνισε στην αρχή, παρουσιάζοντας τον Ιταλό ποιητή στο κοινό ο φιλλέλην διευθυντής του ιταλικού Ινστιτούτου κ. Λαβανίνι, δεν είναι τυχαία. Είναι δεμένος με την χώρα μας απ’ τη γιαγιά του, τη μητέρα του πατέρα του… Έτσι, από μικρός αισθάνθηκε πραγματικόν έρωτα για κάθε τι ελληνικό και για τον αρχαίο κόσμο». Γι’ αυτό το πρώτο ταξίδι του Κουαζίμοντο στην Ελλάδα μία άλλη πηγή που μας δίνει πληροφορίες είναι ο Α. Α. Παπανδρέου σε ένα άρθρο του στο περιοδικό Νέα Εστία, το οποίο δημοσιεύθηκε μόλις το 1959, μετά την ανακήρυξη του Κουαζίμοντο ως νομπελίστα ποιητή. Γράφει σχετικά: «Τ’ όνειρό του να επισκεφτεί την Ελλάδα αυτός ο “Έλλην Σικελός”, ο “πραγματικός Έλλην”, όπως του αρέσει ν’ αυτοχαρακτηρίζεται, πραγματοποιήθηκε τον Οχτώβρη του 1956. Του αρέσει πάντα να επαναλαμβάνει, και τώρα πάλι δεν παρέλειψε την ευκαιρίαν, ότι η γιαγιά του, που πέθανε πριν από λίγα χρόνια σε ηλικίαν εκατό ετών, είχε γεννηθεί στην Πάτρα, επονομαζότανε Παπανδρέου, και πήγε στη Σικελία με την επανάσταση του 1848. Συνέτρεξε λοιπόν και ο πρόσθετος λόγος της “φωνής του αίματος”, που τον εκαλούσε στην Ελλάδα. Κατά την δεκαήμερη εδώ παραμονή του περιηγήθηκε τους αρχαιολογικούς μας χώρους κι έδωκε την ευκαιρία στον καθ. Lavagnini, άλλον κλασσικοθρεμμένο και μεταφραστή αρχαίων και νέων Ελλήνων λυρικών, να οργανώσει μια μικρή δεξίωση προς τιμήν του στην αίθουσα του Ιταλικού Ινστιτούτου το βράδυ της 16 του Οχτώβρη, όπου ο ποιητής απάγγειλε ποιήματα του και γνώρισεν Έλληνες συναδέλφους του. Από την δεξίωση αυτή διατηρεί προσφιλή ανάμνηση όπως διαπιστώνω από απαντητικήν επιστολή της 6 του Νοέμβρη σε συγχαρητήριο τηλεγράφημα κι επιστολή του μοναδικού Δ/ντη του Ιταλικού Ινστιτούτου Καθηγητού Lavagnini που είχε την καλωσύνη να θέση στη διάθεση μου» .

Salvatore Quasimondo, colpito dal dardo di Apollo

 Και ο Παπανδρέου συνεχίζει και αναφέρει την εξής αξιοσημείωτη πληροφορία για το ταξίδι αυτό του Κουαζίμοντο: «Σ’ ένα προσκύνημα του στους Δελφούς, υπέστη από ένα πήδημά του πάνω στο ιερό τον Απόλλωνος «διάστρεμμα τον αριστερού ποδός». Σημειώνει λοιπόν, απ’ αυτήν την αφορμή, σε κάποιο Αθηναϊκό αντίγραφο που έχω στα χέρια μου:» Salvatore Quasimondo, colpito dal dardo di Apollo – il 16 Ottobre 1956″ που σημαίνει: Σαλβατόρε Κουασίμοντο, πληγωμένος από το βέλος τον Απόλλωνος. Παρακάτω διαβάζουμε: Nell’ombra del poeta Cat. Vassalini 16 Ott. 56, πάει va πει: Στη σκιά του ποιητή Κατ. Βασσαλίνι 16 Οχτ. 56. Η κυρία που υπογράφεται (αποκαλύπτουμε ίσως ένα μυστικό άγνωστο στην Ιταλία;) είναι καθηγήτρια Μέσης στη Βερόνα και ζει πραγματικά κάτω από την σκιά του ποιητή, αφανής συνεργάτριά του, που του μεταφράζει τους Έλληνες και Λατίνους ποιητές στο πεζό για να τους μεταπλάσσει έπειτα ο ποιητής σε αληθινά θαυμάσιους ιταλικούς στίχους. Άλλο αναμνηστικό του γοργού περάσματός του από την «αρχαιοτάτην και νέα Αθήνα» είναι μια φωτογραφία δημοσιευμένη σε λογοτεχνικό περιοδικό της Ιταλίας το Μάη τον 1957 κι όπου ο ποιητής ποζάρει κοντά στο άγαλμα του Αριστοτέλη στο ατελιέ του γλύπτη Νικόλα στο Χολαργό» .

«… Στην κορυφή της πυραμίδας των σύγχρονων ιταλικών γραμμάτων»

Αξίζει να σημειωθεί ότι το 1956 δύο εφημερίδες, που ανήκουν ακόμα και σήμερα σε διαφορετικές πολιτικές παρατάξεις, αφιέρωσαν στήλες τους στην εργοβιογραφία του Κουαζίμοντο. Η εφημερίδα της Αριστεράς Αυγή, περιγράφει την Τρίτη 16 Οκτωβρίου 1956, σε στήλη που φέρει τον τίτλο «Ο ποιητής που φιλοξενούμε», με αφορμή τη δεξίωση του Ιταλικού Ινστιτούτου προς τιμή του Κουαζίμοντο, τη ζωή του και κυρίως τους πνευματικούς αλλά και πολιτικούς αγώνες του. Η εφημερίδα τονίζει ότι: «στέκεται αναμφισβήτητα στην κορυφή της πυραμίδας των σύγχρονων ιταλικών γραμμάτων, έχει κατακτήσει με τη δημοκρατική του συνείδηση την αγάπη και την εκτίμηση των λαϊκών μαζών».  Επίσης υπογραμμίζει την πορεία του και δίνει έμφαση πως ο ποιητής είναι «πρωτοπόρος και στην τέχνη και στις πολιτικές πεποιθήσεις, σταθερά πάντα κοντά στο λαό και στους αγώνες του, σύντροφός του στην ειρήνη και παρτιζάνος στον απελευθερωτικό πόλεμο εναντίον του φασισμού και του ναζισμού και είναι επίσης ο πρώτος ερμητικός ποιητής που τραγούδησε με ρεαλισμό τα δραματικά ιστορικά γεγονότα της περασμένης δεκαετίας και ύμνησε πράξεις αυτοθυσίας και μεγαλείου του αγωνιζόμενου για την ελευθερία του ιταλικού λαού […], αντιπροσώπευσε τη χώρα του στο Συνέδριο των Ευρωπαίων Παρτιζάνων στη Στοκχόλμη και πρωταγωνιστεί σε κάθε κίνηση για τα ιδανικά της ειρήνης και της προόδου». Όπως εύκολα διακρίνει κάποιος από το αφιέρωμα, δίνεται ιδιαίτερη βαρύτητα από την Αυγή στο «στρατευμένο» παρελθόν του Κουαζίμοντο, όπως επίσης και στην προβολή των αγώνων του. Η εφημερίδα ουσιαστικά θα «ανοίξει» την πόρτα της υποδοχής στον Κουαζίμοντο και στην εμπλοκή του λόγω της πολιτικής τοποθέτησής του στα ελληνικά πράγματα. Με βάση αυτή την πολιτική ματιά, όπως και την ελληνοκεντρική του ποιητική, οι ελληνικές εφημερίδες θα παρουσιάζουν τον Κουαζίμοντο την εποχή του Ψυχρού πολέμου και λίγα χρόνια μετά τη λήξη του ελληνικού εμφυλίου πολέμου, και κυρίως όταν τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Ο Ελληνικός Τύπος και εκείνος που έγραφε πως « Ήδη η βροχή είναι  μαζί μας»

Η εφημερίδα Καθημερινή (προσκείμενη στη συντηρητική παράταξη) στη μόνιμη στήλη «Σημειώσεις ενός Αθηναίου», την οποία έγραφε ο δημοσιογράφος Βασίλης Σπανόπουλος, κάνει αρκετά εκτενή αναφορά στον Κουαζίμοντο. Αφού αναφέρεται στην καταγωγή του («εσφαλμένα» λέγει ότι ήταν Συρακούσιος) παρουσιάζει ότι μεταξύ των εννέα ποιητικών συλλογών του η πλέον «σημαντικοτέρα θεωρείται το “Ed è subito sera” και κατάσσεται από την ιταλικήν και διεθνή κριτικήν εις την εντελώς πρώτην σειράν της συγχρόνου ιταλικής ποιήσεως» . Στη συνέχεια παρουσιάζονται δυο θετικές κριτικές του Carlo Bo και του γάλλου γλωσσολόγου και μεταφραστή Georges Mounin για το ποιητικό έργο του Κουαζίμοντο. Στη συνέχεια ο αρθρογράφος αναφέρεται στη μεταφραστική δεινότητα του Κουαζίμοντο, πως αποδίδει τους αρχαίους έλληνες ποιητές, κυρίως Σοφοκλή, Σαπφώ και άλλους λυρικούς, και κλείνοντας παραθέτει το μεταφρασμένο στην ελληνική, από τα γαλλικά, « Ήδη η βροχή είναι  μαζί μας» της συλλογής Νέα Ποιήματα.  Η εφημερίδα Αυγή κάνει ακόμα μια δημοσίευση στον Κουαζίμοντο, αυτή τη φορά την επόμενη μέρα μετά τη δεξίωση του Ιταλικού Ινστιτούτου, με τίτλο «Δεξίωση προς τιμή του Σ. Κουαζίμοντο» . Σε αυτό το δημοσίευμα αφού μιλά για το πλήθος των προσωπικοτήτων των ελληνικών γραμμάτων που γνωρίστηκαν και συνομίλησαν με τον Κουαζίμοντο, περιγράφει την τελετή της βραδιάς και ολοκληρώνει ότι το ποίημα που κέρδισε περισσότερο το θερμό χειροκρότημα του κοινού ήταν «το αφιερωμένο στη μητέρα του ποιητή » για να δώσει και την είδηση «ο ποιητής θα αναχωρήσει για Κρήτη αεροπορικώς και θα επιστρέψει μετά πάλι στην Αθήνα». Έτσι μαθαίνουμε την πορεία του ποιητή για τη σταχυολόγηση του βιωματικού υλικού που χρησιμοποιήθηκε για τη συλλογή Από την Ελλάδα. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί το ενδιαφέρον του αγωνιστή Κουαζίμοντο όταν υπέγραψε τον Οκτώβριο του 1956 μαζί με τους Ουνγκαρέτι, Αντζιολέτι, Λούτζι, Μοντάλε, Σιλόνε, Σόφιτσι, Βαλέρι, Άννα Μπάντι, έκκληση απελευθέρωσης του κρατούμενου Κύπριου ποιητή Νίκου Κρανιδιώτη, ο οποίος είχε συλληφθεί από τους Άγγλους στην προσπάθεια του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα της Κύπρου.   

Το Νόμπελ Λογοτεχνίας του 1959 και ο διχασμός

Το 1959, έναν χρόνο δηλαδή μετά την έκδοση της συλλογής La terra impareggiabile, ο Κουαζίμοντο τιμάται με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Αυτή η απονομή προκάλεσε πολλές αντιδράσεις μέσα και έξω από την Ιταλία καθώς αρκετοί πίστευαν ότι ο Σικελός ποιητής δεν άξιζε αυτήν την ανώτατη τιμητική διάκριση, καθώς υπήρχαν πολλοί άλλοι συγγραφείς και ποιητές στην Ιταλία αλλά και σε άλλες χώρες που θα άξιζαν να είχαν βραβευθεί. Φυσικά υπήρξαν και εκείνοι που υποστήριξαν ότι δικαίως τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας και ότι στο πρόσωπο του Κουαζίμοντο «αναγνωριζόταν η αξία ολόκληρης της νεωτερικής ποίησης της Ιταλίας». καθώς η κριτική επιτροπή για το βραβείο Νόμπελ ανέγνωσε  τα πρακτικά ως εξής: «για το ποιητικό του έργο που, με κλασική φλόγα, εκφράζει την τραγική εμπειρία της ζωής στις μέρες μας».  Οι μορφωμένοι, οι διανοούμενοι και οι συγγραφείς στην Ελλάδα επέκριναν το βραβείο της κριτικής επιτροπής. Άλλοι υποστήριξαν την υποψηφιότητα Μοράβια, όπως έκαναν και αρκετοί Ιταλοί ομότεχνοί τους, ενώ άλλοι επικρότησαν την απόφαση της βράβευσης του Κουαζίμοντο.